Νάξος… Όσες Ευχές, Τόσες Κατάρες!



Είναι ευχή λένε να ζεις σε τούτο δω τον τόπο, μα πόσο δίκιο έχουν. Στα εσώψυχά μου αντηχεί μια ψιθυριστή φωνή να μου λέει ξανά και ξανά, «Νάξος μου αγαπημένη και χιλιοτραγουδισμένη!». Όπου και να στρέψω τη ματιά μου η κάθε εικόνα που βλέπω μου φέρνει στο μυαλό τη φράση «Γλύκα μεγάλη είχε το νησί ετούτο, ησυχία πολλή, ......κι η θάλασσα ήμερη», λόγια αξέχαστα του αείμνηστου Νίκου Καζαντζάκη. Στο ατέλειωτο διάβα σου, τυχερέ ταξιδιώτη, όπου και αν κοιτάξεις, Θεέ μου, η πανώρια ομορφιά της Ναξιακής υπαίθρου θα σε μαγέψει, θα σε υπνωτίσει, και σαν μια άλλη, παράξενη, σύγχρονη Αργώ θα σε ταξιδέψει σε νέα, νοερά, μυθικά ταξίδια. Απ’ τη μια άκρη ως την άλλη, τούτο το νησί, θυμίζει κατάφωτη δροσοσταλίδα πάνω στην ανεμοράχη της κουρασμένης, γερασμένης και τόσο πολύπαθης Ελλάδας μας. Σου χαρίζει απανωτές εικόνες που χαράζουν στα εσώψυχά σου, δύσμοιρε επισκέπτη, μνήμες ανεξίτηλες που όσο μακριά του και αν βρεθείς, τούτες, κάποτε, οι νοητές και αόρατες «Ερινύες» θα σε τραβήξουν πίσω επιτακτικά να ξαναστραφείς, αφού σε έχουν μαγικά αλυσοδέσει εισαεί στο άρμα τους.

«Έστω για μια μόνο μέρα, θεέ μου, να ξαναπατήσω τα άγια χώματά της και να βρέξω τα γυμνά μου πόδια στα καταγάλανα νερά της, έστω για μια μέρα…»

Τα σημάδια των βαρβάρων μύρια, ξαπλωμένα δεξιά κι αριστερά πανταχόθεν σε ολάκερο το νησί. Το «κορμάκι» σου ταλαίπωρο και βασανισμένο, πανέμορφο νησί μου, καθώς τα σημάδια που ‘χουν αφήσει πίσω τους πάνω στα αμέτρητα μνημεία σου οι αναρίθμητοι βάρβαροι, έθνη αλλότρια, σε πληγώνουν ακόμη. Κυρά, αρχόντισσα των Κυκλάδων συ, που με το κεφάλι ψηλά κοίταξες κατάματα όλους εκείνους τους που απ’ τα πλούτη σου θάμπωσαν και σαν κοράκια πέσαν πάνω σου να σε κατασπαράξουν. Είδες Πέρσες, Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Φράγκους, Τούρκους Οθωμανούς και τόσους άλλους, απάνθρωπους, να διαφεντεύουν τη μοίρα σου και συ άντεξες. Θεριεμένη η ψυχή σου γιατί μέσα βαθιά ήταν ριζωμένη η λευκοντυμένη λέξη «Ελλάδα»! Και συ άντεξες, και υπέμενες, και καρτερούσες, και μοιρολογούσες, μέρα με τη μέρα, την άδική σου μοίρα! Και υπέμενες, και καρτερούσες, και σιγόκλαιγες, και μετρούσες τις ώρες, τις μέρες, τα χρόνια, τα κάταχνα και θανατοσκεπασμένα, τους αιώνες, που δεν ήταν ένας, ούτε δυο, ούτε τρείς, μα χρόνια χίλια και βάλε. Κι όμως άντεξες, κι όμως τα χρόνια πέρασαν τα μυριοβασανισμένα, τα καταραμένα και πάλι αρχόντισσα ξύπνησες, δούκισσα των Κυκλάδων συ, και πάλι με χρόνια και καιρούς… πάλι δικιά μας έγινες.

Ο καθένας απ’ αυτούς άφησε τη δική του σφραγίδα, τη δική του πληγή. Τα χρόνια κείνα όμως πέρασαν και συ βρέθηκες απ’ την πρώτη στιγμή της λησμονημένης Λευτεριάς στο πλάι της επαναστατημένης μας Ελλάδας κατά τους πρώτους χρόνους του τιτάνιου αγώνα του 1821. Όλοι τότε πίστεψαν ότι τα βάσανα σου τέλειωσαν και η επιστροφή της αρχαίας αίγλης σου ήταν πια κοντά. Βούτηξες τα χέρια σου στη μπογιά και ήσουν τότε έτοιμη, γιομάτη με πολύχρωμα χρώματα καρτερούσες την ώρα να αρχίσεις νέες, πιο ζωηρές από ποτέ, καταγάλανες πινελιές. Σημαίνει η ώρα, σιγοψιθύρισες, σημαίνει! Και περίμενες, και περίμεναν… και ακόμη περιμένουμε! Και τα χρώματα… στα χέρια σου ξεράθηκαν!

Το χθες πληγώνει
Το χθες μου φαίνεται τόσο κοντινό αλλά μου φαντάζει και ώρες ώρες τόσο απόμακρο. Θαρρώ πως ήταν μόλις χθες που μικρά κοπελάκια τρέχαμε πάνω κάτω όλη μέρα στα σοκάκια της παλιά Χώρας πλημμυρίζοντας με φωνές τα γέρικα και ετοιμόρροπα, από την πολύχρονη εγκατάλειψη και τη φτώχια των ενοίκων τους, σπίτια της ιστορικής περιοχής. Κατεβαίναμε κάτω στην Φουντάνα και όλο και κάποιος άτυχος πιτσιρικάς βρισκόταν να του πάρουμε την μπάλα. Μετά με το πολύτιμο τρόπαιό μας αρχίζαμε να παίζουμε ώρες ολάκερες ποδόσφαιρο στο πίσω μέρος του Ξενοδοχείου του συγχωρεμένου του γέρου Κονδύλη, στην μεγάλη αλάνα που υπάρχει ακόμη μέχρι τις μέρες μας. Όταν με το καλό βράδιαζε και αρχίζανε οι μανάδες μας να παίρνουν τους δρόμους για να μας βρούμε εμείς αλαλάζοντας παίρναμε πάλι τα μικρά θεοσκότεινα σοκάκια και καταγρατζουνισμένα, καταματωμένα, καταϊδρωμένα, γλίτσικα και σιχαμένα από την πολύωρη ποδοσφαιρική μάχη γυρίζαμε όσο πιο γρήγορα στο σπίτι. Εκεί μας περίμενε η Θεία Δίκη από το χέρι της μάνας μας και κατόπιν το ανελέητο και σιχαμερό διάβασμα των μαθημάτων του σχολειού της επόμενης μέρας μέχρι αργά τη νύχτα. 

