Λόγου Πανάκεια [Ποίηση]




Λόγος Ανάξιου Θεού 


Δύσκολος που είναι ο λόγος,
σαφής, μα ακόμα άγουρος,
ασαφής, μα τόσο ξεροψημένος.
Σα θέλει ξεγελάει ανθρώπους,
μα και ζώα αγαθά,
που ευτυχώς για αυτά λόγο δε κατέχουν,
βλογημένα, τόσο τυχερά,
όπλο τούτο τόσο φθονερό,
ζοφερό και τρομερό μαζί,
ανίερη κοινωνία,
στου πανούργου ρήτορα τη μήτρα.

Σκέφτεσαι και συ μικρέ αγαθέ, θνητέ θεέ,
πως θα γίνει, αναζητάς,
να το αποκτήσεις θες
το όπλο τούτο το ακριβό,
δε γίνεται, δε μπορείς
είναι θέλημα θεού και πονηρού, μαζί,
με αυτό θα γεννηθείς,
με αυτό θα ανατραφείς,
με αυτό θα αγωνιστείς,
χάρις σ’ αυτό θα σβήσεις,
μη ρωτάς γιατί,
ποτέ δε θα το μάθεις.

Μη χαίρεσαι για αυτούς,
κατάρα κουβαλούν
για ευχή τη νομίζουν,
πολέμους κάνουν,
μα άλλοι πολεμούν για αυτούς,
σκοτώνουν, χωρίς αίμα ποτέ να δουν,
κλαίνε μου λένε,
μα κροκοδείλια τα δάκρια τους.

Πονάει ο λόγος μου,
κλαίει η λαλιά μου,
πραγματικό μνήμα η ψυχή μου,
όχι για αυτούς τους καταδικασμένους ,
μα για σένα νέε μου,
και λιγότερο για ‘με,
κοιτώ γύρω μου ξεθαρρεμένος,
η αμάθεια πλέον τυφλώνει,
σκότος τόσο εκτυφλωτικό,
άγνοια θεόρατα πηχτή,
μικρέ θνητέ θεέ αυτό πως το κατάφερες,
την αρχή γύρισες στο τέλος,
πάλι, ξανά και ξανά, πόσο θρήνος,
μέχρι το δίκιο να γραφτεί,
ως είναι, και όχι ως το θέν οι λίγοι,
ο νόμος νόμο πότε θα τηρήσει
ο άδικος δίκαια πότε θα τιμωρείται,
ευχή τόσο σύντομη,
μα τόσο δύσκολη,
τόσο ακατόρθωτη.

Μην θαρρείς πως είμαι ‘γω ο αγαθός
τα κρίματά μου, μαύρη τρύπα στα στήθη μου
τα έχω όπως όλοι, σε τούτη εδώ τη στρογγυλή,
αγνός ούτε ο θεός,
αν υπάρχει δεν ζει εδώ,
τυφλό τον φαντάζομαι,
κουφός, θαρρώ, πρέπει να είναι,
δεν ξέρει, δυστυχώς, ούτε να τιμωρεί,
ούτε να αγαπά,
ούτε να ξεχωρίζει,
μα ούτε τι δημιουργεί.

Κοίτα απλά τριγύρω σου,
πες μου, φώναξέ μου,
δίκιο έχω η άδικο,
δίκιο έχω που τα ξέρω, και τα λέω,
άδικο έχω,
που μόνον τα ξέρω,
και μόνον τα λέω,
τίποτα δεν κάνω,
τούτος είν’ ο μεγαλειώδης πόνος.

Ούτε τραγούδι δεν ξέρω να γράφω,
ούτε σωστά λόγο να αρθρώσω,
ούτε πως κλαίνε ξέρω,
και ας προσπαθώ,
ούτε θεός είμαι,
και ας με νομίζουν άλλοι,
ανέξοδα, θεϊκή χάρη μου χαρίζουν,
κοιτάω πίσω μου,
βάρβαρος ολόιδιος,
που των βαρβάρων οι ορδές τον κυνηγούν,
γιατί ειλικρινά δεν ξέρω,
συνένοχος θαρρούν πως είμαι,
στο έγκλημά τους, το αποτρόπαιο,
μα τίποτα δεν έχω κάνει,
απλά, μόνο άνθρωπος γεννήθηκα.

Λυπούμε τόσο,
κανείς σας καθόλου δεν λυπάται,
όνειρα, δεν ξέρετε να κάνετε,
και ούτε ‘γω θέλετε να κάνω,
γιατί, μου απαντάται;
σκοτεινό το θέλετε το νου μου,
για να φυτρώνει ότι εσείς σπέρνετε,
μονάχα πόλεμο και τρόμο.

Σταμάτα κάτω να κοιτάς,
κοίτα ψηλά στον ουρανό,
εκεί είναι το φως,
και το αιώνιο κατάφωτο σκοτάδι,
το μόνο αληθινό, πορφυρωμένο,
από εκεί όλα έρχονται, και καταλήγουν,
το λόγο πλέον θα μάθω,
θα δεις, θα τον ζεύσω,
όνειρα μόνος μου θα κάνω,
κρίνω πλέον, το όμορφο ως όμορφο,
το σκοτάδι ως σκοτάδι,
το ίσιο ως ίσιο,
την αλήθεια ως αλήθεια,
τον άνθρωπο ως άνθρωπο,
ότι μου μάθατε θα το ξεχάσω,
μου όπλισε το νου η γνώση,
σε λίγο εγώ θα σας κυνηγώ,
έτσι θα ‘πρεπε από την αρχή να κάνω,
θεός δεν υπάρχει,
για να σας τιμωρήσει,
εγώ τώρα έχω, πλέον, δύναμη,
γνώση ζεστή, αρκετή,
θα πλάσω έναν, δικό μου,
όχι με πηλό, ως ξέρεις,
ως θες να νομίζεις,
μα με φωτιά, σίδερο,
σφυρύλατισμένο στον αδικημένων το αθάνατο αμόνι,
τούτος θα ‘ναι ο θεός,
τούτος πρέπει να είναι,
χειροπιαστός, δίκαιος,
όχι δικαστής,
κουράστηκα και με δαύτους,
αλλά τιμωρός, στυγνός.

Εμάς τους ανθρώπους, κρίμα,
μας νομίζεις όλους τέτοιους ,
θωρούμε, εθελοτυφλούμε,
πως ο κόσμος λέει τούτος,
πλάστηκε για μας,
μα και για σένα,
βασιλιά των ζώων,
ζώο μου εσύ, ευφυές δίποδο,
που ούτε να βρυχάσαι δεν ξέρεις,
παρά μόνο να χλευάζεις,
τον πόνο των άλλων, των ανίσχυρων,
δεν σου αξίζει ο παράδεισος αυτός,
φάε επιτέλους το μήλο σου και σήκω φύγε,
άσ’ τον, τούτος κληρονομία είν’ άλλων,
στα ζώα ανήκει,
η κόλαση σου,
θα ‘ναι η μοναξιά σου.

Νέα εποχή μόνος μου θα ‘ρχίσω,
χωρίς τάξη,
τούτη τη παλιά θέλω,
αρχαία, ανέγγιχτη,
χωρίς χρώμα χακί,
χωρίς μπρούτζο, σίδερο κι ατσάλι,
μονάχα με γάλα και μέλι,
μονάχα με θάλασσα και αλμύρα,
μονάχα με αέρα και ουρανό γαλάζιο,
μονάχα με όνειρα ταπεινά, μωρουδιακά,
τούτους θα στέψω βασιλείς μου,
τους νεογνούς σοφούς,
άλλους γηραιούς δε θέλω,
τους χόρτασα κι αυτούς.

Στην αγκαλιά μου άρωμα κρατώ,
στη δεξιά το ήλιο,
εκείνον, της δικαιοσύνης, το νοητό,
στην αριστερή φωλιάζει χελιδόνι,
που άνοιξη ποτέ του δε συνάντησε,
μονάχα χειμώνα, και βασιλιά δίκαιο,
κι ας είναι χρυσοστολισμένος,
τα πλούτη του τα μοίρασε,
κράτησε μονάχα δώρο θεϊκό, πικρόγλυκο,
την αδαμάντινη καρδιά του.

Πήρε το χελιδόνι τη καρδιά,
και στόλισε τον ήλιο το νοητό,
και αυτός γέμισε κόκκαλα αντρειωμένων,
βαμμένα με κόκκινη μπογιά,
σα δώρα πασχαλιάτικα,
ήταν όμως λευτεριά,
που δε βρήκε ακόμη τη γη την ιερή,
για να θαφτεί τιμημένη.

Αρώματα και κρίνα,
κρατά το χελιδόνι,
και τον ήλιο αγναντεύει,
δε θέλει ποτέ να δύση,
γιατί το κρίνο θα μαραθεί,
και το άρωμα θα ξεθυμάνει,
ο χρόνος του θα λήξει,
και η άνοιξη θα ξημερώσει,
και πίσω ο άνθρωπος θα έλθει,
και το βασιλιά του θα ξεντύσει,
και στην πυρά, άκαρδα, θα ρίξει,
μα όσο αυτή κι αν καίει,
η καρδιά του ποτέ δε θα ζεσταθεί,
ποτέ δε θα μελώσει,
το καμίνι του πονηρού το ψύχος της θα σβήσει,
τόσο κακορίζικο είναι το μελλούμενό της,
τόσο δίκαιη είν’ η τιμωρία της.

Όπλο άλλο δυστυχώς δεν έχω,
απ’ έρωτα στέρεψα,
μα κι απ’ αγάπη,
μονάχα στοίχους τρυφερούς, ρομαντικούς,
θεριά τούτοι άλλης εποχής,
καιρών ηρώων και τεράτων,
τόσο νοσταλγημένων,
πολεμούσες ότι έβλεπες,
μισούσες ότι κοιτούσες,
με αυτά θα σε πολεμήσω,
με γαρδένιες και λουλούδια,
με κήπους και βασιλικούς,
με μάραθο μυρωμένο και μύρο,
απ’ εκείνο το λίγο,
που περίσσεψε απ’ το Χριστό.

Του Ομήρου απόγονος εγώ,
του Ησίοδου παραπαίδι,
και του Αισχύλου κοινωνός,
του Ελύτη νοσταλγός,
και του Μίκη συμπολεμιστής,
νοερός, δεν ρωτάω τι θα κάνω,
θα φυτέψω νέους κρίνους,
πορφυρούς τώρα μυρωδάτους,
και γαρδένιες και ζουμπούλια,
θα τα βαγιοκλαδίζω, ολημερίς,
με δάκρυ κάθε πρωί θα τις ποτίζω,
τι γειτονιά θα μοσχομυρίσω,
οδηγός μου τούτος, φωτεινός,
και τα έτσι άγρια θα ημερέψω,
μαγεμένα θα τα αποκοιμίσω.

Άξιος κανένας δεν εστί,
ήρωας κανένας δεν γεννήθηκε,
όλοι ζεμάτισαν την ψυχή τους,
με πυρωμένο απ’ της λύρας το δοξάρι,
έτσι θέλω και ‘γω,
βασιλιά μου σε περιφρωνό,
άνθρωπος, πολύποδας θα μείνω,
και για αυτό θα αγωνιστώ,
κοίταμε στα μάτια, αλήθεια λέω,
θυσία άλλη, πλέον, δεν κάνω.

Τελειώνω εδώ πριν καν αρχίσω,
δε θα πάψω όμως να γράφω,
δε θα πάψω όμως να τραγουδώ,
ποιήματα και στοίχους αιώνια θα γράφω,
έτσι με γέννησε ο Αθάνατος,
έτσι με ‘πλασε η Φύση,
έτσι το ζήτα θα ξηλώσω,
και ον επιτέλους θα γεννώ,
με γνώση για πλούτο, και οδηγό,
τους εχθρούς, του κόσμου τούτου,
στη θάλασσα θα πνίξω,
με φωτιά θα κάψω,
και με μουσική και λύρα κρητικιά,
το Θεό θα τον δικάσω,
με ότι όνειρο μου ‘χει απομείνει,
σε ερειπωμένο καπηλειό,
το σταυρό θα του ξαναφορτώσω,
και πίσω στο γέρο πατέρα του,
αποτυχημένο,
θα τον ‘ναι στείλω,
δίχως φτερά,
δίχως σύννεφα,
με απαρηγόρητη αγάπη στολισμένο,
έτσι απλά, και λαμπερά!


Λόγος Άξιος, του Ηθικού

Άκουσα βουή,
κραυγή ολόιδια,
του σύννεφου λυγμός,
άκουσα κλάμα γοερό,
σεισμός πανώριος,
της βροντής ο σπαραγμός,
γενεσιουργία,
άλλην πάλι δεν αντέχω,
χόρτασα θεέ μου με τούτη,
κοιτώ πλάι μου χαρμόσυνο το μήνυμα,
μα τίποτα δεν είδα,
να το νιώσει, να το γευτεί,
να το διαβάσει!

Κίνησε ο νους μου πίσω, νοερά,
δίπλα στην αλήθεια,
κάθισε το ψέμα,
δίπλα στην πραγματικότητα,
φύτρωσε η φαντασία,
δίπλα στο φως,
το σκότος,
δίπλα στο ξένο,
το οικείο,
δίπλα στον Θεό,
ο πονηρός,
δίπλα στον πονηρό,
ο Άνθρωπος,
δίπλα στον Άνθρωπο,
η καταστροφή,
δίπλα στην καταστροφή,
το απρόσωπο Χάος.

Στάθηκα δίπλα στη Λογική,
αισθάνθηκα μονάχος,
πρωτότοκος και θεϊκός,
μα ουραγός και ανθρώπινος,
νοητά τέλειος,
μα κατ’ ουσίαν τόσο ατελής,
μωρός, αγαθός, ευγενικός,
θεσπέσιο δημιούργημα,
αλάθητου Αθανάτου,
σκεπασμένη γαλάζια φλόγα με νερό,
μα αδημονεί να σβήσει,
γιατί την τρέφει η αδικία,
μείγμα εκρηκτικό,
σαν τα καυσόξυλα του Άδη.

Εχθροί της Λογικής,
εχθροί των χρωμάτων,
εχθροί της μουσικής,
εχθροί του όμορφου,
εχθροί της νιότης και των νεογνών,
εχθροί της μήτρας,
ορκισμένοι εχθροί του όμορφου,
περιπλανώμενοι πλανεμένοι και δημαγωγοί
ο χρόνος σας τελείωσε,
εχθροί του κόσμου,
εχθροί της Φύσης,
εχθροί του δίποδου κυρίαρχου!

Κινώ του νου τις νότες,
παιανίζω άγνωστους σκοπούς
κανείς, κρίμα, δεν τους βλέπει,
μόνο εγώ, αν και τυφλός,
κινώ της ψυχής μου τα πινέλα,
ζωγραφίζω πρωτόγνωρους ρυθμούς,
ουδείς, κρίμα, δεν τους ακούει,
μόνο εγώ, αν και κουφός,
σκέφτομαι,
αμαρτία ανήθικη,
του νέου που σαπίζει δίπλα στο ωραίο,
σκέφτομαι,
αν και με πολεμούν,
δαίμονες ξανθοί με κατάμαυρα κουστούμια,
σκέφτομαι,
το ξέρω πως δεν πρέπει,
βάπτισμα η σκέψη τούτη,
στην κοινωνία των αχόρταγων.

Το τέλος του ονείδους τούτου θέτω εδώ,
έστω και μονάχος,
αγέρωχος,
εγώ θα προχωρήσω,
περήφανος,
μπροστά μου, το βλέπω,
δρόμος δεν υπάρχει,
ξέρω όμως δρόμο πως να ανοίξω,
μπροστά μου φώς δεν βλέπω,
φώς όμως εγώ θα ανάψω,
μπροστά μου φυσά παγερή πνοή,
του ασπρομάλλη Χειμώνα η ανάσα,
το κρύο αιώνια πλέον κατοικεί,
στην ψυχή των ανήθικων βλαστών,
η Άνοιξη και η καλοκαιρία αδημονεί,
στα στήθια μου γαντζωμένη,
από γεννησιμιού μου μαζί την κουβαλώ,
ποτέ τούτο το βάρος δεν θα αφήσω,
μπροστά μου ζυμώνουν όλοι τους,
πόνο, αίμα, και καταστροφή,
με τόση περίσσια ευτυχία,
της νεόπλαστης ηθικής οι πατεράδες,
τέκνα τους αμόρφωτα,
πλαδαρά παιδιά,
στολισμένα με παλάτια,
άχρηστα, καρφιτσωμένα κουκλάκια,
σε σαπισμένο θέατρο.

Την αγάπη και την ευτυχία ζυμώνω,
όσο και αν δεν νιώθεις,
της ψυχής μου το σπαραγμό,
όσο και αν δεν κοινωνείς,
της καρδιάς μου το λαχταριστό το μέλι,
όσο και αν με τα μάτια σου δεν πλάθεις
ξύπνια όνειρα για καταπράσινα λιβάδια,
όσο κι αν με το νου σου μορφώνεις,
σκέψεις σκοτεινές,
τόσο καθημερινά πιο άνθρωπος θα γίνεσαι,
δίποδε, εχθρέ της ηθικής,
δίποδε, βέβηλε της τιμής,
δίποδε, καταστροφέα της αρετής,
δίποδε, τιμητή του ανθρώπου,
παρ’ τον μαζί σου και φύγε,
της σκοτεινής ψυχής σου πανώριο τούτο δώρο.

Κλείδωσες το ήθος σε ανήλιαγη φυλακή,
φοβάσαι την τιμωρία του,
έσφαξες με πένα το αληθινό,
και το ονόμασες θρησκεία,
πλήγωσες τέκνα άγουρα, αμάλλιαγα,
και το ονόμασες παιδεία,
τι είσαι εσύ τελικά,
γελωτοποιέ του Θείου,
λάθος ποινή στης Φύσης το στήθος,
μα η μάνα σου είναι αυτή,
και θα σε ανέχεται αιώνια,
έστω και αν κάποτε σε θανατώσει.

Ποιώ,
όπλα μου λέξεις γεμάτες νοήματα,
ποιώ,
άλλο όπλο πλέον δεν έχω,
ποιώ,
ζωγραφίζω κόσμους, νέους, νοητούς,
ποιώ,
τραγουδώ, σιωπηλά δίχως όργανα και σκοπό,
ποιώ,
ευλογώ, του νου μου του το κατάλοιπο,
ποιώ,
όσο ακόμα μπορώ να αντιδρώ,
ποιώ,
αντίδοτο στις κοινωνίας μας την κατρακύλα,
ποιώ,
ηθική και αξίες ξεχασμένες,
ποιώ,
σκέπτομαι και δεν σωπαίνω,
ποιώ,
στιχάκια μπερδεμένα,
ποιώ,
τον πόνο μου μονάχος,
ποιώ,
δρόμο άλλον δεν γνωρίζω,
απλά, ποιώ,
μα δεν σιωπώ.

Θαρρείς πως αγαθός είμαι στο νου,
θαρρείς πως το δρόμο τον εύκολο δεν ξέρω,
θαρρείς πως χέρι μακρύ εγώ δεν έχω,
θαρρείς αδυναμίες εγώ δεν μπορώ να ξεθάψω,
η γλώσσα μου δίχως κόκαλα είναι πλασμένη,
και ότι εγώ θαρρώ αυτή το ξεπεζεύει,
γιατί είναι άδολη και ευγενική,
αρχαιοελληνικά μοσχαναθρεμμένη.

Κοιτάζω πίσω μου,
το χθες το ζοφερό,
κοιτάζω μπρος μου,
το αύριο το σκοτεινό,
κοιτάζω το σήμερα το θολερό,
πόσο το μέλλον μπλέχτηκε με το παρόν,
πόσο το παρόν ερωτεύτηκε το παρελθόν,
ανίερο το ιερό,
πόσιμο το άγευστο,
καθάριο το βρώμικο,
χαρούμενος ο θρήνος,
όσο και αν βαδίζω μοναχός,
ποιώ απλά το περιπλεγμένο,
βασανίζοντας τις σκέψεις των άλλων,
με λέξεις μπερδεμένες,
ποιητικά και ηθικά,
αιώνια γραμμένες,
και με λευκό χαρτί πανάρετο,
ομορφοζευγαρωμένες!


Λόγος Λεύτερος, Νοσταλγικός

Κοίταζες πάντα την κόψη,
ποτέ τους δειλούς στην όψη,
θαύμαζες πάντα την ανδρεία,
ποτέ σου δεν ένιωσες αχρεία,
πλάστηκες με αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα,
ποτέ σου, έκτοτε, δεν άλλαξες ρότα,
ρίζωσες και ανδρώθηκες σε βραχώδη γη,
σκλαβωμένη ζεις έκτοτε εκεί,
του κόσμου όλου εσύ αστραφτερή γυαλάδα,
αλυσοδεμένη, ευγνωμονούσα μου Ελλάδα .

Θαρρείς πως είμ’ και ‘γω του Διός ο γιός,
θαρρείς πως είναι όλοι στον κόσμο σοφοί,
μα είμαι μονάχα ένας επίδοξος τραγουδοποιός,
της σύγχρονης διαστροφής μας γελωτοποιός.

Ως εδώ το κουτό το όνειρο αυτό,
άλλο πλέον δίχως όνειρο δεν μπορώ
στο Μεσολόγγι μελλοθάνατος θα ξαναμπώ,
και με το Χάροντα θα μετρηθώ.

Ξέρω γλυκιά μου Ελλάς, τον πόνο που περνάς,
ολομόναχη και νεαρά γερνάς,
αιώνες μάχεσαι να επιζήσεις,
με τα τέκνα σου ζητάς να σμίξεις,
και στο καραβάκι σου να ευτυχίσεις,
στρέψε αλλού το δόλο σου κουτέ Ρωμιέ,
αρκετή σάρκα πλέον έφαγες,
ξεφτιλισμένε, αιώνια ξακουστέ χαφιέ,
τον προγόνων σου σύγχρονε προδότη.

Ω, τι ωραία που ακούγονται όλα αυτά
που δεν γράφονται για τα λεφτά,
σκέφτομαι ίσως να σας τραγουδήσω,
αν και φοβάμαι πως επώδυνα θα σας ξυπνήσω.

Μέσα σε μια κόλαση αναθρεμμένη,
πλασμένη να ‘σαι αιώνια δοξασμένη,
αιώνια εσύ γαλαζοαίματη,
με του Αιγαίου τον αγέρα λουσμένη,
άσπρα και μπλε πανέμορφα σπιτάκια,
στα μαλλιά σου κεντημένα,
όταν τους γελάς νιώθουν τόσο ευτυχισμένα,
και ας είναι στα κλεφτά κτισμένα.
Α, ρε Μάνα μου Ελλάς,
πόσο ακόμα άδικα θα πονάς.

Κίνησες από τότε μόνη,
όταν άχνιζε ακόμα της δημιουργίας η σκόνη,
κόρη εσύ μοναδική,
του καταγάλανου Ουρανού,
και της καταπράσινης της Γής.
Με βράχια σε στόλισαν και με πελώρια βουνά,
είπαν πως είναι δυο κατάρες και όχι μια,
όμως έμαθες να σηκώνεις το βάρος σου αυτό,
με περηφάνια και παράστημα ηρωικό,
τούτο για σένα ήταν το πρώτο απ’ όλα το γραφτό,
να σε καταβρέχει πάντα αλμυρό νερό,
στα απαλά σου πόδια η Κυκλάδες και η Κρήτη,
τέκνα πιο όμορφα και από τη Θεϊκή την Αφροδίτη,
στο κεφάλι σου κορώνα,
η απόγονος του γιού σου Μακεδόνα,
και πλάι της αγέρωχη και λουλουδιστή,
η Θράκη σου η μαρτυρική.

Τα παλάτια σου απ’ την αρχή βασανισμένα,
πλέον ακατοίκητα αραχνιασμένα,
προδότες μέσα κατοικούν,
όλο για το χαμένο πλούτο σου καραδοκούν,
όμως δεν ήταν πάντα έτσι,
κάποτε ήταν όλα τούτα δω χρυσά,
όχι με πλούτη και διαμαντικά,
μα με γνώση και φιλοσοφία,
με σοφία και ανδρεία,
περίτεχνα μάρμαρα σε στόλιζαν παντού,
πολύχρωμες εικόνες παντοτινές,
πέρλες, χάντρες απαστράπτουσες βασιλικές,
του Αλεξάνδρου οι κτήσεις ήταν προσωρινές,
μα των Σοφών σου οι ρήσεις παντοτινές.

Έζησες λένε χρόνια πολλά,
όλα περίλαμπρα και φωτεινά,
σε κατασπάραξαν όμως μαυροφορεμένοι λύκοι,
και την σάρκα σου την σπείραν στα θεριά,
σε έθαψαν ζωντανή,
Ελλάδα μου παντοτινή,
τα παιδιά σου ποτέ δεν σε λησμονήσαν,
και στην ποδιά σου πάνω, μαζί σου,
μαρτύρησαν,
τα δώρα σου επιστραφήκαν,
λησμονηθήκαν,
και οι θεοί σου μια για πάντα,
χαθήκαν.

Πολέμησες όσο κανείς,
βαρβάρους θεόρατους,
άξεστους εισβολείς,
όπλο τους ήταν η δουλεία,
το δικό σου η ελευθερία,
είχαν στρατό μυριάδες,
μα εσύ ήρωες εκατοντάδες,
Σπαρτιάτες,
Αθηναίους,
Πλαταιείς,
Θηβαίους,
Ιερολοχίτες,
Θεσπιείς,
Κορίνθιους και Μεγαρίτες,
όλοι τους ελεύθεροι μαχόμενοι Ελλαδίτες,
τη ζωή τους πάντα αψηφούσαν,
όταν τα μάτια σου κοιτούσαν,
ελεύθερη Ελλάδα μου,
έτσι διάλεξαν να πέσουν μέχρι ενός,
χαμένοι, μα αιώνια αθάνατοι και ζωντανοί,
κατορθώματα, υπεράνθρωπα,
αναρίθμητα πολλά,
περασμένα μεγαλεία, σκέφτομαι,
που διηγώντας τα, κλαις,
θαρρείς, αδελφέ μου,
πως ήταν μόλις χθες,
πατρίδα μου μην με ξεχνάς,
όσο και αν πονάς!


Ηωάνης Αρκουλής - Αρκολέων












Hoanis Arkoulis Web Developer

Morbi aliquam fringilla nisl. Pellentesque eleifend condimentum tellus, vel vulputate tortor malesuada sit amet. Aliquam vel vestibulum metus. Aenean ut mi aucto.

Οι Μαρκαδόροι και το χρώμα του Νόμου, Μέρος Δεύτερο


«Μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση κύριε Στυλέ;», ρώτησε δειλά δειλά ο Κιτρινούλης. 

«Βεβαίως, αγαπητέ μου μαρκαδόρε!» απάντησε ολόχαρος ο κύριος Στυλός. Είχε περάσει τόσος καιρός από τότε που έγραψε μια δυο λεξούλες που ήταν ανυπόμονος και αυτός για ψιλοκουβέντα. 

«Θα πείτε στο καλό σας φίλο, τον άγριο κύριο Τετράδιο, να μας αφήσει λίγο να ζωγραφίσουμε πάνω στις κατάλευκες σελιδούλες του;», ρώτησε ο Κιτρινούλης. 

«Ποτέ! Ποτέ!», απάντησε σε έξαλλη κατάσταση ο κύριος Τετράδιος. «Οι σελίδες μου είναι μόνο για τον Παναγιωτάκη. Κανείς άλλος δεν έχει το δικαίωμα να γράψει ούτε μια λέξη χωρίς την άδειά του. Δεν θα το επιτρέψω, όχι…» 

«Μα γιατί;», ξαναρώτησε ο Κιτρινούλης. «Ο Παναγιωτάκης μας έχει ξεχάσει όλους πια. Θα ξεραθεί το χρώμα μέσα μας μέχρι να μας ξαναθυμηθεί. Είναι αδικία». 

«Δεν φταίει εκείνος!» απάντησε ο κύριος Στυλός. «Άλλος φταίει…». 

«Ποιος; Ποιος μπορεί να κάνει ένα τέτοιο κακό σε ένα τόσο μικρό παιδάκι. Είναι ασυγχώρητος», αποκρίθηκε ο Μαυρούλης νευρικά. 

«Δεν τα πάει καλά με το σχολείο του τώρα τελευταία. Όλα ξεκίνησαν από τότε που δεν κατάφερε να γράψει εκείνη την εργασία για τους μεγάλους νομοθέτες τον περασμένο μήνα. Το θυμάμαι τόσο καλά σαν να ήταν μόλις χθες», είπε ο κύριος Τετράδιος. 

«Ναι, ναι… έχει δίκιο ο καλός μου φίλος κύριος Τετράδιος. Όμως είναι και μερικά άλλα που βοήθησαν πολύ στο να φτάσει το κακόμοιρο το παιδάκι να μην θέλει να πιάσει το καλό του το τετράδιο. Δεν φταίει αυτό να ‘στε σίγουροι. Αν σας πω τι έχει συμβεί σίγουρα θα συμφωνήσετε και σεις μαζί μου, είμαι απολύτως σίγουρος!» είπε παραπονιάρικα ο κύριος Στυλός. Η φωνούλα του ακουγόταν τόσο λυπημένη που όλοι οι μαρκαδόροι στεναχωρήθηκαν πάρα πολύ. Τότε τον πλησίαζε ο Κιτρινούλης και αφού τον χάιδεψε λίγο πάνω στο μπλε καπάκι του τότε του είπε με την χαρακτηριστική φωνούλα του: 

«Πες και σε μας καλέ μας Στυλέ τι συνέβη με τον Παναγιωτάκη και δεν θέλει πια να μας πλησιάσει. Έτσι και ‘μείς θα μάθουμε, και εσύ θα ξελαφρώσεις με όλο αυτό το βάρος που έχεις μέσα στη μπλε ψυχούλα σου! Έχουμε πολύ αγωνία να μάθουμε το λόγο για το οποίο μας εγκατάλειψε ο Παναγιωτάκης και κινδυνεύουμε τώρα να χαλάσουμε απ’ την αχρηστία! Έχουμε τόση λαχτάρα και αγωνία να μάθουμε…, σε παρακαλούμε!» 

«Σε παρακαλούμε, σε παρακαλούμε!» είπαν όλοι μαζί οι μαρκαδόροι με μια δυνατή φωνή, και μετά το ξαναείπαν πάλι ξανά και ξανά, όλο και πιο δυνατά: «Σε παρακαλούμε, σε παρακαλούμε!». Έτσι μην έχοντας και τίποτε άλλο καλύτερο να κάνει ο κύριος Στυλός τους είπε ό,τι γνώριζε για τις περιπέτειες του μικρούλη Παναγιωτάκη με τα σχολικά του μαθήματα. 

«Ο Παναγιωτάκης δεν είναι κακός μαθητής. Δεν φταίει εκείνος που έφτασε σε αυτό το σημείο. Απογοητεύθηκε βλέπετε από την έλλειψη βοήθειας και συμπαράστασης. Οι γονείς του, δυστυχώς, είναι όχι μονάχα αγράμματοι, αλλά άξεστοι και αδιάφοροι. Νομίζουν πως όταν ένα παιδί έχει φαγητό να τρώει και καλά ρούχα να ντύνεται είναι ό,τι περισσότερο ονειρευόταν στην ζωή του! Έτσι, είναι ολημερίς στη δουλειά και το βράδυ όταν γυρίζουν σπίτι πέφτουν ξεροί κι δυο τους πάνω στο καναπέ μοιράζοντας τα τηλεκοντρόλ των άπειρων τηλεοράσεων που βρίσκονται διάσπαρτες μέσα στο βομβαρδισμένο από τη βρωμιά σπίτι. Καμιά φορά η μανούλα του, τoν ρωτάει ένα ξερό και άψυχο: «Διάβασες Παναγιώτη;», για να πάρει ένα μεγάλο, γλυκύτατο και ψεύτικο: «Ναι μανούλα μου!». Έτσι, αποκαμωμένοι και παντελώς ήσυχοι πως έχουν εκτελέσει τα γονικά τους καθήκοντα στο ακέραιο πέφτουν το βράδυ να κοιμηθούν, ροχαλίζοντας και ρουθουνίζοντας μάλιστα, λες και είναι τίποτε κυνηγημένοι και αγριεμένοι λέοντες και οι δυο τους, καταμεσής μιας τεράστιας και αφιλόξενης ζούγκλας. 

Απ’ την άλλη, η μέρα για τον Παναγιωτάκη δεν έχει τελειώσει ακόμη, αφού κλεισμένος στο υπόγειο του σπιτιού, αυτοφυλακισμένος στην κυριολεξία, πολεμάει άγνωστους, εικονικούς ψηφιακούς εχθρούς, χαμένος σε έναν ψεύτικο και άνοστο κόσμο που του προσφέρει απλόχερα ο ηλεκτρονικός του υπολογιστής. Έτσι, μέρα με την μέρα, απομακρύνεται όλο και περισσότερο από εκείνη την ευγενική ζωή που έχει καθορίσει η γλυκιά του Φύση να γυμνάζει σε αυτή την τρυφερή ηλικία τόσο το μυαλό, όσο και τον νου του. Ένα δεκάχρονο παιδί, ναυαγός σε έναν ψεύτικο κόσμο, αβοήθητο, να ψάχνει μια στιγμή απόλαυσης, συντροφιάς και διασκέδασης, μέσα σε έναν άυλο κόσμο», είπε ο κύριος Στυλός και ένα μπλε μικρούλη δακρυάκι άρχισε σιγά σιγά να κατρακυλάει απ’ τα βουρκωμένα γεμάτα συγκίνηση πανέμορφα ματάκια του. 

«Πω πω, καταστροφή! Τι έπαθε το κακόμοιρο το παιδάκι! Ντροπή, στους άδικους και τόσο κακούς γονείς του!», ξεφώνησε, γεμάτος όλο οργή, ο Μαυρούλης. Αμέσως, ένα κάρο σούσουρα και μουρμουρίσματα άρχισαν να περιπλανιόνται μέσα στο μικρό γραφειάκι, προερχόμενα όλα από τους άλλοτε νευρικούς και άλλοτε στενάχωρους μικρούς μας μαρκαδόρους. Όμως ο κύριος Στυλός δεν είχε τελειώσει ακόμη τη διήγησή του. 

«Δεν τελείωσα ακόμη…, έχω κι άλλα να σας πω!», είπε, βγάζοντας μια δυνατή φωνή που συνέτισε αμέσως τους ανυπόμονους και φωνακλάδες μαρκαδόρους. Έτσι, μετά από λίγο, και αφού ησύχασαν, κάπως, οι μικροί χρωματιστοί του νέοι φίλοι, συνέχισε ακάθεκτος τη διήγησή του. 

«Όλα ξεκίνησαν τότε, με αφορμή κείνη την εργασία που του ανάθεσε η δασκάλα του στο σχολείο. Δεν τα πήγε καθόλου καλά. Δεν είχε άλλωστε και κανέναν να τον βοηθήσει και έτσι επόμενο ήταν να τα θαλασσώσει. Ήταν και λιγουλάκι πάνω απ’ τις δυνατότητές του βλέπετε. Τέλος πάντων, μέχρι τότε ήταν μέτριος μαθητής. Μετά…, ήρθε το χάος! Πάντως, μερικοί γονείς είναι καλά καλά ανίκανοι. Χαραμίζουν ώρες ολόκληρες χαζολογώντας μπροστά σε ένα άψυχο χαζοκούτι όπως η τηλεόραση και δεν βρίσκουν έστω και μια ώρα καιρό να ασχοληθούν με το αίμα τους, με το καλό τους το παιδάκι. Τι θα έχουν να θυμούνται σαν γεράσουν; Την ανόητη τηλεοπτική εκπομπή η το γλυκό χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στα χείλη του φυλλοκάρδι τους; Το αναμμένο κουτί της ανόσιας διασκέδασης τους τούς κρατάει σβηστή την πέτρινη καρδιά τους. Όμως δε θέλω να περιοριστώ εκεί, θα ήταν ανώφελο άλλωστε. 

Η εργασία που του ανάθεσε η δασκάλα του στο σχολείο ήταν σχετική με το νόμο και τους μεγαλύτερους νομοθέτες όλων των εποχών. Έπρεπε βλέπετε ο Παναγιωτάκης να συλλέξει, με λίγα λόγια, πληροφορίες σχετικά με το τι είναι νόμος και να γράψει λίγα λογάκια για το έργο των μεγαλύτερων νομοθετών όλων των εποχών, πάνω βέβαια στις κατάλευκες σελιδούλες του κυρίου Τετράδιου, με το ανεξίτηλο μελάνι μου φυσικά, και να πάει την εργασία του αυτή στην κυρία του. Όχι και τόσο απλά πράγματα δηλαδή. Είχε όμως καιρό δύο ολόκληρες εβδομάδες, όσο δηλαδή διαρκούσαν οι διακοπές των Χριστουγέννων. Παρόλα αυτά όμως δεν κατάφερε τίποτε, όσο και αν παρακαλούσε τους γονείς του να τον βοηθήσουν. «Έχουμε καιρό!», του απαντούσαν ξερά ξανά και ξανά. «Πήγαινε να παίξεις κάνα παιχνίδι στο υπολογιστή και όταν έχω καιρό θα σου πω!», του έλεγε ο πατέρας του καθώς χαζολογούσε με την τηλεόραση. Τελικά το παιδάκι δεν τα κατάφερε. 

Πήγε αδιάβαστος και άγραφος μετά από δύο ολόκληρες εβδομάδες. Ντροπιάστηκε. Έκλαιγε για μέρες. Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Έτσι, παραιτήθηκε. Κλείστηκε σε ένα δωμάτιο και άρχισε να πολεμάει αόρατους εχθρούς σε ένα άγνωστο πόλεμο. Και για όλα αυτά ποιος φταίει; Οι γονείς του βέβαια! Διαθέτουν τέσσερις με πέντε ώρας για την τηλεοπτική τους διασκέδαση και ούτε δέκα λεπτά για το παιδάκι τους! Ντροπή, και ξανά, ντροπή τους! Την τηλεόραση θα έπρεπε να είχαν για παιδάκι τους και όχι τον Παναγιωτάκη. Αυτό τους αξίζει!» είπε κλείνοντας ο κύριος Στυλός σε ένα πολύ οργισμένο τόνο φωνής. 

«Και τώρα τι κάνουμε;», ακούστηκε η ψιθυριστή φωνούλα της Γαλαζούλας να λέει δειλά δειλά. 

«Εγώ λέω να του γράψουμε εμείς την εργασία!» πετάχτηκε και απάντησε όλο θέρμη και ενθουσιασμό ο σκληροτράχηλος μαρκαδόρος της παρέας, ο κύριος Μαυρούλης. 

«Ναι, ναι!», συμπλήρωσαν με μια φωνή όλοι μαζί και οι υπόλοιποι μαρκαδόροι, κατενθουσιασμένοι όλοι τους από την υπέροχη ιδέα του Μαυρούλη. 

«Ναι…, μα…, υπάρχει ένα μικρούλη τόσο δα προβληματάκι!» είπε πάλι ο Μαυρούλης. «Ξέρει όμως κανείς από εμάς τίποτε σχετικό με τους μεγαλύτερους νομοθέτες όλων των εποχών;» ρώτησε διστακτικά, γνωρίζοντας προφανώς ό,τι κανείς από τα αδελφάκια του δεν είχε καμία απολύτως τέτοιου είδους γνώση. 

Μια απέραντη σιωπή σκέπασε απ’ άκρη σ’ άκρη το μικρό δωματιάκι. Οι πολύχρωμοι μαρκαδόροι κοίταζαν σιωπηλοί ο ένας το άλλον χωρίς να ξέρουν τι να απαντήσουν. Πραγματικά, ο κύριος Μαυρούλης είχε απολύτως δίκιο. Είχαν μεν τη θέληση αλλά…, δεν είχαν τα προσόντα! Και τώρα, τι θα έκαναν; Άρχισαν να απελπίζονται! 

«Χα, χα , χα!» ακούστηκε μια βροντερή φωνή να ξεκαρδίζεται στα γέλια. «Χα, χα , χα!», πλημμύρισε το χώρο ένα εγκάρδιο γέλιο ξανά και ξανά. 

«Μα…, από πού έρχεται τούτο το γέλιο; Κάποιος παρακολουθούσε τόσην ώρα όλα όσα λέγαμε και τώρα μας κοροϊδεύει. Αν τον πιάσω στα χέρια μου…» είπε ο Πορτοκαλούλης αλλά δεν πρόφτασε να τελειώσει τη φράση του όταν ένα ακόμη βροντερό γέλιο τον διέκοψε απότομα. 

«Χα, χα , χα! Και τι θα του κάνεις σαν τον πιάσεις στα χέρια σου, μικρέ χαζούλη μαρκαδόρο;» ακούστηκε να λέει μια φωνή προερχόμενη από κάπου πολύ ψηλά πάνω στην μικρή βιβλιοθήκη που δέσποζε με τον όγκο της πάνω απ’ το μικρούλη γραφειάκι. 

«Ποιος είναι κει;» ρώτησαν με μια φωνή όλοι μαζί οι κατατρομαγμένοι μαρκαδόροι, λες και τραγουδούσαν σε κάποια χορωδία. 

«Πρέπει να μην τρομάζετε τόσο πολύ και τόσο απότομα, μικρά αθώα πολύχρωμα πλασματάκια. Επίσης, δεν είναι κακό να διαβάζετε μερικές φορές και καμιά σελίδα. Δεν υπάρχουν μόνο λευκές σελίδες έτοιμες για να καλοδεχτούν τα πανέμορφα χρώματά σας. Υπάρχουν και κείνες που είναι ήδη γραμμένες με πολλές όμορφες λεξούλες που αδημονούν να πλημμυρίσουν όλα τα κενά του μικρού αγράμματου νου σας. Θα σας βοηθήσω εγώ λοιπόν, αρκεί να βάλει και λίγο απ’ το φρέσκο μελάνι του και ο κύριος Στυλός», απάντησε εκείνη η χαρακτηριστική φωνή. Ξαφνικά, μια άγνωστη και κατασκονισμένη μορφή ξεπρόβαλλε στην άκρη του πιο ψηλού ραφιού της βιβλιοθήκης. Στην όψη του και μόνο οι μικροί μας μαρκαδόροι άρχισαν να κάνουν μερικά μικρά φοβισμένα βηματάκια προς τα πίσω, με ενσυνείδητη κατεύθυνση την ασφάλεια του μικρού κουτιού τους. Όμως, η φωνή του άγνωστου έβαλε και πάλι την καρδούλα τους στην θέση της, αμέσως μόλις τους εξήγησε ποιος είναι. 

«Είμαι ο κύριος Κοντυλοφόρος! Είμαι αισίως πάνω από εκατόν ογδόντα χρόνων. Δυστυχώς, εδώ και πολύ καιρό είμαι στην αχρηστία, παραπεταμένος μέσα σε τούτο δω το μικρό χιλιοτρυπημένο κουτάκι. Έτσι το μελάνι μου έχει πια στεγνώσει, αλλά οι σκέψη μου είναι πάρα, μα πάρα πολύ, ζωηρή. Εξίσου και οι γνώσεις μου. Ξέρω τα πάντα σχετικά τόσο με τους νόμους όσο και με τους μεγάλους νομοθέτες. Αν με βοηθήσετε να κατέβω από δω θα σας πω ό,τι χρειάζεστε να γράψετε στην εργασία του πολυαγαπημένου μας Παναγιωτάκη», είπε ο κύριος Κοντυλοφόρος. 

Αναστέναξαν βαθιά με ικανοποίηση όλοι οι κακομοίρηδες οι μαρκαδόροι στο άκουσμα της ταυτότητας του άγνωστου φίλου τους. Όμως, μόλις άκουσαν τα χαρμόσυνα νέα από τα χειλάκια του κυρίου Κοντυλοφόρου άρχισαν όλα τους να χοροπηδούν δεξιά και αριστερά, πάνω κάτω, πέρα δώθε, από την μεγάλη τους χαρά. Έγιναν όλα ένα σωρός κουβάρι και γέλια σκορπίστηκαν απλόχερα παντού τριγύρω. Επιτέλους, θα βοηθούσαν εκείνον που αγαπούσαν πιο πολύ. Ίσως και με αυτό τον τρόπο να του έδειχναν και τον τρόπο να επιστρέψει στον σωστό δρόμο. Ποιος ξέρει; Όλα τα ενδεχόμενα ήταν πάντοτε ανοικτά. Κανείς δεν βγαίνει ζημιωμένος με το να προσπαθεί να κάνει το μέγιστο καλό σ’ αυτούς που αγαπά και σέβεται περισσότερο! 

«Δεν αφήνεται τις χαρές και τα πανηγύρια να με βοηθήσετε να κατέβω από δω πάνω, λέω ‘γω;», είπε νευρικά λιγουλάκι ο κύριος Κοντυλοφόρος. 

Τότε όλοι οι μαρκαδόροι πήγαν κοντά στον κύριο Σπόγγο και τον άρχισαν στα παρακάλια και στις γλύκες, προκειμένου να ξαπλώσει και να προσγειωθεί πάνω του ασφαλής ο γέρος κύριος Κοντυλοφόρος. Ξαφνιάστηκαν με την απρόσμενη προθυμία του, αφού και κείνος ο κακομοίρης ήθελε να δει τον Παναγιωτάκη και πάλι χαρούμενο και ζωηρό, γεμάτο ζωντάνια και όρεξη για διάβασμα και γνώση. 

Ξάπλωσε λοιπόν, φαρδύς πλατύς, ο κύριος Σπόγγος, πάνω στο μικρό γραφειάκι του Παναγιωτάκη και με ένα μεγάλο άλμα από ψηλά, τσούπ, ο κύριος Κοντυλοφόρος προσγειώθηκε ασφαλής πάνω στον κύριο Σπόγγο. Αμέσως έτρεξαν κοντά του όλα τα μαρκαδοράκια και άρχισαν να τον περιεργάζονται, λες και ήταν κανένα αξιοθέατο, αλλά είχαν και τούτα τα κακόμοιρα τα δίκια τους. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν έναν ολοζώντανο κοντυλοφόρο. 

Ύστερα άρχισαν οι τυπικές συστάσεις και αμέσως μετά όλα τα μαρκαδοράκια έκατσαν κάτω και σαν καλοί μαθητές αδημονούσαν να αρχίσει την διήγησή του ο κύριος Κοντυλοφόρος. Εκείνος, αφού είπε κάνα δυο ιδιαίτερα λογάκια με τον κύριο Στυλό, που αφορούσαν κυρίως τον ρυθμό που θα έγραφε πάνω στον κύριο Τετράδιο όλα όσα θα έλεγε εκείνος, ανέβηκε πάνω σε ένα ψηλό κουτάκι έτσι ώστε να τον βλέπουν όλοι πεντακάθαρα και άρχισε την πολυαναμενόμενη διήγησή του. 

«Αγαπητά μου μαρκαδοράκια, όλα όσα ξέρω σχετικά με του μεγαλύτερους νομοθέτες όλων των εποχών τα γνωρίζω γιατί κάποτε και εγώ ο ίδιος έγραφα νόμους. Υπήρξα ξέρετε προσωπική πένα ενός γραφέα που εργαζόταν σε κάποιο από τα τόσα γραφεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης και έτσι ολημερίς ασχολούμουν με νομοθεσίες και τα συναφή. Έτσι, μια μέρα, εκείνος ο μελαγχολικός τύπος που ήταν και ο ιδιοκτήτης μου για πάρα πολλά χρόνια, χρειάστηκε να γράψει μια μελέτη σε ένα σχετικό θέμα. Επόμενο ήταν να συμμετέχω και ‘γω. Έρχομαι λοιπόν στο θέμα μας αμέσως. 

Στην μακραίωνη, και τόσο πολύχρωμη, ιστορία των δίποδων αφεντικών, επινοητών και κατασκευαστών μας έχουν υπάρξει ένα κάρο από λογιών λογιών νομοθέτες. Βλέπετε αγαπητά μου παιδιά, οι άνθρωποι από πάντα ήθελαν και προσδοκούσαν να έχουν μια τάξη στην κοινωνία τους, όπως αυτή εννοούνταν μέσα στα στενά όρια της πόλης τους αρχικά, και σε κείνα του κράτους τους μετέπειτα. Οι νόμοι τους άλλοτε ήταν αυστηροί, με βαριές τιμωρίες για τους όποιους παραβάτες, και άλλοτε ήταν μεταθανάτιοι, όπως όλες εκείνες οι ασήκωτες καταδίκες που περιμένουν τους αποκαλούμενους αμαρτωλούς στην Κόλαση. Έτσι, όπως θα αντιληφθήκατε βέβαια, ό,τι εκτός από τους κανονικούς νόμους υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, όπως οι «Θείοι Νόμοι», οι «Φυσικοί Νόμοι» και οι «Άγραφοι Νόμοι», όπως αυτός που αφορά εμάς, που μας επιτρέπει να έχουμε λόγω ύπαρξης και ζωής, αν και βάση της λογικής των ανθρώπων αυτό δεν θα έπρεπε να συμβαίνει. Όμως, άγνωστες οι βουλές των παραμυθιών! 

Ας μιλήσουμε πρώτα για τους «Νόμους» και μετά θα σας πω και λίγα λογάκια για τους πιο γνωστούς και σπουδαίους νομοθέτες, αν και δεν έγραψαν όλοι τους νόμους τους με το ίδιο χρώμα, όπως θα λέγατε και σεις καλά μου μαρκαδοράκια. Η έννοια λοιπόν του Νόμου υφίσταται και οφείλει την ύπαρξή του στο Δίκαιο, όπως το έχουν συλλάβει και οργανώσει οι δίποδοι αφέντες μας μέσα στον χαώδη νου τους, αφού ανάλογα με την εποχή και τον πλούτο τους πάντοτε αλλάζει. Οι νόμοι θα πρέπει να βασίζονται στις βασικές αρχές του πολιτεύματος τους, του Συντάγματός τους δηλαδή, με την σύγχρονη έννοια, η του Δήμου, του Βασιλείου, της Αυτοκρατορίας τους με την πιο παλιά. Η τήρηση των νόμων είναι υποχρεωτική για όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θέσης ή αξιώματος που τυχόν κατέχουν, βάσει της αρχής της ισονομίας που ορίζει ότι όλοι είναι ίσοι απέναντι στο νόμο. Επίσης έχουν απεριόριστη ισχύ, δηλαδή ισχύουν για πάντα εκτός αν καταργηθούν με άλλο νόμο. Αυτό που θα πρέπει να έχετε καλά στο νου σας, τόσο εσείς όσο και ο Παναγιωτάκης είναι ένα: Οι δίκαιοι νόμοι πρέπει να είναι άχρωμοι αν θέλουν να αντέξουν στο χρόνο και στα καπρίτσια του κάθε ηγέτη, όπως λένε οι άνθρωποι τους κατά καιρούς δικούς τους αφεντάδες. 

Εκτός από τους νόμους δικαίου, που σας περιέγραψα παραπάνω, υπάρχουν όπως σας είπα και κάποιοι άλλοι. Οι «Θείοι Νόμοι» είναι εκείνοι που και καλά έχουν επιβληθεί από τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη της κάθε θρησκείας προκειμένου να διατηρεί τους πιστούς τους υποταγμένους στο θείο θέλημα, που τις περισσότερες φορές έχει το χρώμα της πορφύρας που τόσο φθονούν όλοι οι άνθρωποι. Αν μου ζητούσατε να χρωματίσω τους «Θείους Νόμους» των ανθρώπων θα τους ζωγράφιζα με το ζωηρό χρώμα του Κοκκινούλη, αφού όλες οι θρησκείες τους είναι βουτηγμένες τόσο πολύ μέσα στο αίμα που κανένα άλλο χρώμα δεν ταιριάζει καλύτερα, χωρίς να θέλω να θίξω τον Κοκκινούλη βεβαία. Υπάρχουν όμως και νόμοι που είναι έξω από την δικαιοδοσία των ανθρώπων και απλά εκείνοι τους ανακαλύπτουν όταν, κάποτε και εκ των πραγμάτων, υποχρεώνονται να τους τηρούν απαρέγκλιτα. Αυτοί δεν είναι άλλοι από τους «Φυσικούς Νόμους», βαμμένοι με το μπλε χρώμα του ουρανού και της θάλασσας και είναι συνήθως προτάσεις που ισχύουν πάντα στα φαινόμενα των φυσικών επιστημών και τους ξεχωρίζουμε κατά σειρά σπουδαιότητας σε αρχές, κανόνες και νόμους. Για να τους διαβάσουμε χρειάζεται να γνωρίζουμε μαθηματικά, αφού οι λεγόμενες εξισώσεις είναι ο μόνος τρόπος που περιγράφει τους νόμους αυτούς. 

Οι «Άγραφοι Νόμοι» είναι κατ’ εμέ απ’ τους πιο σπουδαίους. Είναι εκείνοι που μας υπαγορεύουν τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς. Είναι εκείνοι που μας υποδεικνύουν να αγαπάμε και να σεβόμαστε τόσο τους γονείς μας όσο και όλους τους γεροντότερους. Να προσέχουμε και να λατρεύουμε τα παιδιά μας και την οικογένειά μας. Γενικά οι «Άγραφοι Νόμοι» έχουν να κάνουν με κανόνες ηθικής, ηθών και εθίμων, που συνδέονται πάντα με την ιστορία και το ποιόν του κάθε λαού ξεχωριστά. Αν θέλετε να ταυτίσω κι αυτούς με κάποιο χρώμα θα σας απογοητεύσω γιατί για μένα η αγάπη για τον συνάνθρωπο σου δεν μπορεί να χρωματιστεί όσο κι αν την μπογιατίζουν κάποιοι με την απόχρωση του Κοκκινούλη. 

Η παγκόσμια ιστορία της νομοθεσίας χωρίζεται σε τρείς κατηγορίες. Αυτές είναι στους μυθολογικούς, η μυθικούς, νομοθέτες, όπως ήταν ο Μίνωας, ο Σπαρτιάτης Λυκούργος, ο Μήνης, που ήταν και ο πρώτος μυθικός βασιλιάς της Αρχαίας Αιγύπτου, ο Μίνωας, ο Σαργών, και τόσοι μα τόσοι πολλοί άλλοι γνωστοί και άγνωστοι, μυθικοί, κυρίως, βασιλείς. Τούτοι ήταν και οι πρωτοπόροι που έγραψαν τις πρώτες λέξεις στο λαμπρό και ευφυές ογκώδες βιβλίο της ανθρώπινης νομοθεσίας. Μετά σειρά είχαν οι θρησκευτικοί νομοθέτες όπως ήταν κείνοι, οι άγνωστοι, που συνέταξαν τους θρησκευτικούς νόμους της Αρχαίας Αιγύπτου και της Αρχαίας Μεσοποταμίας. Μετά ακολούθησε ο Μωυσής με τις δέκα θεϊκές εντολές του και τον περίφημο και αυστηρότατο «Μωσαϊκό Νόμο». Τέλος, στην Τρίτη κατηγορία είναι οι απόλυτα ανθρώπινοι νομοθέτες, όπως ήταν ο Δράκων, ο Σόλων, ο Κλεισθένης, ο Εφιάλτης, ο Θεοδόσιος, με τον «Θεοδοσιανό Κώδικα», ο Ιουστινιανός, με τον δικό του κώδικα και πολλοί άλλοι. 

Όλοι τους όμως είχαν ένα καλό και ένα κακό. Ο κάθε ένας έγραφε τους νόμους του με βάση τα κριτήρια της εποχής του και μόνο, πράγμα που έκανε την προσπάθειά τους ευάλωτη στο διάβα του χρόνου, ξεχνώντας συχνά σε κάθε περίπτωση τον παράγοντα που λέγεται ανθρώπινη αξία. Το καλό τους ήταν πως ο κάθε ένας από αυτός κατάφερνε να φέρει την τάξη μέσα στη αταξία που τους ανάγκασε να προβούν σε τέτοιο έργο. 

Σίγουρα, καλά μου μαρκαδοράκια θα θέλατε να σας πω ποιος είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη και ο μεγαλύτερος νομοθέτης όλων των εποχών, έτσι δεν είναι; Έναν έχω πάνω πάνω στην μεγάλη τούτη λίστα, και είναι γένους θηλυκού! Σίγουρα την ξέρετε!», είπε και ένα μεγάλο σούσουρο ξέσπασε αμέσως ανάμεσα σε όλα τα μαρκαδοράκια που ήταν μαζεμένα ακριβώς μπροστά του. 

«Μα ποιος είναι…, ποιος;», άρχισαν να ρωτούν ξανά και ξανά πλημμυρισμένα πάλι με την έμφυτη περιέργεια που τα διακατέχει. 

«Μα φυσικά είναι η γλυκιά μητέρα όλων μας; Η μητέρα Φύση! Τούτη έχει γράψει νόμους πάνσοφους και ανεξίτηλους στο πέρασμα του χρόνου. Αν τον ακολουθούσαν σωστά και κατά γράμμα τα άμυλα τα δίποδα αφεντικά μας, οι άνθρωποι, τότε ολόκληρος ο κόσμος θα ήταν τρισευτυχισμένος, και ‘μεις φυσικά μαζί μ’ αυτούς! Αλλά, τούτοι έχουν άλλα άνομα σχέδια, δυστυχώς. Κρίμα, πολύ κρίμα! Η φυσικοί νόμοι φανερώνουν την τελειότητα που διακατέχει τα αθάνατα έργα της Φύσης. Τούτη είναι η μοναδική που της αξίζει ένα υπέρτατο και μεγαλόφωνο «Εύγε!». Αυτά είχα να σας πω, και ελπίζω ο αγαπητός κύριος Στυλός να μπόρεσε να προλάβει να γράψει όλα όσα είπα!», είπε κλείνοντας ο κύριος Κοντυλοφόρος, αφήνοντας άφωνους τους μικρούληδες και αδαείς μαρκαδόρους. 

Κατόπιν σηκώθηκε και αποτραβήχτηκε σε μια μικρή γωνίτσα του γραφείου όπου έκατσε σιωπηλός να συλλογιστεί όλα όσα είχαν συμβεί, όσο και να ξεκουραστεί λιγουλάκι, καθώς και τα χρονάκια του δεν ήταν δα και λίγα. 

Οι μαρκαδόροι κοιτάχθηκαν αινιγματικά αναμεταξύ τους και αυτοί. Μια απέραντη σιωπή είχε αντικαταστήσει το προηγούμενο εκκωφαντικό σούσουρο. Ο κύριος Στυλός έγραψε τις τελευταίες λεξούλες πάνω στις κατάλευκες γαλακτερές σελιδούλες του κυρίου Τετράδιου, που ήταν κατ’ ευτυχισμένος που μετά από τόσο καιρό του γινόταν τέτοια τιμή. Ύστερα, καταπονημένα όλα τα πλαστικά και μη πλασματάκια άρχισαν να αποχωρούν για ξεκούραση στα αναπαυτικά κουτάκια τους, έχοντας κατά νου όλα όσα είπε ο κύριος Κοντυλοφόρος στο τέλος. Σίγουρα, είχε τόσο δίκιο, μα ποιος τον ακούει! 

Την επόμενη μέρα το πρωί ο Παναγιωτάκης βρήκε κατενθουσιασμένος την γραμμένη εργασία σχετικά με τους νόμους και τους μεγαλύτερους νομοθέτες όλων τον εποχών. Αμέσως αφού τη διάβασε ξανά και ξανά πολλές φορές, τόσο όσο χρειαζόταν να ξέρει τα πάντα, την έβαλε στην σάκα του και την πήγε ξετρελαμένος απ’ την χαρά του στη αυστηρή δασκάλα του. Βρέθηκε λίγο προ εκπλήξεων βέβαια όταν εκείνη τον ρώτησε ποιος τον βοήθησε και τη συνέταξε, όμως, χάρις στην έμφυτη ευστροφία του απάντησε: «Ο καλοί μου Άγγελοι!». 

Από κείνη την ημέρα ο Παναγιωτάκης ξαναέγινε ένας καλός μαθητής, καλύτερος μάλιστα από πριν. Τώρα είχε και την αμέριστη βοήθεια τον καλών του φίλων, και προστατών του, των Μαρκαδόρων και της καλής τους παρέας. Τούτα, κάθε βράδυ πήγαιναν και έλεγχαν τα μαθήματα του μικρού τους φίλου και τον βοηθούσαν όπου χρειαζόταν. Εκείνος πάλι αν και ποτέ δεν έμαθε ποιος ήταν οι καλοί του «Άγγελοι», όσο και αν έψαξε ξανάφτιαξε τις σχέσεις του με τους γονείς του, που άρχισαν, παραδόξως, να τον βλέπουν με άλλο μάτι, να τον προσέχουν και να τον βοηθούν, έστω και με τις λίγες γνώσεις που είχαν, αφού για όλα τα υπόλοιπα φρόντιζαν οι κύριοι Μαρκαδόροι, ο κύριος Στυλός και ο κοσμογυρισμένος κυριος Κοντυλοφόρος με την καλή παρέα τους. 

Πάντως, η ουσία είναι πως ποτέ δεν πρέπει να απογοητεύσεις ένα παιδί, γιατί τότε όλο το Σύμπαν συνωμοτεί προκειμένου να είναι αυτό πάντοτε ευτυχισμένο και γελαστό μέσα στο φανταστικό του κόσμο. Σύμμαχός του, πάντοτε πιστός, η μητέρα Φύση και οι πολύχρωμοι, ολοζώντανοι, Μαρκαδόροι, που θα δίνουν πάντα χρώμα στην κάθε ημέρα της παραμυθένιας ύπαρξής του! 



Ηωάνης Αρκουλής 
(Αρκολέων) 

Hoanis Arkoulis Web Developer

Morbi aliquam fringilla nisl. Pellentesque eleifend condimentum tellus, vel vulputate tortor malesuada sit amet. Aliquam vel vestibulum metus. Aenean ut mi aucto.

Οι Μαρκαδόροι και το χρώμα του Νόμου, Μέρος Πρώτο


Ο Κιτρινούλης ένιωθε άβολα μέσα στο κουτάκι του. Ήταν ο κακομοίρης κλεισμένος εκεί τόσες πολλές μέρες. Στριφογύριζε νευρικά γύρω γύρω προσπαθώντας να ξεμουδιάσει λίγο από το ατελείωτο καθισιό. Τα αδελφάκια του τον έβλεπαν και δεν του έδωναν καμία σημασία. Είχαν συνηθίσει πλέον τον περίεργο και στριφνό χαρακτήρα του. Όσο όμως εκείνοι αδιαφορούσαν επιδεικτικά τόσο εκείνος εκνευριζόταν και μουρμούριζε όλο και περισσότερο.
«Μα κανείς σας δεν τον ενδιαφέρει το μέλλον του;» ρώτησε με νεύρο τους υπόλοιπους μισοκοιμισμένους μαρκαδόρους.
«Μπα, έχουμε εσένα που γνοιάζεται τόσο πολύ που είναι υπεραρκετό για όλους μας!» του απάντησε χασκογελώντας ο Καφετούλης.
«Θέλω να βγω, θέλω να ζωγραφίσω, καλά τι κάνει ο Παναγιωτάκης τόσες μέρες και δεν μας δίνει καμία σημασία;» συνέχισε να φωνάζει με παραπονιάρικο ύφος ο Κιτρινούλης.
«Πραγματικά, και ‘γω αυτό αναρωτιέμαι…» ακούστηκε να λέει ο απ’ την άλλη γωνιά του κουτιού ο Πρασινούλης με την βροντερή και μπάσα φωνή του. «Τον ακούω καθημερινά που έρχεται, διαβάζει και ύστερα φεύγει τρέχοντας και ούτε που ακουμπάει πια το κουτάκι μας! Λες να μεγάλωσε και να μην μας χρειάζεται πια;» διερωτήθηκε.
«Μα, τι λέτε βρε παιδιά! Πως είναι δυνατόν μέσα σε ένα μήνα να έχει μεγαλώσει τόσο πολύ που να μην μας χρειάζεται πια;» παρεμβαίνει εκνευρισμένος ο Κοκκινούλης που άκουγε προσεκτικά την κουβέντα ξαπλωμένος δίπλα ακριβώς απ’ τον Κιτρινούλη.
«Δεν ξέρω, δεν με νοιάζει και δεν με ενδιαφέρει στο κάτω κάτω! Εγώ απλά θέλω να ζωγραφίσω, δεν μπορώ άλλο μέσα εδώ, θέλω να αποδράσω…» συνεχίζει να λέει ακόμη πιο φωναχτά ο Κιτρινούλης. Αρχίζει τότε να χοροπηδάει πάνω κάτω μέσα στο κουτάκι τους και να κτυπάει με όλη του τη δύναμη με το κατάλευκο καπάκι του το καπάκι του κουτιού που ήταν ερμητικά κλειστό ,φυλακίζοντας όλους τους κακόμοιρους τους μαρκαδόρους μέσα του.
Μετά από λίγη ώρα, και με πολύ κόπο, ο Κιτρινούλης κατάφερε επιτέλους να ανοίξει το κουτάκι. Μία δυνατή φωνή ευχαρίστησης και αγαλλίασης ξεπήδησε μέσα από τα εσώψυχά του, ξυπνώντας για τα καλά όλους τους μισοκοιμισμένους υπόλοιπους μαρκαδόρους. Παίρνοντας πολύ φόρα χοροπήδησε για μια ακόμη φορά και κατάφερε και μισοβγήκε από το κουτάκι του. 
Κοίταξε πολύ προσεκτικά τριγύρω μέσα στο μικρό και χρωματιστό παιδικό δωμάτιο του Παναγιωτάκη. Αφού είδε καλά και βεβαιώθηκε ότι δεν ήταν κανείς μέσα, σφίχτηκε μετά τόσο πολύ μέχρι που ξαφνικά ξεπήδησαν δύο πολύ μικρά χεράκια και δύο πολύ μικρά και λεπτά ποδαράκια από το κατακίτρινο σώμα του. Οι άλλοι μαρκαδόροι τα έχασαν. 
«Αν μπορεί ο Κιτρινούλης να βγάλει χεράκια και ποδαράκια τότε μπορούμε και εμείς», σκέφτηκαν. Άρχισαν τότε και αυτοί με την σειρά τους να κάνουν το ίδιο. 
Πραγματικά, μέσα σε λίγη ώρα όλοι οι μαρκαδόροι είχαν αποκτήσει ασορτί στο χρώμα του χεράκια και ποδαράκια! Ο Κιτρινούλης πιάστηκε με τα δυο μικρά κίτρινα χεράκια του από τα χείλη του κουτιού και βάζοντας πολύ δύναμη πετάχτηκε έξω από το κουτάκι που τους είχε φυλακισμένους ο Παναγιωτάκης τόσο καιρό. 
Μόλις τον είδαν οι υπόλοιποι μαρκαδόροι έκαναν και αυτοί το ίδιο. Έτσι μετά από λίγη ώρα όλοι οι μαρκαδόροι είχαν βγει από το κουτάκι τους και έκοβαν βόλτες πάνω στο όμορφο και τόσο μικρούλη γραφειάκι του Παναγιωτάκη. Ήταν επιτέλους ελεύθεροι, μετά από τόσο καιρό.
«Και τώρα τι κάνουμε Κιτρινούλη;» ρώτησε με απορία ο Καφετούλης.
«Τι άλλο... θα ψάξουμε να βρούμε χαρτιά, πολλά χαρτιά, και θα αρχίσουμε να κάνουμε αυτό που ξέρουμε καλύτερα… να ζωγραφίζουμε», είπε φωναχτά και πήδηξε από την χαρά του ο Κιτρινούλης.  «Τόσο καιρό μέσα εκεί πιάστηκα. Θέλω να ζωγραφίσω μέχρι να αδειάσω τελείως από χρώμα!» συμπλήρωσε.
Μια φωνή ακούστηκε τότε από την άλλη άκρη του γραφείου. Ήταν η ψιλή λεπτή φωνούλα του Πορτοκαλούλη. Είχε καταφέρει και είχε ανέβει κάπου και μετά δεν μπορούσε να κατέβει ο κακομοίρης. Φοβόταν τόσο πολύ!
Αμέσως όλα τα αδελφάκια του, όλοι οι μαρκαδόροι, άρχισαν να  τρέχουν προς τα εκεί. Τον είδαν να έχει ανέβει κάπου πολύ ψιλά για αυτούς.
«Καλέ Πορτοκαλούλη,», του είπαν, «πως τα κατάφερες και ανέβηκες εκεί απάνω;» ρώτησε η Γκριζούλα.
«Ανέβηκα εκεί απάνω, να, σε εκείνο το πολύ μαλακό κίτρινο στρογγυλό αντικείμενο και άρχισα να πηδάω. Ήταν τόσο μαλακά, και τόσο ωραία! Ξαφνικά, όμως, και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα εδώ πάνω… Φοβάμαι αδελφούλα Γκριζούλα, πως θα κατέβω τώρα, είναι ψηλά!» είπε παραπονιάρικα και στεναχωρημένα ο κακομοίρης ο Πορτοκαλούλης.
«Μα, τι είναι αυτό το πράγμα, μοιάζει τόσο παράξενο!» απόρησε ο Καφετούλης πλησιάζοντας με μικρά προσεκτικά βηματάκια το άγνωστο κίτρινο αντικείμενο.
Ξαφνικά, αυτό το άγνωστο ογκώδες σκουροκίτρινο πράγμα άρχισε να κινείται. Όλοι οι μαρκαδόροι τρομοκρατήθηκαν. Έτρεξαν γρήγορα γρήγορα, με τα μικρά ποδαράκια τους, προς τα πίσω, με κατεύθυνση, τι άλλο, τη σιγουριά του κουτιού τους. 
«Δεν έπρεπε να βγούμε έξω, καλά ήμασταν μέσα στο κουτάκι μας τόσο καιρό!» ακούστηκε να λέει ο Κοκκινούλης κατατρομαγμένος. 
Ο μοναδικός που έμεινε πίσω ήταν ο Μαυρούλης. Αυτός ήταν ο πιο γενναίος απ’ όλους, ήταν όμως και ο πιο κοσμογυρισμένος. Τον παρατήρησαν που είχε πιάσει την ψιλοκουβέντα με εκείνο το μεγάλο και τόσο παράξενο πράγμα. Ο Κιτρινούλης, που ένιωθε τόσες τύψεις, αφού ήταν και ο άμεσος υπεύθυνος για τον τόσο μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχαν τα αδελφάκια του  σταμάτησε απότομα. Στράφηκε και κοίταξε πίσω. Απότομα άρχισε να τρέχει όσο ποιο γρήγορα μπορούσε με κατεύθυνση το Μαυρούλη και το μεγάλο παράξενο τέρας. 
«Αδελφούλη, αδελφούλη, μην φοβάσαι, έρχομαι να σε σώσω, κάνε υπομονή, έρχομαι!» είπε βγάζοντας μια δυνατή φωνή που έκανε όλους τους μαρκαδόρους να παγώσουν.
Μετά από λίγο ο Κιτρινούλης πέρασε φουριόζος δίπλα από τον έκπληκτο Μαυρούλη και έπεσε με δύναμη πάνω στο άγνωστο τέρας καρφώνοντας το δυνατά με το καπάκι του στα πλευρά του. Ο κακομοίρης ο Κιτρινούλης, αμέσως ζαλίστηκε, του έφυγε και το κάτασπρο καπάκι του που άρχισε να κυλάει αργά και βασανιστικά προς την άκρη του γραφείου. Γύρισε και μες την θολούρα του μπόρεσε και είδε τον Μαυρούλη να έχει πέσει στην κυριολεξία κάτω από τα γέλια του. Τόσο αστεία του είχε φανεί η πράξη του γενναίου Κιτρινούλη. 
«Τι ατυχία βρε Κιτρινούλη…» του είπε μετά από λίγο αφού συνήλθε κάπως από τα ξεκαρδιστικά γέλια που είχε βάλει. «Τι ατυχία… Μα να μην μπορείς να τα βάλεις ούτε με έναν τόσο γέρο και ταλαιπωρημένο… σπόγγο!» συνέχισε να λέει ο Μαυρούλης κοροϊδεύοντας ταυτόχρονα το κακομοίρη τον Κιτρινούλη, που τόσο ηρωικά είχε τρέξει να τον υπερασπιστεί.
Ο Κιτρινούλης μόλις συνήλθε πλήρως είδε πάνω απ’ το κεφαλάκι του να στέκονται όλοι οι μαρκαδόροι χαμογελαστοί. Η Γαλαζούλα και Γκριζούλα τον έπιασαν απ’ το χεράκι και τον βοήθησαν να σταθεί στα πόδια του. Παρατήρησε τότε τριγύρω μια περίεργη κάτασπρη ομίχλη να έχει απλωθεί μέσα στο δωματιάκι του Παναγιωτάκη.
«Τι γίνεται εδώ;» ρώτησε την Γαλαζούλα τη στιγμή που του έδινε το καπάκι του να το φορέσει.  
«Θα σου πω εγώ!» ακούστηκε μια δυνατή και βροντερή φωνή να λέει από την άλλη άκρη του γραφείου. Ήταν ο κύριος Σπόγγος! 
Ο κύριος Σπόγγος ήταν πανύψηλος σε σχέση με τους μαρκαδόρους. Πλησίασε αργοσούρνοντας τα χοντρά και δυσκίνητα ποδαράκια του και στάθηκε μπροστά από τον Κιτρινούλη. Τον κοίταξε κατάματα με τα μικρά σκιστά ματάκια του και μετά του είπε χαριτολογώντας:
«Είσαι πολύ γενναίος νεαρέ μου! Αγαπάς πάρα πολύ τα αδελφάκια σου και τα νοιάζεσαι. Μπράβο σου, μπράβο σου! Δεν περίμενα ποτέ από έναν τόσο μικρούλη πλασματάκι να έχει τόσο μεγάλη ψυχή!
Ο κακομοίρης ο Κιτρινούλης είχε καταπιεί τη γλώσσα του βλέποντας μπροστά του τον τεράστιο όγκο του κυρίου Σπόγγου που του έκρυβε πλήρως όλο το αμυδρό φως που υπήρχε μέσα στο δωμάτιο του Παναγιωτάκη.
«Ευχαριστώ κύριε Σπόγγο για τα καλά σας λόγια, δεν έκανα κάτι σπουδαίο πάντως. Φοβήθηκα για την ζωή του Μαυρούλη μας, που να φανταστώ ότι… » πρόλαβε να απαντήσει ο Κιτρινούλης πριν τον διακόψει η φωνή του Μαυρούλη.
«Σε ευχαριστώ πολύ αδελφούλη μου καλέ, σε ευχαριστώ! Ποτέ και κανείς δεν έχει ενδιαφερθεί για μένα τόσο πολύ όσο εσύ σήμερα. Σ’ αγαπώ πάρα πολύ αδελφούλη μου καλέ, και όποτε και συ χρειαστείς κάτι, μην διστάσεις να μου το ζητήσεις!» είπε ο Μαυρούλης κατασυγκινημένος. Μετά τον πλησίασε και τον έσφιξε δυνατά στην μικρούλα του αγκαλιά. Τότε, όλοι οι μαρκαδόροι αμέσως βούρκωσαν ενώ κάποιοι από αυτούς ψιλοδάκρυσαν κιόλας σαν είδαν τα δύο αδελφάκια τους να είναι αγκαλιασμένα και τόσο αγαπημένα και μονιασμένα.
«Εγώ θα περιμένω για πολύ ώρα εδώ απάνω;» ακούστηκε να λέει μια δυνατή φωνή. Ήταν ο Πορτοκαλούλης ο οποίος είχε εκνευριστεί, ο κακομοίρης, τόσην ώρα να περιμένει πάνω στο ψηλό ράφι ένα χέρι βοήθειας για να κατέβει.
«Εντάξει, εντάξει… ερχόμαστε! Άμυαλε και βιαστικέ», ακούστηκε η φωνούλα του Μαυρούλη να του απαντά. 
«Κύριε Σπόγγο να σας ζητήσουμε μια μικρούλα χάρη, αν βέβαια έχετε την ευγενική καλοσύνη!», ρώτησε ο Μαυρούλης.
«Βεβαίως παιδιά μου!» απάντησε ο κύριος Σπόγγος με την βροντοφωνάρα του. «Πείτε μου πως μπορώ να σας βοηθήσω».
«Να…, αν θέλετε λέω ‘γω, αν…, λέω, να… ξαπλώσετε κάτω προκειμένου να προσγειωθεί πάνω σας ο Πορτοκαλούλης. Έτσι δεν υπάρχει περίπτωση να σπάσει κανένα πλαστικό κομματάκι του. Συγνώμη βέβαια που σας βάζω σε τόσο κόπο, αλλά, να, δεν υπάρχει καλύτερη ιδέα. Εσείς, σπόγγος είσαστε, τι θα πάθετε!»
«Βεβαίως καλό μου παιδάκι, τι είναι αυτά που λες. Ευχαρίστησή μου, μεγάλη μου ευχαρίστηση κιόλας. Ξέρεις πόσο καιρό έχω να κάνω κάτι σημαντικό; Ούου! Πάνε μήνες…» απάντησε ο κύριος Σπόγγος και αμέσως μετά ξάπλωσε φαρδύς πλατύς πάνω στο μικρό γραφειάκι αφήνοντας πίσω του ένα μικρούλη σύννεφο κάτασπρης σκόνης να πλανιέται παντού τριγύρω. 
Αμέσως μετά από λίγο ο Πορτοκαλούλης πήδηξε πάνω στον κύριο Σπόγγο και αφού έκανε μια μεγάλη και εντυπωσιακότατη πιρουέτα στον αέρα προσγειώθηκε ύστερα πάνω σε ένα μεγάλο μπλε τετράδιο.
«Είμαι εντάξει…, είμαι σώος, είμαι… μια χαρά! Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε άλλο…!» έλεγε και ξαναέλεγε ο κακομοίρης ο Πορτοκαλούλης ο οποίος μάλλον είχε τρομοκρατηθεί από την τόσο απροσδόκητη περιπέτεια του. Ξάφνου μια άγρια φωνή ακούστηκε από πίσω του. Αμέσως το χρώμα του πάγωσε βαθιά μέσα στο μικρούλη του σφουγγαράκι. Γύρισε σιγά σιγά, τρομοκρατημένος στην κυριολεξία, να δει τι ήταν αυτό που φώναζε σαν δαιμονισμένο λίγα εκατοστά πιο πίσω του. Στράφηκε και τι είδε…
Ένα τεράστιο μπλε τετράδιο στεκόταν όρθιο από πίσω του και γκρίνιαζε τόσο φωναχτά που οι κατάλευκες σελιδούλες του πήγαιναν και ερχόντουσαν εδώ και κει σαν τρελές. Ο κακομοίρης ο Πορτοκαλούλης κόντευε να γίνει Κιτρινούλης από τον τόσο φόβο που τον είχε καταλάβει. Άρχισε να κάνει μικρά βηματάκια προς τα πίσω σιγά σιγά, προσπαθώντας να απομακρυνθεί όσο γίνεται περισσότερο από το αφηνιασμένο τετράδιο.
«Μην φοβάσαι αγαπητέ μου μαρκαδόρε. Δεν πρόκειται να σου κάνει απολύτως τίποτε ο κύριος Τετράδιος. Πάντα έτσι φωνάζει Είναι ένας πολύ μεγάλος γρουσούζης και γέρο φωνακλάς αλλά, κατά βάθος, είναι μία αγαθή ψυχούλα!» ακούστηκε μια καμπανάτη φωνή να λέει προερχόμενη ακριβώς μέσα από τα έγκατα του κυρίου Τετράδιου.
«Ποιος είναι εκεί;» ακούστηκε να ρωτάει σχεδόν ψιθυριστά ο Πορτοκαλούλης. 
Αμέσως ένας πανέμορφος πολύχρωμος στυλός ξεπρόβαλε μπροστά του ξεπηδώντας μέσα από τις σελίδες του, ακόμα, ωρυόμενου κύριου Τετράδιου. 
«Χαίρεται!» είπε χαμογελαστός. «Να σας συστηθώ, αγαπητοί μου μακρινοί συγγενείς. Είμαι ο κύριος Στυλός, χρώματος μπλε παρακαλώ, ο οποίος είμαι και ο καλύτερος φίλος του κυρίου από δω, που μόλις αδέξια ξυπνήσατε. Ξέρετε, ο κύριος Τετράδιος δεν είναι και τόσο φιλικός και ενθουσιώδης τύπος με τα άγαρμπα και αδέξια εγερτήρια».
Τα ‘χασαν οι μαρκαδόροι. Τι γίνεται εδώ. Ένας ολόκληρος άγνωστος ολοζώντανος κόσμος είναι κρυμμένος πάνω σε τούτο το μικρό γραφειάκι. Καλέ, πως και δεν το είχαν πάρει χαμπάρι τόσον καιρό;

Εάν σας άρεσε, υπομονή μέχρι την επόμενη εβδομάδα γιά την συνέχεια!

Ηωάνης Αρκουλής - Αρκολέων

Hoanis Arkoulis Web Developer

Morbi aliquam fringilla nisl. Pellentesque eleifend condimentum tellus, vel vulputate tortor malesuada sit amet. Aliquam vel vestibulum metus. Aenean ut mi aucto.