Δεν γνωρίζω πιά την κόψη,
κανενός σπαθιού την τρομερή,
ούτε βλέπω καμιά όψη,
που με βιά να μετράει τη γή.

Βλέπω τα κόκαλα των αρχαίων,
σε μουσεία να κλαίνε μοναχά,
και τα βλέμματα των νέων,
να τα κοιτούν σα χρήματα πολλά.

Πιάνω τη γή μπάς και γευτώ
κρίνο και αρωματιστό βασιλικό,
μα το μόλυναν και αυτό,
με αργό πετρέλαιο, πικρό.

Σε παρακαλώ παντοδύναμε Θεέ,
εδώ που ξέχασες πιά να τιμωρείς,
αλλά και το ό,τι θα ξαναρθείς,
μπράβο, φύγε μακριά και μην μας ξαναδείς.

Κοιτώ τον κόσμο γύρω μα και τι να δώ,
πόνο κλάμα και πόλεμο, θέαμα φρικτό,
αλήθεια Θεέ, μας έπλασες για αυτό,
να σκοτώνω εγώ εμένα για να ζώ.

Μου τράβηξε όμως πολύ την προσοχή,
ένα αστέρι σβηστό πάνω στη γή,
δεν έφεγγε όμως τότε πολύ,
που το κρατούσε ο πρόγονός μου, ο Περικλής.

Κάποτε είχαμε λέει πολιτισμό απλό,
απ’ όλους αγαπητό και ζηλευτό,
όμως τον καταστρέψαμε εκεί,
όταν πιάσαν δόρυ οι μικροί μας γιοι.

Πήγαν στον πόλεμο να υπερασπιστούν,
τη σημαία που οι γονείς τους αγαπούν,
όμως προδόθηκαν και χάθηκαν πρίν δούν, 
εχθρούς και φίλους μαζί να δειπνούν.

Διαβάζω ιστορία για να δώ,
ποιος πόνεσε το λαό αυτό,
όμως το χρήμα πάντα κυβερνά,
εδώ, εκεί, ανθρώπους απλούς μα και πολιτικούς.

Ο λαός μου πέθανε κάπου στην αρχή,
εκεί που ξεκινούσε η ιστορία αυτή,
όχι γιατί δεν είχε αρχηγούς,
αλλά γιατί δεν είχαν ανθρώπους λογικούς.

Είχαν χρήματα πολλά,
μα δεν τους ήταν ίσως αρκετά,
έτσι, πούλησαν τα ίδια τους τα παιδιά,
σκλάβους σε Ρωμαίο Βασιλιά.

Αυτοί μας πήραν τη λευτεριά,
εμείς τους κυριεύσαμε λέει τα μυαλά,
γιατί είχαμε χτίσει θαύματα πολλά,
ακόμα και στους εχθρούς μας θαυμαστά.

Σιγά σιγά ξεχάσαμε τη σκλαβιά,
ίσως γιατί τη συνηθίσαμε πιά,
χάσαμε όμως και εκείνο το Θεό,
που μας έπλασε τον πολιτισμό αυτό.

Προχωρήσαμε μόνοι μέσα στους αιώνες,
με πολέμους μα και σκληρούς αγώνες,
πιστέψαμε σε θεούς που έχουν εικόνες,
και χτίσαμε Ναούς χωρίς μαρμάρινες κολώνες.

Πιάνω το βασανισμένο μου μυαλό, 
το στύβω μήπως κάτι και βρώ, 
για να βοηθήσω το λαό αυτό, 
μπάς και χαρεί έστω ένα λεπτό κάτι καλό.

Καθώς βάδιζα στις σελίδες της ιστορίας, 
πλέοντας σε πελάγη δυστυχίας, 
συνάντησα έναν άνθρωπο αγνό, σοφό, 
που όμως μαράθηκε σα ρόδο τρυφερό.

Μίλησα μαζί του για το λαό αυτό, 
και πίστευε ό,τι ακριβώς και εγώ, 
προσπάθησε στον κόσμο να τα πεί, 
όμως αυτά δεν τα επιτρέπουν αυτοί.

Γυρνώντας όμως άλλη μια σελίδα, 
ακόμη μια κόλαση πόνου είδα, 
που ξεκινούσε από μια πόλη μαρτυρική, 
απ’ του Κωνσταντίνου την Πόλη, απ’ αυτή.

Όμως τα χρόνια πέρασαν πολλά, 
και ο Τούρκος γέρασε να μας πατά, 
ξύπνησε όμως το γέρο παλικάρι, 
κι έβαλε τον Τούρκο, ως μάθαμε, στο πιθάρι.

Κάναμε λάθος όμως συντροφιά, 
και την πληρώνουμε ακόμα ακριβά, 
διαλέξαμε φίλους πονηρούς, 
που «αγαπούν» εμάς, αλλά, και αυτούς.

Ψάχναμε και ψάχνουμε σε δρόμους μακρινούς, 
μήπως και βρούμε εκείνους τους σοφούς, 
για να έρθουν να μας μάθουν τη γραφή, 
όμως νιώσαν αηδία για μας κι αυτοί.