Τα σαββατοκύριακα παίρναμε το ποταμό και τσούρμο ολάκερο ανεβαίναμε στο γήπεδο, το «Πατεράδων», όπως το ξέραμε τότε, «Δημοτικό Στάδιο Νάξου» τώρα. Εκεί αρχίζαμε το ίδιο τροπάριο χειμώνα καλοκαίρι, με κρύο και με ζέστη. Λίγα μέτρα πριν το γήπεδο βλέπαμε καμιά φορά κάτι παραδοσιακές γριούλες που φορτωμένες ρούχα κατέβαιναν στις πλύστρες που υπήρχαν δίπλα απ’ το γεφύρι για να κάνουν τη μπουγάδα της βδομάδας. Και ‘μεις, αμάθητα κοπελάκια του δημοτικού ακόμα, πηγαίναμε και τις πειράζαμε, όποτε δεν είχαμε κάτι καλύτερο να κάνουμε. Και αυτές με τη σειρά τους αντιδρούσαν πάντα με απειλές του τύπου: «Δεν θα δω την μάνα σου βρε παλιόπαιδο, θα δεις τι θα της πω! Και τότε να δεις ξύλο που θα σου ρίξει, παλιόπαιδο, σιχαμένο, έ σιχαμένο…» Τα χρόνια όμως πέρασαν, πολύ γρήγορα τα αναθεματισμένα! Μεγαλώσαμε, κοντεύουμε να γεράσουμε, και το τοπίο γύρω μας άλλαξε. Οι άνθρωποι, και αυτοί άλλαξαν. Ακόμη και αυτός ο παλιόκαιρος κοντεύει να αλλάξει, μα κανείς προς το καλύτερο!

Μας απόμειναν οι αναμνήσεις! Αναμνήσεις από τότε που η Νάξος ήταν εντελώς διαφορετική. Μια πόλη που αγωνιούσε να ξεφύγει από την κακομοιριά και την εγκατάλειψη. Μέσα της δεκαετίας του ’70 και σιγά σιγά οι πρώτοι τουρίστες αρχίζουν να ξετρυπώνουν φορτωμένοι με τους παράξενους σάκους τους στην πλάτη, «οι ντουραδάτοι», όπως τους έλεγε η συγχωρεμένη η γιαγιά μου! Το νέο φαινόμενο, ο Τουρισμός, καλοδεχούμενο! Όλοι οι διορατικοί έτρεξαν να εκμεταλλευτούν τις νέες συνθήκες και να κάνουν την τύχη τους αρπάζοντάς την ευκαιρία «απ’ τα μαλλιά». Έτσι, μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα μια απροσδόκητη μορφή «βιομηχανίας», όπως μας έχουν μάθει να αποκαλούμε τον τουρισμό, άρχισε να τείνει τα πλοκάμια της απ’ άκρη σ’ άκρη στο ιστορικό νησί μας. Όλοι ενεθάρρυναν! Η είσοδος μετά από λίγο της χώρας στην τότε ΕΟΚ και η άνοδος στην εξουσία, για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας, μιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης έκανε το τοπίο ακόμη πιο ιδανικό, ακόμη πιο πρόσφορο για νέες επενδύσεις, ακόμη πιο ελκυστικό. Όλα άλλαξαν, μα και τίποτε!

Νέοι κοτζαμπάσηδες, νέοι προεστοί, νέοι προύχοντες, νέοι πρόκριτοι μας φορτώθηκαν στο σβέρκο, και τούτη τη φορά φορούσαν πράσινο ζιβάγκο. Έταξαν χίλια μύρια πράγματα! Υποσχέσεις η μια πάνω στην άλλη και εμείς τους πιστεύαμε και κουνούσαμε με όλο και πιο πολύ νεύρο το πράσινο σημαιάκι με τον κάτασπρο ανατέλλων ήλιο που, τελικά, δεν ανέτειλε ποτέ για τη χώρα μας και για το νησί μας! Υποσχέσεις, μύριες, που η δεύτερη αναιρούσε την πρώτη και πάει λέγοντας. Και εμείς, οι ζαβοί, τους πιστεύαμε και πίναμε νερό στο όνομά τους, και τσακωνόμασταν άγρια μεταξύ μας για την πάρτη τους… τι κατάντια τώρα που το σκέφτομαι! Έτσι μας απόμειναν οι αναμνήσεις, τούτες, που δεν πρόκειται να μας προδώσουν ποτέ.

Περνοδιαβαίνω καθημερινά στα σοκάκια της παλιάς χώρας και η εικόνα της εγκατάλειψης με πληγώνει. Στο νου μου έρχονται σκηνές από άλλες εποχές. Τα στενά δρομάκια αδειανά μέρα νύχτα και μονάχα κάτι πιτσιρίκια Αλβανάκια βλέπεις πότε πότε να ξεπροβάλλουν από τις κοντόκασσες πορτούλες και να σε κοιτούν με περιέργεια λες και είσαι το αξιοθέατο της στιγμής. Και πριν προλάβουν να σου χαμογελάσουν μια ξενική φωνή τα καλεί επιτακτικά να επιστρέψουν πάραυτα μέσα στο φτωχικό λημέρι τους. Φοβάται, δυστυχώς, πλέον «ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη». Αναστενάζω έτσι βαθιά και συνεχίζω το διάβα μου. Από μέσα μου όμως, εδώ και πάρα πολύ καιρό, άρχισε μια φωνή να μου σιγοψιθυρίζει! Μέρα με τη μέρα τούτη δυνάμωνε όλο και πιο πολύ! Πλέον είναι κραυγή και σε λίγο καιρό φοβούμαι πως δεν θα μπορώ να ακούσω ούτε καν τη δική μου λαλιά. Μου φωνάζει νυχθημερόν: «Είσαι συνένοχος, είσαι το ίδιο εγκληματίας και συ με αυτούς, είσαι αχρείος. Άκου την φωνή των προγόνων σου, άκου τους πόσο γοερά σε καλούν!»

Σήκωσα λοιπόν το βλέμμα και είδα τον Ήλιο κατάματα με όλα του τα χρώματα του! Κι όμως δεν στραβώθηκα! Περίμενε και αυτός κάποια μέρα να γυρίσει κάποιος και να τον δει με τον τρόπο που τον κοίταξα εγώ, πολύχρωμο. Το χάρηκε και μού ‘δωσε την ευλογιά του. Μού ‘πε και ένα μυστικό: «Πάρε χαρτί και καλαμάρι, και όσο είσαι νιός και παλικάρι, γράψε ότι ξέρεις και ότι έχεις δει. Την αλήθεια όμως πάντα στην άκρη της γλώσσας σου να έχεις διπλοσταυρωμένη και το όνειρο που ποθείς, ξύπνιος θα το ζήσεις!»

Την αλήθεια να πω; Ποιά αλήθεια; Εγώ απλά, κύριοι ένορκοι του ουρανού, ότι έχω δει, ότι έχω διαβάσει, ότι έχω ζήσει, θα το πω, θα το γράψω, θα το τραγουδήσω και θα το διαλαλήσω όσο πιο δυνατά μπορώ. Βαρέθηκα αδέλφια μου, σιχάθηκα τούτη την ένοχη σιωπή μας!

Λοξές ματιές στο παρελθόν

Άδικη ώρα ήταν τελικά κείνη η τόσο βλογημένη. Κείνη που όλη θαρρούμε πως μας έδωσε ο «Θεός της Ελλάδος» την ευχή του και αντικρίσαμε το κατάλευκο φως της λευτεριάς. Ήταν τότε που οι τρείς «θεόσταλτοι προστάτες» μας καταναυμάχησαν τον Τουρκικό-Αιγυπτιακό Στόλο στην περίφημη Ναυμαχία του Ναβαρίνου το 1827. Δεν είμαστε πλέον σκλάβοι, ραγιάδες, βροντοφωνάξαμε όλοι με ένα στόμα, με μια φωνή, απ’ άκρη σ’ άκρη σε ολάκερη τη μικρούλα τότε νεοσύστατη ελληνική επικράτεια.

Το είχαμε καταλάβει όμως απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Μια νέα υποδούλωση είχε έρθει στα κρυφά και μας είχε κάτσει στο σβέρκο. Και τούτη δυστυχώς δεν μπορούσες να την βγάλεις, και τούτη δεν μπορούσες να την πολεμήσεις γιατί απ’ άρματα και ξίφη δε γνωρίζει. Ήταν η οικονομική υποδούλωση, το τρισκατάρατο χρέος!

Δέθηκε και ο τόπος μου με τούτη την κατάρα! Σούρθηκε, άθελά του, πίσω απ’ της βουλές των ξεπουλημένων, από τότε κιόλας, πολιτικάντηδων, επίδοξων σωτήρων μας. Οι νέοι τούτοι «προσκυνημένοι» ήταν διαφορετικής πάστας. Προσκυνούσαν στα κρυφά τους αφεντάδες τους και όχι στα φανερά. Φοβόντουσαν, και φοβούνται, την οργή του μονιασμένου ελληνικού λαού και έκαναν τους τεμενάδες τους στους δυτικούς αφέντες τους κλεισμένοι σε υπερπολυτελή γραφεία, φορώντας ακριβά κουστούμια και ψηλά καπέλα. Ότι φοβόταν οι γέροντες και οι αγράμματοι αγωνιστές του ’21 συνέβηκε. Βγάλαμε το τουρκικό σαρίκι και φορέσαμε την φράγκικη καλύπτρα!

Τα χρόνια, άλλοτε βεβιασμένα, άλλοτε αβίαστα όπως πράττει κατά τη συνήθη του πρακτική ο άψυχος ο γέρο Χρόνος, πέρασαν. Οι εθνικές καταστροφές δεν έμελλε να μας διδάξουν διόλου και οι ριμάδες ήταν και τόσες πολλές. Σουρθήκαμε σε πολέμους που δεν γινόταν να κερδίσουμε, όπως κείνο τον λησμονημένο Ελληνο-Τουρκικό Πόλεμο του 1897. Ηττηθήκαμε, χρεοκοπήσαμε και τότε ήρθαν πάλι πρόστυχα και ξετσίπωτα οι καλοί σωτήρες μας για να μας ξελασπώσουν. Κείνοι, που ήταν οι κύριοι συνένοχοι και υπεύθυνοι της εθνικής μας τραγωδίας ήρθαν για να μας… σώσουν! Μα κατ’ ουσία μας έκαναν ελάχιστες «τεχνικές αναπνοές» έτσι ώστε ο «Έλληνας Ασθενής» να μην πεθάνει και χάσουν πάνω απ’ όλα τα… χρωστούμενα! Και ο Γολγοθάς μας συνεχίστηκε! Η απροσδόκητη αναλαμπή μας κατά τους Βαλκανικούς πολέμους ήταν αποτέλεσμα της δικιάς τους αμέλειας. Τους ξεφύγαμε, καθώς είχαν τις δικές τους έννοιες, οι σκύλοι, καθώς προετοίμαζαν το μεγάλο αιματοκύλισμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ήρθε τότε κείνη η άδικη ώρα και η χώρα μου, η γλυκιά μου πατρίδα μπλέχτηκε σε ένα κυκεώνα που δεν γινόταν να αντιμετωπίσει. Οι προσκυνημένοι έπιασαν δουλειά, πέταξαν της μάσκες και μας οδήγησαν σιδηροδέσμιους στο Μεγάλο Πόλεμο και μετά στην Μικρασιατική καταστροφή, που ήταν και η Νέμεσις μας! Είχαμε ξεφύγει, κάπως, από τα πρέπον δέοντα που οφείλει να έχει ένα καλό υποζύγιο και έπρεπε να επανέλθει έτσι η τάξις! Τάξις είναι για αυτούς το δικό μας Χάος!

Οι προσκυνημένοι αποθρασύνθηκαν πλέον εντελώς κατά το διάστημα του μεσοπολέμου και χόρευαν δίχως ντροπές στους μονότονους σκοπούς των δυτικών ευεργετών μας. Ο κύκλος όμως δεν έμελε να κλείσει εκεί. Πάλι τα ίδια και πάλι απ’ την αρχή! Χρεωκοπία, ψευτοσωτηρία και πάλι… πόλεμος! Αυτή την φορά όμως δεν ήταν όπως ο προηγούμενος. Ήταν πραγματικός Όλεθρος! Έτσι η πρώτη φάση της Ελληνοκτονίας ολοκληρώθηκε!

Μέσα σε αυτό το χαλασμό η ιδιαίτερη πατρίδα μου δεν έμεινε αμέτοχη. Η γλυκιά μου Αξά έδωσε και αυτή την δική της μάχη. Προσέφερε τα δυνατά, νεαρά και αγνά τέκνα της έρμαιο, δίχως να το ξέρει η κακομοίρα, βορά στα σαγόνια των θηρίων που αδημονούσαν για φρέσκο κρέας σαν ένας φρεσκοξυπνημένος Λεβιάθαν κάτω στα απύθμενα Τάρταρα. Η φτώχια και η μιζέρια του ντόπιου πληθυσμού της νήσου μας δεν ήταν δυνατόν να γιατρευτεί με ψευτοπαρεμβάσεις όπως η κατασκευή του μόλου και του λιμενοβραχίονα στην Χώρα της Νάξου. Η εν γένει φτώχια του πληθυσμού του ήταν έκδηλη παντού, αν και αυτό ήταν ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό σε όλη την νησιωτική χώρα. Παροδικά μικρά λιθαράκια ανάπτυξης δεν ήταν δυνατόν να φέρουν αποτέλεσμα. Η κρατική αναπηρία σε συνδυασμό με την τοπική ανεπάρκεια των τοπικών «δημογερόντων», δημοτικών αρχόντων, έπλαθαν ένα εκρηκτικό μείγμα που μέρα με τη μέρα έσπρωχναν τον γηγενή πληθυσμό της Νάξου ολοένα και περισσότερο στην μετανάστευση και στην αναζήτηση σε άλλες περιοχές του «άρτου ημών του περιούσιου»

Η τοπική οικονομία συμβάδιζε πλήρως με την ψυχορραγούσα κρατική ελληνική οικονομία. Γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία και βάλε και λίγο από την εκμετάλλευση του πρωτογενή παράγοντα που άκουγε στο όνομα Σμύριδα Νάξου αποτελούσαν τους βασικούς και μοναδικούς πυλώνες οικονομικής επιβίωσης του τοπικού πληθυσμού. Η παρακμιακή κατάσταση του νέου ελληνικού κράτους μοίραζε αφειδώς τα νοσηρά συμπτώματα της και σε ολόκληρη την νησιωτική χώρα. Εδώ τα πράγματα ήταν όμως κατά πολύ χειρότερα. Η παντελής, σχεδόν, έλλειψη επικοινωνίας με τα μεγάλα αστικά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας, και κυρίως με τον λιμάνι του Πειραιά, καθιστούσε την επιβίωση των νησιωτών ένα καθημερινό στοίχημα. Οι άλλοτε εκλεγμένοι και άλλοτε διορισμένοι «δημογέροντες» των νησιών μας, ανάλογα με τα ιδιαίτερα κρατικά και θεσμικά χαρακτηριστικά της κάθε εποχής, ενώ είχαν χάσει κάθε ίχνος ανθρώπινης, ουσιαστικής, αξιοπρέπειας προσπαθούσαν ξεδιάντροπα να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα με διαδοχικές μεγαλοστομίες και φασιστικές υποσχέσεις. Κι όμως, οι κακομοίρηδες οι νησιώτες τους πίστευαν αφού δεν είχαν και κάτι καλύτερο να πράξουν, αφού κάτι η ελλιπής ενημέρωση κάτι το χαμηλό έως ανύπαρκτο μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού καθιστούσαν το περιβάλλον ιδανικό για τους επίδοξους αετονύχηδες εκμεταλλευτές, κρατικούς και μη.


Νέες προσδοκίες, νέα εποχή, παλιά συνταγή

Με το λυκαυγές της απελευθέρωσης οι συνθήκες στην νησιωτική χώρα ήταν δραματικές όχι όμως στο ίδιο βαθμό όσο ήταν στην ηπειρωτική χώρα. Εκεί ο διαφαινόμενος εμφύλιος σπαραγμός είχε δρομολογηθεί και οι ελευθερωτές μας δεν αποδείχθηκαν και τόσο ευγνώμονες απέναντι στην «μικρά πλην έντιμο Ελλάς» η οποία έδωσε τα μέγιστα σε έναν αγώνα τον οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να είχε αποφύγει εάν οι κατά καιρούς ηγέτες του έθνους δεν είχαν τέτοιες ξεδιάντροπες υποτακτικές τάσεις. Την δεκαπενταετία που ακολούθησε, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60, η Νάξος άρχισε να βιώνει κάποιες αλλαγές και να της παρουσιάζονται κάποιες ευκαιρίες οι οποίες θα μπορούσαν να την είχαν καταστήσει από τότε ένα ιδανικό οικονομικό παράδεισο. Η σύσταση του ιδιωτικού Νοσοκομείου του αείμνηστου Γιαννούλη Μανωλά καθώς και κάποιες αμυδρές, δειλές, αλλά καλοδεχούμενες παρεμβάσεις του κρατικού μηχανισμού άρχισαν να στέλνουν μηνύματα αισιοδοξίας στους κατοίκους. Όμως όλα αυτά ήταν ένα παροδικό όνειρο που πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε εφιάλτη.

Έτσι φτάσαμε στην ανατολή της «Τουριστικής Εποχής», μέσα προς τέλη της δεκαετίας του ’60 και κυρίως αρχές της δεκαετίας του ‘70. Το νησιωτικό τοπίο πιάστηκε κυριολεκτικά εξ απήνης και παντελώς απροετοίμαστο για την νέα ευρωπαϊκή μόδα. Ο κυβερνητικός σχεδιασμός ανύπαρκτος. Δεν υπήρχαν καν σκέψεις για την εκπόνηση σχεδίου εκμετάλλευσης του η έστω σχετικής οργάνωσης των διαφωνούμενων επενδυτικών ενδιαφερόντων καθώς και της αμόρφωτης, πλέον φιλόξενου, και ανεκπαίδευτης σχετικά τοπικής νησιωτικής κοινωνίας. Το «φαινόμενο» τούτο έμελλε να εξελιχθεί στο υπ’ αριθμό ένα παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης της οικονομικής άνθισης της χώρας αλλά και ειδικότερα του μαραμένου αμελημένου και ξεχασμένου νησιωτικού χώρου ο οποίος από απλός κομπάρσος εξελίχθηκε στο νούμερο ένα λόγο αναφοράς. Όμως πάλι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως θα έπρεπε. Για μια ακόμη φορά οι «νεοραγιάδες» έκαναν το χρέος τους!

Χρησιμοποιώντας το «Ναξιακό παράδειγμα» ως ενδεικτικό μέσον αναφοράς, αν και σε μερικές νησιωτικές περιοχές, όπως τα Δωδεκάνησα, οι συνθήκες ήταν διαφορετικές για λόγους που δεν προτιθέμεθα να αναλύσουμε εδώ, θα επιχειρήσω να περιγράψω τη διαδρομή της βίαιης μετεξέλιξης ενός παρθένου τοπίου σε ένα οικτρό πολεοδομικό και χωροταξικό έκτρωμα!

Η Ναξιακή αλλά και η ευρύτερη νησιωτική περιοχή ήταν παντελώς εγκαταλελειμμένη από πλευράς υποδομών. Ακόμα και αυτή η ηλεκτροδότηση ήταν ένα όνειρο των δύσμοιρων και ηρωικών κατοίκων που ήρθε πανηγυρικά να εκπληρωθεί μόλις περί τα μέσα της δεκαετίας του ’80 σε όλα τα μήκη και τα πλάτη των Κυκλάδων. Το οδικό δίκτυο ήταν κομμένο και ραμμένο κυρίως στα μέτρα των όνων που ακόμη και στα μέσα της δεκαετίας του ’80 κυριαρχούσαν ως μεταφορικό μέσο για τους κατοίκους των ορεινών περιοχών του νησιού. Όταν οι άρχισαν «ριζικές και ουσιαστικές» οδικές παρεμβάσεις αυτές έγιναν με κυρίαρχο γνώμονα το συμφέρον των ψηφοφόρων του κάθε Δημάρχου και Δημοτικού Συμβούλου με αποτέλεσμα πληθώρα κακοτεχνιών, παντελής έλλειψη ουσιαστικής σχεδίασης κ.α. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα, που θυμάμαι ακόμη, είναι αυτό που συνέβη όταν γινόταν η διάνοιξη του δρόμου Αγίας Άννας – Πλάκας. Οι επιχειρηματίες της Αγίας Άννας είχαν στην κυριολεξία επαναστατήσει και δεν επέτρεπαν τη διάνοιξη του δρόμου με αιτιολογία ότι… φοβόντουσαν ότι τα λεωφορεία δεν θα άφηναν πλέον τους τουρίστες στην Αγία Άννα και θα τους πήγαιναν κάτω στην Πλάκα με αποτέλεσμα την οικονομική παρακμή τους! Έτσι, το αποτέλεσμα είναι αυτό που μπορείτε να θαυμάσετε σήμερα με μία απλή βόλτα, ιδίοις όμμασι, στην εν λόγω περιοχή.

Η έλλειψη στοιχειώδους πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού αλλά και παντελής η έλλειψη ηθικού αναστήματος των διεφθαρμένων αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών οδήγησε σε μία ραγδαία άναρχη δόμηση. Η οικτρή εικόνα των παραθαλάσσιων περιοχών δεν είναι το μόνο θλιβερό παράδειγμα. Ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφετέριες, μπαράκια και ένα σωρό άλλου είδους εμπορικές τουριστικές επιχειρήσεις κτίστηκαν πάνω στο αιγιαλό καταπατώντας και βεβηλώνοντας εισαεί το φυσικό πλούτο και κάλλος του νησιού. Έργα υποδομής όπως η προέκταση του μικρού λιμενοβραχίονα, η κατά πλάτος προέκταση της παραλιακής ζώνης της Χώρας της Νάξου, η δημιουργία της μαρίνας με παράλληλη, επιπλέον, επέκταση του μικρού λιμενοβραχίονα ήρθαν και άλλαξαν άρδην την πρώτη εικόνα του νησιού δυστυχώς όχι προς το καλύτερο. Συνοπτικά και για να μην μακρηγορώ αναφέροντας συστηματικά τον μακρύ κατάλογο ατυχών και άστοχων παρεμβάσεων θα κλείσω την εν λόγω παράγραφος αναφέροντας μόνο τούτο: Κατέβα φίλε και ρίξε μια ματιά στην «Παραγκούπολη» της παραλιακής ζώνης και κατόπιν πήγαινε μια βόλτα και δες τον οικιστικό Αρμαγεδδών τόσο της Χώρας αλλά ιδιαίτερα των περιοχών του Αγίου Προκοπίου, της Αγίας Άννας και πες μου μετά αν έχω δίκιο η όχι!

Ο πρωτογενής και δευτερογενής παραγωγικός τομέας της τοπικής κοινωνίας βάλτωσε στον βούρκο που ονομάστηκε Ευρωπαϊκές Κοινοτικές Επιδοτήσεις. Η γεωργία μετεξελίχθηκε σε ένα κακέκτυπο μείγμα αγροτουριστικών πειραμάτων ενώ η κτηνοτροφία περιορίστηκε δραστικά στην ορεινή Νάξο με μερικές πεδινές εκλάμψεις. Ο ορυκτός πλούτος της ορεινής Νάξου και κυρίως τα κατάλευκα μάρμαρά της υφαρπάχθηκαν στην κυριολεξία αφήνοντας πίσω τους οι αδέξιοι επίδοξοι λατόμοι ένα κρανίου τόπο, έγκλημα το οποίο ακόμη και μέχρι της μέρες μας ακόμη συντελείται. Τέλος, οι αναφορές που μπορούν να γίνουν σχετικά και μόνον με όλα τα εμφανή κακώς κείμενα της βεβιασμένης και βίαιης ανάπτυξης που βίωσε το νησί είναι ένας μακρύς κατάλογος, που δεν είναι άλλωστε και αυτοσκοπός του παρόντος άρθρου. Φανταστείτε να πιάσουμε και τα μη και τόσο εμφανή τι έχει να γίνει, εγκυκλοπαίδεια θα χρειαστεί να συντάξουμε!

Το σήμερα δεν έχει γιατρέψει ακόμη της αμαρτίες του χθες

Φτάσαμε έτσι λοιπόν στο σήμερα και κανείς δεν τολμά να αναζητήσει την ουσιαστική απάντηση στο «Τις Πταίει;» χωρίς να κρύβεται πίσω από ψευτοδικαιολογίες και κουτοπονηριές που εύκολα διατυπώνονται, ακόμη πιο εύκολα πιστεύονται, αλλά εν τέλει το μοναδικό που έχουν προσφέρει είναι μία διαχρονική τροφή για την επόμενη αποτυχία και την επόμενη εθνική συμφορά. Σωτήρες, «Αγγέλους» και «Αγίους» έχουμε δει δεκάδες και εγώ προσωπικά έχω διαβάσει εκατοντάδες σελίδες για ακόμη περισσότερους. Όμως, όλοι μας, ακόμη και ο γραφών επίδοξος νεοέλλην «Σοφός», έχουμε ένα μερδικό στην τεράστια πίττα της Εθνικής, Κρατικής, Τοπικής αποτυχίας μας. Το νέο «Τις στο καλό Πταίει;» πρέπει πλέον να απαντηθεί επιτακτικά και με γνώμονα την ωμή αλήθεια, όσο και αν αυτή δεν αρέρσει στους περισσοτέρους από εμάς να την δούμε κατάματα.

Εμείς, απαντώ εγώ, δίχως περιστροφές και χωρίς κανένα απολύτως ενδοιασμό και δισταγμό. Αποκλειστικά και μόνο ΕΜΕΙΣ !

Η νεοελληνική κοινωνία αποτυπώνει πλήρως την σαθρή και δύσοσμη αποσύνθεσή της σε όλα της τα επίπεδα. Αυτό δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Κουβαλάμε μαζί μας από πολύ παλιά αυτές τις κακές, «ραγιάδικες», συνήθειες. Αποζητούμε μετ’ αγωνίας και μετ’ απελπισίας την ταύτισή μας με τον δυτικό κόσμο, που παρεμπιπτόντως θεωρούμε και δικό μας επίτευγμα, αλλά τα δείγματα γραφής μας είναι άκρως ανατολίτικου περιεχομένου και ουσίας. Σαν ξεσαλωμένοι «πιερότοι» φορούμε καθημερινώς τη δυτικού τύπου στολή μας και ξαμολιόμαστε στις παραλίες και στις καφετέριες όπου επιδεικνύουμε τον ασύστολο δανεικό και καταχρεωμένο «πλούτο» μας, ο οποίος, χάρη στο φτωχό μυαλό μας, έχει να κάνει με τις νέες μας αγορές! Το ipod, η το iphone, το νεοκυκλοφορηθέν ipad, κάποιο Laptop τελευταίο μοντέλο, οι νέοι διαδικτυακοί μας φίλοι στο Facebook, η καινούργια μας Mercedes, που πέραν του ότι είναι καταχρεωμένη για μια ζωή δεν έχουμε ούτε βενζίνη να της βάλουμε, και άλλα παρόμοια δυτικά «επιτεύγματα» και κοινωνικά «κληροδοτήματα». Έτσι επόμενο ήταν κάποτε να φτάσουμε στο τελικό και αναμενόμενο «Διά ταύτα:» που όλοι μας περιμέναμε και σε όλους μας, εν τέλει, έκανε τόση μεγάλη έκπληξη!

Χρεωκοπία, ολοκληρωτική – αν και εμείς του έχουμε κολλήσει μια πιο όμορφη ταμπελίτσα που λέγεται «Μηχανισμός Στήριξης» - οικονομική μα πάνω απ’ όλα κοινωνική. Η ζωοποιός διαφορά είναι ότι τα δυσάρεστα αποτελέσματα της πρώτης είναι άμεσα και εμφανή ενώ της δεύτερης θα αργήσουν λίγο να φανούν καθότι το «πτώμα» που λέγεται «Σύγχρονη Ελλάς» θα πρέπει να βρωμίσει πρώτα! Εδώ πάλι οι απόψεις κάποιων διίστανται. Μερικοί φοβούνται ότι η κοινωνική μας κρίση έρχεται ενώ κάποιοι άλλοι, μεταξύ αυτών και εγώ, επιχειρηματολογούν ότι η κοινωνική εκπόρνευση μας έχει συμβεί εδώ και κάμποσα χρόνια αλλά η λάσπη που κατά κουβάδες έχουμε στα μάτια δεν μας έχει αφήσει να δούμε καθαρά αυτή τη νοσηρή κατάσταση.

Τοπικά, σε Ναξιακό περιβάλλον δεν διαφέρουμε και πολύ από τις υπόλοιπες τοπικές κοινωνίες του ευρύτερού ελληνικού χώρου. Όμως, διαφέρουμε κατά πολύ από τις αντίστοιχες κοινωνίες του ευρύτερου κυκλαδίτικου τοπίου. Νομίζω πως αν παίρναμε τους κατοίκους της Πάρου η της Μυκόνου και τους φέρναμε στη Νάξο η εικόνα του νησιού μας θα ήταν, τουλάχιστον, ανεκτικότερη του παρόντος, χωρίς να θέλω να παρασημοφορήσω τους εν λόγω κατοίκους για τα υπόλοιπα εν γένει κατορθώματα τους, καθώς και αυτοί είναι βαριά ασθενής από την «εκ Ελλήνων μιαρής Νόσου». Αλλά, τι είναι αυτό που διαφοροποιεί τόσο πολύ την τοπική κοινωνία των κατοίκων της Νάξου, στήνωντας στο τοίχο ένα ολάκερο νησί, σε σχέση με τις υπόλοιπες νησιωτικές και, ιδιαίτερα, τις κυκλαδίτικες κοινωνίες. Θα απαντήσω ωμά και όσο το δυνατόν πιο απλά και κατανοητά: Αρρωστημένα προσωπικά οικονομικά συμφέροντα, που δεν έχουν τον στοιχειώδη ενδοιασμό μπροστά στο ιδίο όφελος να αφήσουν πίσω τους στάχτη και μπούρμπερη όλο το πανέμορφο, κατά τ’ άλλα, νησί!

Η προάσπιση του προσωπικού, και μόνον, συμφέροντος ,ανεξάρτητα με τις όποιες επιπτώσεις θα μπορούσε να έχει αυτό στα υπόλοιπα μέλη τις νησιωτικής κοινωνίας μας, έχει οδηγήσει το νησί να σέρνεται πίσω από τις εξελίξεις και τους κατοίκους τους να επαιτούν για αυτονόητα και αυτοδίκαια πράγματα. Δεκάδες, κατ’ ελάχιστον, χαμένες ευκαιρίες που θα μπορούσαν να έχουν αλλάξει την όλη εικόνα του και να είχαν μετατρέψει τη θλιβερή σημερινή εικόνα του χάθηκαν όλες, σχεδόν, θυσιασμένες στο βωμό του προσωπικού συμφέροντος. Από πού να ξεκινήσει κανείς και που να τελειώσει! Λιμάνι, Αεροδρόμιο, Εργοστάσιο Σμύριδας, Περιφερειακός Νήσου, Φράγμα Παρατρέχου κ.α. Ευκαιρίες που πέρασαν και πάνε. Για πόσο θα επανερχόμαστε πίσω και πάλι πίσω στο ερώτημά, «Τις στο καλό Πταίει;». Δεν θα πάψω να ρωτώ, δεν θα πάψω να αναζητώ μια στοιχειώδη απάντηση που θα μας κάνει τουλάχιστον να αναθαρρήσουμε λίγο βρε αδελφέ καθώς: «κάτι θα είναι και αυτό, μια αρχή, ένα φως στην άκρη του σκοτεινού τούνελ που έχουμε περιέλθει!» Ένας ανακουφιστικός αναστεναγμός έστω του τύπου: «Τώρα ξέρω και επιπλέον γνωρίζω πώς να αντιδράσω!». Πάντως η απάντηση είναι τόσο απλή και τόσο εύκολη!

Εμείς φταίμε! Γιατί στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές σαν «καλά παιδάκια» που είμαστε θα σουρθούμε πίσω από τα μικροσυμφέροντα μας και θα θάψουμε για μια ακόμη φορά το μέλλον του νησιού μας σταυρώνοντας και οδηγώντας στο Δημαρχιακό Θώκο ανάξιους και άσχετους ανθρώπους.

Εμείς φταίμε! Επειδή θέτουμε το προσωπικό μας συμφέρον υπεράνω του συνολικού απλά και μόνο για να καλύψουμε μια μικροπονηριά, μια μικροαπατεωνιά, ένα μικροβόλεμα, ένα ψευτορουσφετάκι και πάει λέγοντας. Έτσι διαιωνίζουμε την παρανομία και σφυρηλατούμε την αδικία αφού κανείς μας δεν τολμάει να μιλήσει, να αντιδράσει, όταν το δίκιο τον πνίγει, αφού όλοι έχουμε τις παρανομίες μας, τα αμαρτήματά μας που δεν μας επιτρέπουν να αντιδράσουμε. Ανταλλάσουμε έτσι τη θέση του δημόσιου κατήγορου με αυτή του κατηγορούμενου.

Εμείς φταίμε! Επειδή έχουμε φτάσει στο απίθανο σημείο ηθικής φθοράς και κοινωνικής διαφθοράς που θεωρούμε φυσιολογικές κάποιες ανεκδιήγητες συμπεριφορές που σε οποιοδήποτε άλλο σημείο θα ήταν αντικείμενο κοινωνικού χλευασμού και περιθωριοποίησης των συντελεστών τους. Για παράδειγμα, που αλλού στον κόσμο θα σε έκλεβαν τόσο εμφανώς και πρόστυχα όσο μερικοί επαγγελματίες οδηγοί της Νάξου και ουδείς δεν θα αντιδρούσε! Έτσι, κλείνουμε την πόρτα πίσω μας και λέμε και ευχαριστώ στους γνωστούς, αγνώστους λήσταρχους συμπολίτες μας!

Εμείς φταίμε! Έχουμε αναδείξει τόσους και τόσους ναξιακής καταγωγής έλληνες πολιτικούς – μέχρι και πρωθυπουργό έχουμε την τιμή να κατάγεται από το νησί μας, ο αείμνηστος Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, αν και τα έργα της περιόδου της πρωθυπουργίας του καλόν θα ήταν να μην τα θυμόμαστε καλύτερα - και κανείς απ’ αυτούς δεν έπραξε τα ηθικά δέοντα για να ικανοποιήσει έστω μερικώς το περί δικαίου αίσθημα των εκλογέων του που στη συντριπτική πλειοψηφία τους είναι αμιγώς Ναξιακής προέλευσης. Εν αντιθέσει όμως, εμείς σερνόμαστε πίσω από διάφορες ποταπές πολιτικές προσωπικότητες, που κάτω από άλλες περιπτώσεις δεν θα καταδεχόμασταν ούτε καλημέρα να τους πούμε, ικετεύοντας και όχι απαιτώντας για τα ευκόλως εννοούμενα.

Εμείς φταίμε! Γιατί το τοπικιστικό αίσθημα στη Νάξο μας είναι ένα σπάνιας έκτασης φαινόμενο που χαίρει βαθιάς και επισταμένης επιστημονικής έρευνας. Οι Χωραΐτες ενεργούν αποκλειστικά και μόνο για τη πρόοδο, και μόνο, της πόλης της Νάξου, οι Φιλοτίτες για το Φιλότι, οι Κορωνιδιάτες για την Κόρωνο, οι Απεραθίτες για τ’ Απεράθου και πάει λέγοντας. Όλοι μας αμελούμε όμως το σπουδαιότερο! Είμαστε επιβάτες στο ίδιο πλοίο και όλοι πρέπει να εργαστούμε έτσι ώστε να φτάσουμε γρήγορα και με ασφάλεια στον προορισμό μας. Αν βουλιάξει το σκάφος μας θα πνιγούμε όλοι, αν και στο νησί υπάρχουν δεκάδες φελλοί και όλο και κάποιος τελικά θα επιπλεύσει και στο τέλος θα σωθεί!

Εμείς φταίμε! Χρόνια τώρα βλέπουμε τους ίδιους και τους ίδιους ανθρώπους που ασχολούνται με τα κοινά του νησιού να πλουτίζουν στην πλάτη μας, να καταστρέφουν το μέλλον μας και το μέλλον των παιδιών μας και παρόλα αυτά εμείς εξακολουθούμε να τους ανεχόμαστε, να τους χαιρετούμε κάνοντας και τις ανάλογες δουλικές υποκλίσεις και το χυδαιότερο να τους ξαναεκλέγουμε στις επόμενες εκλογές! Πήξαμε στους προέδρους, αντιπροέδρους, γραμματείς και «φαρισαίους», αγράμματους κομματάρχες και εξέχοντες πολιτικούς ακόλουθους που έδεσαν το άρμα της ανάπτυξης του νησιού πάνω στο άρμα της δικής τους «εισοδηματικής και περιουσιακής ανάπτυξης». Τα σωματεία και οι σύλλογοι έχουν ξεφυτρώσει κατά δεκάδες και τα περισσότερα εξ αυτών είναι εντελώς παρασιτικά και άνευ αντικειμένου. Αν κατέβεις κάποιο τυχαίο βραδάκι στην παραλιακή ζώνη της Χώρας της Νάξου και ρίξεις μακριά «τον οβολό σου» όλο και κάποιο κεφάλι προέδρου, η Γιάννη, θα πετύχεις!

Εμείς, εξ’ ολοκλήρου και μόνο φταίμε, εν τέλει! Γιατί απλά η σημερινή και διαχρονικά κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική παρακμή μας έχει τις ρίζες της στο δικό μας ηθικό ευτελισμό που κατρακυλά ταχύτατα σε απύθμενα Τάρταρα, απ’ τα οποία μονάχα μία νέα εθνική συμφορά θα μπορέσει να μας σώσει!

Θα μπορούσα να αναφέρω ακόμη δεκάδες αιτίες που να δικαιολογούν την άποψή μου ότι για όλα φταίει ο Ναξιακός λαός, όμως δεν θα είχε περαιτέρω νόημα. Αυτοί που είναι υποψιασμένοι και βλέπουν με καθάριο βλέμμα την κατάσταση και απλά ρίχνουν και κάποιο έστω απρόσεκτο βλέμμα τριγύρω τους θα καταλάβουν αν έχω δίκιο η όχι. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή απ’ ό,τι μπορούν να περιγράψουν, εν δυνάμει, μερικές άψυχες κόλλες χαρτί, στολισμένες με όμορφα και ηχηρά επίθετα. Όμως, δεν πάει άλλο.

Χάσαμε πάρα πολλά χρόνια εν αναμονή της πραγματοποίησης των παραμυθένιων οραμάτων που μας έταξαν. Εμείς όμως, θαρρώ, πως είμαστε πλέον μεγάλα παιδάκια και στα παραμυθάκια της γιαγιάκας πλέον δεν πολυπιστεύουμε. Ήρθε η ώρα να πάρουμε την τύχη του νησιού στα χέρια μας, και αυτό που λέω… το εννοώ!

Πρέπει να δράσουμε άμεσα και πρώτα απ’ όλα επιβάλλεται την επανάστασή μας αυτή να την ξεκινήσουμε αναθεωρώντας ριζικά την ίδια τη παλαιολιθική νοοτροπία μας και την εν γένη ανατολίτικη προσωπικότητά μας.

  • Να σφυρηλατήσουμε μέσα μας την ιδέα της υπακοής στη νομιμότητα, με οποιοδήποτε κόστος, και τότε ως εκ του θαύματος θα αισθανθούμε άμεσα τόσο δυνατοί και ανάλαφροι αποβάλλοντας τα χρόνια τούτα ηθικά βαρίδια!
  • Να περιθωριοποιήσουμε όλους αυτούς που έβλαψαν το κοινό καλό με τη συμπεριφορά τους αλλά και με την κοντόφθαλμη προνοητικότητα τους, που μόνο αθέλητη και τυχαία δεν ήταν.
  • Να επιλέξουμε ανθρώπους ικανούς και τίμιους και να τους στηρίξουμε ουσιαστικά και με έργο, όχι μονάχα με πομπώδη ξερά ανούσια λόγια, στο δύσκολο έργο τους που δεν θα είναι άλλο από την επαναφορά του νησιού μας, επιτέλους, στο σωστό δρόμο που οδηγεί στην ανάπτυξη και την ευμάρεια, που είναι και το ζητούμενο, του συνόλου του πληθυσμού του.
  • Η χώρα μας έχει ανάγκη τώρα, όσο ποτέ άλλοτε, ουσιαστικά δείγματα αλληλεγγύης, αλληλοσυνεννόησης και αλληλοσεβασμού. Δεν πρόκειται να αναλυθώ σε προγραμματιστικές δηλώσεις του τύπου: το λιμάνι να γίνει εδώ και όχι εκεί, να φτιάξουμε εδώ το δικαστικό μέγαρο και όχι εκεί, να πλακοστρώσουμε αυτό το πεζοδρόμιο και να επεκτείνουμε το τάδε. Αν μπω σε αυτή τη διαδικασία τότε το παιχνίδι το έχω χάσει, όχι με τους αναγνώστες μου αλλά με τον ίδιο μου τον εαυτό!
Τα λάθη του παρελθόντος θα πρέπει να είναι αντικείμενα ιστορικής μελέτης και θλιβερά δείγματα προς αποφυγήν αντιγραφής και επανάληψης. Δεν έχουν ωφελήσει καμία κοινωνία παρατεταμένα λαϊκά δικαστήρια όπως αυτά που βιώνουμε τελευταία. Στο έγκλημα αυτό που συντελέστηκε εις βάρος του ελληνισμού μερδικό έχουμε όλοι και όχι μονάχα οι σημερινές και εν ζωή γενεές. Η σκούφια του αλληλοσπαραγμού κρατάει από πολύ παλιά και το φάρμακο της Ελλάδος δεν είναι άλλο από την άμιλλα και την ομόνοια.

«Εν δικαίω» πρέπει να πράττουμε και μονάχα έτσι θα προσανατολιστούμε σωστά. Το δρόμο μας θα τον ξαναβρούμε, το στοίχημα θα είναι όμως να μην τον ξαναχάσουμε. Όλες οι εθνικές κοινωνίες σπαράζονται, κατά καιρούς, από αλληλοσπαραγμούς, παρακμάζουσες καταστάσεις, κρίσεις ταυτότητος, ύπαρξης και κυρίως πολιτισμικού και οικονομικού εκφυλισμού. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι αυτό. Αργά η γρήγορα θα επανέλθουμε. Το έχουμε ξαναπάθει πολλές φορές και δυστυχώς μυαλό δεν βάλαμε. Δεν πρέπει όμως ξαναγυρίσουμε ποτέ άλλοτε εδώ. Πρέπει κάποτε να διδαχθούμε από τα μύρια τόσα ιστορικά λάθη μας.

Η επιτυχία μας θα είναι όχι να επανέλθουμε στον πολιτισμικό «θρόνο», που άλλοτε δίκαια και ορθά κρατούσαμε, αλλά να έχουμε ιστορική συνέχεια σαν πόλη, σαν νησί, σαν κράτος και, κυρίως, σαν έθνος. Οι αμιγώς καθαρές και συμπαγείς εθνικές κοινωνίες, όπως εν προκειμένω η ελληνική, βρίσκονται εν πολιτισμικό διωγμό κάτω από το πέπλο της τεχνολογικής προόδου που συγκαλύπτει επιτυχώς το δράκοντα της παγκοσμιοποίησης και της ισοπέδωσης των ιδιαιτεροτήτων του κάθε έθνους. Ο Ελληνισμός δεν θα βγει αναίμακτος από αυτή την άνευ προηγουμένου ιδιόμορφη σύγκρουση. Θα βγει όμως σίγουρα νικητής, γιατί οι ηθικές βάσεις του, όσο και αν έχουν διαχρονικά φθαρεί, είναι πολύ πιο στέρεες από τον διωκτών του. Ευτυχώς, άλλοι έπλασαν για εμάς τόσο άυλο πλούτο που όσον και αν ξοδέψουμε δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ. Το στοίχημά μας, το στοίχημά μου; Να κληροδοτήσουμε και εμείς κάτι στα παιδιά μας. Εκείνοι μας άφησαν έναν Παρθενώνα, την Δημοκρατία, τη Φιλοσοφία, έθεσαν τις ρίζες της σύγχρονης επιστήμης στην πιο γόνιμη γη που θα μπορούσε να υπάρξει!

Εμείς οι σύγχρονοι νεοέλληνες ανάξιοι Νάξιοι, οι τόσο πλαδαροί στο σώμα και στο νου τι θα αφήσουμε κληρονομιά στους απογόνους μας! Δεν πρέπει να θαμπωνόμαστε από γυαλιστερές, φανταχτερές, ψεύτικες και τόσο σαθρές μοντέρνες οικονομικές αυτοκρατορίες. Άλλωστε ιστορικά έχει αποδειχθεί πως, διαχρονικά, οι αυτοκρατορίες όσο δύσκολα κτίζονται τόσο εύκολα αλώνονται!


Αρκουλής Γιάννης

"Πολιτικός και Ιστορικός Αλχημιστής"
 
Να κόψουμε να είμαστε τόσο ευκολόπιστη.
Hoanis Arkoulis Web Developer

Morbi aliquam fringilla nisl. Pellentesque eleifend condimentum tellus, vel vulputate tortor malesuada sit amet. Aliquam vel vestibulum metus. Aenean ut mi aucto.