Πέρασα βουνά, λαγκάδια και νησιά, 
για να μην βλέπω και να ξεχάσω πιά, 
μα όταν κάθισα να ξαποστάσω στο μεγάλο το νησί, 
βρήκα εκεί ζωή, ψυχή και ένα Λευτέρη, 
να μεγαλουργεί.

Τον πήγα στου Περικλή την πατρίδα,
και πράγματα φοβερά να κάνει είδα, 
πήρε το κομμάτι αυτής της άψυχης γής, 
και την έκανε διπλή, κοντά ολόκληρη, 
πριν προδοθεί.

Το όνειρο του γκρέμισαν όμως 
κάποιοι φιλοαλαμανοί, 
και δεν πρόλαβε ποτέ 
στην πόλη που ‘θελε να κοιμηθεί, 
έτσι, συνέχισε ο λαός το όνειρο, 
πάλι σε χρόνια και καιρούς, 
πάλι δικά μας πιστεύει θα ‘ναι.

Προσπάθησα να τα ξεχάσω, 
και άλλο δρόμο να διαβώ, 
έτσι πήρα την πρώτη τυχαία οδό, 
που όμως χωρίς να το ξέρω, 
χωρίς να το φανταστώ, 
πως σε πόλεμο απ' όλους πιο φονικό, 
ξάφνου μπροστά του θα βρεθώ. 

Είδα ένα κορίτσι που το λέγανε Αγάπη, 
να σκοτώνεται στην πρώτη κιόλας μάχη. 
Δεκανέα είδα ελεεινό, 
πάνω στο άψυχο της κουφάρι, 
να προσπαθεί ό,τι πολύτιμο είχε η νεκρή να πάρει.

Είδα γιγάντια τέρατα να πολεμούν σε μάχες, 
και αντί για ψωμί να τρώνε σάρκες, 
είδα ανθρώπους με ψυχές αγνές , 
να γίνονται φονικές πολεμικές μηχανές

Προσπάθησα με κόπο μπάς και ξεχωρίσω, 
το καλό ανάμεσα τους μήπως και αναγνωρίσω 
παντού όμως έβλεπες μόνο σκοτάδι πυκνό, 
και πάνω απ’ όλους τον αιματοβαμμένο Αυτόν.

Γύρισα να δω τι κάνει και ο λαός μου, 
είδα, τρόμαξα, σιχάθηκα 
ακόμη και τον εαυτό μου, 
καταχνιά επικρατούσε και εκεί, 
όμως από αλλού πιο αραιοί, 
γιατί κάποιοι τη σκορπούσαν με Αέρα, 
εκεί μοναχοί, στις Πίνδου τα ψηλά βουνά.

Τους έδεσαν όμως κάποτε και σ’ αυτούς το στόμα, 
και πλάκωσε και εκεί βαρύ σκοτάδι, 
που και τώρα μετά από τόσα χρόνια αγώνα, 
δεν έχει καθαρίσει καλά καλά ακόμα.

Πέρασαν παιδιά μου τα χρόνια, 
φύγαν και τόσοι άσχημοι καιροί, 
και ακόμα για πόσα άραγε η γη αυτή, 
θα ψάχνει να βρεί ταυτότητα για να σωθεί.

Ήρθαν των παιδιών μας οι καιροί, 
και ζητούν να τους δώσουμε κληρονομιά, 
μα πιά; μα τι; τι να σπείρουν σε καμένη γή; 
αυτήν που πήραμε και ‘μεις πιο πρίν!

Βλέπω το λαό και τα παιδιά μου και κλαίω, 
σκέφτομαι τον παλαιό μας πολιτισμό και λέω, 
πως φτάσαμε από τόσο ψηλά, 
όχι τελευταίοι, αλλά ακόμα πιο χαμηλά.

Το γιατί το ξέρουν πιο καλά αυτοί, 
που είναι κατά καιρούς πολιτικοί αρχή, 
σκύψαν το κεφάλι σε αυτούς, 
που ‘ταν κάποτε οι μαθητές μας, 
και τώρα δε θέλουν και δε μπορούν να πουν, 
στους Έλληνες πολίτες να ξεσηκωθούν, 
και το παλιό τους πνεύμα να ξαναβρούν.

Μα όσο και να προσπαθούν, 
σε λίγο καιρό θα το δούν, 
το γαλάζιο παλικάρι θα σπείρει πάλι 
τούτη την καμένη γή, 
και αυτή, ως ξέρει, πάλι θα ανθίσει, 
πάλι θα καρπίσει, 
πάλι πνευματικά θα γονιμοποιήσει, 
τον Κόσμο, τον άνθρωπο, το νέο, το γέρο,
και ως μόνο η Ελλάδα ξέρει, 
νέο πανανθρώπινο λαμπρό πολιτισμό θα χτίσει.

Εύχομαι!













Share To:

Hoanis Arkoulis

Post A Comment: