Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι Μαρκαδόροι και το χρώμα του Νόμου, Μέρος Δεύτερο

«Μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση κύριε Στυλέ;», ρώτησε δειλά δειλά ο Κιτρινούλης. 

«Βεβαίως, αγαπητέ μου μαρκαδόρε!» απάντησε ολόχαρος ο κύριος Στυλός. Είχε περάσει τόσος καιρός από τότε που έγραψε μια δυο λεξούλες που ήταν ανυπόμονος και αυτός για ψιλοκουβέντα. 

«Θα πείτε στο καλό σας φίλο, τον άγριο κύριο Τετράδιο, να μας αφήσει λίγο να ζωγραφίσουμε πάνω στις κατάλευκες σελιδούλες του;», ρώτησε ο Κιτρινούλης. 

«Ποτέ! Ποτέ!», απάντησε σε έξαλλη κατάσταση ο κύριος Τετράδιος. «Οι σελίδες μου είναι μόνο για τον Παναγιωτάκη. Κανείς άλλος δεν έχει το δικαίωμα να γράψει ούτε μια λέξη χωρίς την άδειά του. Δεν θα το επιτρέψω, όχι…» 

«Μα γιατί;», ξαναρώτησε ο Κιτρινούλης. «Ο Παναγιωτάκης μας έχει ξεχάσει όλους πια. Θα ξεραθεί το χρώμα μέσα μας μέχρι να μας ξαναθυμηθεί. Είναι αδικία». 

«Δεν φταίει εκείνος!» απάντησε ο κύριος Στυλός. «Άλλος φταίει…». 

«Ποιος; Ποιος μπορεί να κάνει ένα τέτοιο κακό σε ένα τόσο μικρό παιδάκι. Είναι ασυγχώρητος», αποκρίθηκε ο Μαυρούλης νευρικά. 

«Δεν τα πάει καλά με το σχολείο του τώρα τελευταία. Όλα ξεκίνησαν από τότε που δεν κατάφερε να γράψει εκείνη την εργασία για τους μεγάλους νομοθέτες τον περασμένο μήνα. Το θυμάμαι τόσο καλά σαν να ήταν μόλις χθες», είπε ο κύριος Τετράδιος. 

«Ναι, ναι… έχει δίκιο ο καλός μου φίλος κύριος Τετράδιος. Όμως είναι και μερικά άλλα που βοήθησαν πολύ στο να φτάσει το κακόμοιρο το παιδάκι να μην θέλει να πιάσει το καλό του το τετράδιο. Δεν φταίει αυτό να ‘στε σίγουροι. Αν σας πω τι έχει συμβεί σίγουρα θα συμφωνήσετε και σεις μαζί μου, είμαι απολύτως σίγουρος!» είπε παραπονιάρικα ο κύριος Στυλός. Η φωνούλα του ακουγόταν τόσο λυπημένη που όλοι οι μαρκαδόροι στεναχωρήθηκαν πάρα πολύ. Τότε τον πλησίαζε ο Κιτρινούλης και αφού τον χάιδεψε λίγο πάνω στο μπλε καπάκι του τότε του είπε με την χαρακτηριστική φωνούλα του: 

«Πες και σε μας καλέ μας Στυλέ τι συνέβη με τον Παναγιωτάκη και δεν θέλει πια να μας πλησιάσει. Έτσι και ‘μείς θα μάθουμε, και εσύ θα ξελαφρώσεις με όλο αυτό το βάρος που έχεις μέσα στη μπλε ψυχούλα σου! Έχουμε πολύ αγωνία να μάθουμε το λόγο για το οποίο μας εγκατάλειψε ο Παναγιωτάκης και κινδυνεύουμε τώρα να χαλάσουμε απ’ την αχρηστία! Έχουμε τόση λαχτάρα και αγωνία να μάθουμε…, σε παρακαλούμε!» 

«Σε παρακαλούμε, σε παρακαλούμε!» είπαν όλοι μαζί οι μαρκαδόροι με μια δυνατή φωνή, και μετά το ξαναείπαν πάλι ξανά και ξανά, όλο και πιο δυνατά: «Σε παρακαλούμε, σε παρακαλούμε!». Έτσι μην έχοντας και τίποτε άλλο καλύτερο να κάνει ο κύριος Στυλός τους είπε ό,τι γνώριζε για τις περιπέτειες του μικρούλη Παναγιωτάκη με τα σχολικά του μαθήματα. 

«Ο Παναγιωτάκης δεν είναι κακός μαθητής. Δεν φταίει εκείνος που έφτασε σε αυτό το σημείο. Απογοητεύθηκε βλέπετε από την έλλειψη βοήθειας και συμπαράστασης. Οι γονείς του, δυστυχώς, είναι όχι μονάχα αγράμματοι, αλλά άξεστοι και αδιάφοροι. Νομίζουν πως όταν ένα παιδί έχει φαγητό να τρώει και καλά ρούχα να ντύνεται είναι ό,τι περισσότερο ονειρευόταν στην ζωή του! Έτσι, είναι ολημερίς στη δουλειά και το βράδυ όταν γυρίζουν σπίτι πέφτουν ξεροί κι δυο τους πάνω στο καναπέ μοιράζοντας τα τηλεκοντρόλ των άπειρων τηλεοράσεων που βρίσκονται διάσπαρτες μέσα στο βομβαρδισμένο από τη βρωμιά σπίτι. Καμιά φορά η μανούλα του, τoν ρωτάει ένα ξερό και άψυχο: «Διάβασες Παναγιώτη;», για να πάρει ένα μεγάλο, γλυκύτατο και ψεύτικο: «Ναι μανούλα μου!». Έτσι, αποκαμωμένοι και παντελώς ήσυχοι πως έχουν εκτελέσει τα γονικά τους καθήκοντα στο ακέραιο πέφτουν το βράδυ να κοιμηθούν, ροχαλίζοντας και ρουθουνίζοντας μάλιστα, λες και είναι τίποτε κυνηγημένοι και αγριεμένοι λέοντες και οι δυο τους, καταμεσής μιας τεράστιας και αφιλόξενης ζούγκλας. 

Απ’ την άλλη, η μέρα για τον Παναγιωτάκη δεν έχει τελειώσει ακόμη, αφού κλεισμένος στο υπόγειο του σπιτιού, αυτοφυλακισμένος στην κυριολεξία, πολεμάει άγνωστους, εικονικούς ψηφιακούς εχθρούς, χαμένος σε έναν ψεύτικο και άνοστο κόσμο που του προσφέρει απλόχερα ο ηλεκτρονικός του υπολογιστής. Έτσι, μέρα με την μέρα, απομακρύνεται όλο και περισσότερο από εκείνη την ευγενική ζωή που έχει καθορίσει η γλυκιά του Φύση να γυμνάζει σε αυτή την τρυφερή ηλικία τόσο το μυαλό, όσο και τον νου του. Ένα δεκάχρονο παιδί, ναυαγός σε έναν ψεύτικο κόσμο, αβοήθητο, να ψάχνει μια στιγμή απόλαυσης, συντροφιάς και διασκέδασης, μέσα σε έναν άυλο κόσμο», είπε ο κύριος Στυλός και ένα μπλε μικρούλη δακρυάκι άρχισε σιγά σιγά να κατρακυλάει απ’ τα βουρκωμένα γεμάτα συγκίνηση πανέμορφα ματάκια του. 

«Πω πω, καταστροφή! Τι έπαθε το κακόμοιρο το παιδάκι! Ντροπή, στους άδικους και τόσο κακούς γονείς του!», ξεφώνησε, γεμάτος όλο οργή, ο Μαυρούλης. Αμέσως, ένα κάρο σούσουρα και μουρμουρίσματα άρχισαν να περιπλανιόνται μέσα στο μικρό γραφειάκι, προερχόμενα όλα από τους άλλοτε νευρικούς και άλλοτε στενάχωρους μικρούς μας μαρκαδόρους. Όμως ο κύριος Στυλός δεν είχε τελειώσει ακόμη τη διήγησή του. 

«Δεν τελείωσα ακόμη…, έχω κι άλλα να σας πω!», είπε, βγάζοντας μια δυνατή φωνή που συνέτισε αμέσως τους ανυπόμονους και φωνακλάδες μαρκαδόρους. Έτσι, μετά από λίγο, και αφού ησύχασαν, κάπως, οι μικροί χρωματιστοί του νέοι φίλοι, συνέχισε ακάθεκτος τη διήγησή του. 

«Όλα ξεκίνησαν τότε, με αφορμή κείνη την εργασία που του ανάθεσε η δασκάλα του στο σχολείο. Δεν τα πήγε καθόλου καλά. Δεν είχε άλλωστε και κανέναν να τον βοηθήσει και έτσι επόμενο ήταν να τα θαλασσώσει. Ήταν και λιγουλάκι πάνω απ’ τις δυνατότητές του βλέπετε. Τέλος πάντων, μέχρι τότε ήταν μέτριος μαθητής. Μετά…, ήρθε το χάος! Πάντως, μερικοί γονείς είναι καλά καλά ανίκανοι. Χαραμίζουν ώρες ολόκληρες χαζολογώντας μπροστά σε ένα άψυχο χαζοκούτι όπως η τηλεόραση και δεν βρίσκουν έστω και μια ώρα καιρό να ασχοληθούν με το αίμα τους, με το καλό τους το παιδάκι. Τι θα έχουν να θυμούνται σαν γεράσουν; Την ανόητη τηλεοπτική εκπομπή η το γλυκό χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στα χείλη του φυλλοκάρδι τους; Το αναμμένο κουτί της ανόσιας διασκέδασης τους τούς κρατάει σβηστή την πέτρινη καρδιά τους. Όμως δε θέλω να περιοριστώ εκεί, θα ήταν ανώφελο άλλωστε. 

Η εργασία που του ανάθεσε η δασκάλα του στο σχολείο ήταν σχετική με το νόμο και τους μεγαλύτερους νομοθέτες όλων των εποχών. Έπρεπε βλέπετε ο Παναγιωτάκης να συλλέξει, με λίγα λόγια, πληροφορίες σχετικά με το τι είναι νόμος και να γράψει λίγα λογάκια για το έργο των μεγαλύτερων νομοθετών όλων των εποχών, πάνω βέβαια στις κατάλευκες σελιδούλες του κυρίου Τετράδιου, με το ανεξίτηλο μελάνι μου φυσικά, και να πάει την εργασία του αυτή στην κυρία του. Όχι και τόσο απλά πράγματα δηλαδή. Είχε όμως καιρό δύο ολόκληρες εβδομάδες, όσο δηλαδή διαρκούσαν οι διακοπές των Χριστουγέννων. Παρόλα αυτά όμως δεν κατάφερε τίποτε, όσο και αν παρακαλούσε τους γονείς του να τον βοηθήσουν. «Έχουμε καιρό!», του απαντούσαν ξερά ξανά και ξανά. «Πήγαινε να παίξεις κάνα παιχνίδι στο υπολογιστή και όταν έχω καιρό θα σου πω!», του έλεγε ο πατέρας του καθώς χαζολογούσε με την τηλεόραση. Τελικά το παιδάκι δεν τα κατάφερε. 

Πήγε αδιάβαστος και άγραφος μετά από δύο ολόκληρες εβδομάδες. Ντροπιάστηκε. Έκλαιγε για μέρες. Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Έτσι, παραιτήθηκε. Κλείστηκε σε ένα δωμάτιο και άρχισε να πολεμάει αόρατους εχθρούς σε ένα άγνωστο πόλεμο. Και για όλα αυτά ποιος φταίει; Οι γονείς του βέβαια! Διαθέτουν τέσσερις με πέντε ώρας για την τηλεοπτική τους διασκέδαση και ούτε δέκα λεπτά για το παιδάκι τους! Ντροπή, και ξανά, ντροπή τους! Την τηλεόραση θα έπρεπε να είχαν για παιδάκι τους και όχι τον Παναγιωτάκη. Αυτό τους αξίζει!» είπε κλείνοντας ο κύριος Στυλός σε ένα πολύ οργισμένο τόνο φωνής. 

«Και τώρα τι κάνουμε;», ακούστηκε η ψιθυριστή φωνούλα της Γαλαζούλας να λέει δειλά δειλά. 

«Εγώ λέω να του γράψουμε εμείς την εργασία!» πετάχτηκε και απάντησε όλο θέρμη και ενθουσιασμό ο σκληροτράχηλος μαρκαδόρος της παρέας, ο κύριος Μαυρούλης. 

«Ναι, ναι!», συμπλήρωσαν με μια φωνή όλοι μαζί και οι υπόλοιποι μαρκαδόροι, κατενθουσιασμένοι όλοι τους από την υπέροχη ιδέα του Μαυρούλη. 

«Ναι…, μα…, υπάρχει ένα μικρούλη τόσο δα προβληματάκι!» είπε πάλι ο Μαυρούλης. «Ξέρει όμως κανείς από εμάς τίποτε σχετικό με τους μεγαλύτερους νομοθέτες όλων των εποχών;» ρώτησε διστακτικά, γνωρίζοντας προφανώς ό,τι κανείς από τα αδελφάκια του δεν είχε καμία απολύτως τέτοιου είδους γνώση. 

Μια απέραντη σιωπή σκέπασε απ’ άκρη σ’ άκρη το μικρό δωματιάκι. Οι πολύχρωμοι μαρκαδόροι κοίταζαν σιωπηλοί ο ένας το άλλον χωρίς να ξέρουν τι να απαντήσουν. Πραγματικά, ο κύριος Μαυρούλης είχε απολύτως δίκιο. Είχαν μεν τη θέληση αλλά…, δεν είχαν τα προσόντα! Και τώρα, τι θα έκαναν; Άρχισαν να απελπίζονται! 

«Χα, χα , χα!» ακούστηκε μια βροντερή φωνή να ξεκαρδίζεται στα γέλια. «Χα, χα , χα!», πλημμύρισε το χώρο ένα εγκάρδιο γέλιο ξανά και ξανά. 

«Μα…, από πού έρχεται τούτο το γέλιο; Κάποιος παρακολουθούσε τόσην ώρα όλα όσα λέγαμε και τώρα μας κοροϊδεύει. Αν τον πιάσω στα χέρια μου…» είπε ο Πορτοκαλούλης αλλά δεν πρόφτασε να τελειώσει τη φράση του όταν ένα ακόμη βροντερό γέλιο τον διέκοψε απότομα. 

«Χα, χα , χα! Και τι θα του κάνεις σαν τον πιάσεις στα χέρια σου, μικρέ χαζούλη μαρκαδόρο;» ακούστηκε να λέει μια φωνή προερχόμενη από κάπου πολύ ψηλά πάνω στην μικρή βιβλιοθήκη που δέσποζε με τον όγκο της πάνω απ’ το μικρούλη γραφειάκι. 

«Ποιος είναι κει;» ρώτησαν με μια φωνή όλοι μαζί οι κατατρομαγμένοι μαρκαδόροι, λες και τραγουδούσαν σε κάποια χορωδία. 

«Πρέπει να μην τρομάζετε τόσο πολύ και τόσο απότομα, μικρά αθώα πολύχρωμα πλασματάκια. Επίσης, δεν είναι κακό να διαβάζετε μερικές φορές και καμιά σελίδα. Δεν υπάρχουν μόνο λευκές σελίδες έτοιμες για να καλοδεχτούν τα πανέμορφα χρώματά σας. Υπάρχουν και κείνες που είναι ήδη γραμμένες με πολλές όμορφες λεξούλες που αδημονούν να πλημμυρίσουν όλα τα κενά του μικρού αγράμματου νου σας. Θα σας βοηθήσω εγώ λοιπόν, αρκεί να βάλει και λίγο απ’ το φρέσκο μελάνι του και ο κύριος Στυλός», απάντησε εκείνη η χαρακτηριστική φωνή. Ξαφνικά, μια άγνωστη και κατασκονισμένη μορφή ξεπρόβαλλε στην άκρη του πιο ψηλού ραφιού της βιβλιοθήκης. Στην όψη του και μόνο οι μικροί μας μαρκαδόροι άρχισαν να κάνουν μερικά μικρά φοβισμένα βηματάκια προς τα πίσω, με ενσυνείδητη κατεύθυνση την ασφάλεια του μικρού κουτιού τους. Όμως, η φωνή του άγνωστου έβαλε και πάλι την καρδούλα τους στην θέση της, αμέσως μόλις τους εξήγησε ποιος είναι. 

«Είμαι ο κύριος Κοντυλοφόρος! Είμαι αισίως πάνω από εκατόν ογδόντα χρόνων. Δυστυχώς, εδώ και πολύ καιρό είμαι στην αχρηστία, παραπεταμένος μέσα σε τούτο δω το μικρό χιλιοτρυπημένο κουτάκι. Έτσι το μελάνι μου έχει πια στεγνώσει, αλλά οι σκέψη μου είναι πάρα, μα πάρα πολύ, ζωηρή. Εξίσου και οι γνώσεις μου. Ξέρω τα πάντα σχετικά τόσο με τους νόμους όσο και με τους μεγάλους νομοθέτες. Αν με βοηθήσετε να κατέβω από δω θα σας πω ό,τι χρειάζεστε να γράψετε στην εργασία του πολυαγαπημένου μας Παναγιωτάκη», είπε ο κύριος Κοντυλοφόρος. 

Αναστέναξαν βαθιά με ικανοποίηση όλοι οι κακομοίρηδες οι μαρκαδόροι στο άκουσμα της ταυτότητας του άγνωστου φίλου τους. Όμως, μόλις άκουσαν τα χαρμόσυνα νέα από τα χειλάκια του κυρίου Κοντυλοφόρου άρχισαν όλα τους να χοροπηδούν δεξιά και αριστερά, πάνω κάτω, πέρα δώθε, από την μεγάλη τους χαρά. Έγιναν όλα ένα σωρός κουβάρι και γέλια σκορπίστηκαν απλόχερα παντού τριγύρω. Επιτέλους, θα βοηθούσαν εκείνον που αγαπούσαν πιο πολύ. Ίσως και με αυτό τον τρόπο να του έδειχναν και τον τρόπο να επιστρέψει στον σωστό δρόμο. Ποιος ξέρει; Όλα τα ενδεχόμενα ήταν πάντοτε ανοικτά. Κανείς δεν βγαίνει ζημιωμένος με το να προσπαθεί να κάνει το μέγιστο καλό σ’ αυτούς που αγαπά και σέβεται περισσότερο! 

«Δεν αφήνεται τις χαρές και τα πανηγύρια να με βοηθήσετε να κατέβω από δω πάνω, λέω ‘γω;», είπε νευρικά λιγουλάκι ο κύριος Κοντυλοφόρος. 

Τότε όλοι οι μαρκαδόροι πήγαν κοντά στον κύριο Σπόγγο και τον άρχισαν στα παρακάλια και στις γλύκες, προκειμένου να ξαπλώσει και να προσγειωθεί πάνω του ασφαλής ο γέρος κύριος Κοντυλοφόρος. Ξαφνιάστηκαν με την απρόσμενη προθυμία του, αφού και κείνος ο κακομοίρης ήθελε να δει τον Παναγιωτάκη και πάλι χαρούμενο και ζωηρό, γεμάτο ζωντάνια και όρεξη για διάβασμα και γνώση. 

Ξάπλωσε λοιπόν, φαρδύς πλατύς, ο κύριος Σπόγγος, πάνω στο μικρό γραφειάκι του Παναγιωτάκη και με ένα μεγάλο άλμα από ψηλά, τσούπ, ο κύριος Κοντυλοφόρος προσγειώθηκε ασφαλής πάνω στον κύριο Σπόγγο. Αμέσως έτρεξαν κοντά του όλα τα μαρκαδοράκια και άρχισαν να τον περιεργάζονται, λες και ήταν κανένα αξιοθέατο, αλλά είχαν και τούτα τα κακόμοιρα τα δίκια τους. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν έναν ολοζώντανο κοντυλοφόρο. 

Ύστερα άρχισαν οι τυπικές συστάσεις και αμέσως μετά όλα τα μαρκαδοράκια έκατσαν κάτω και σαν καλοί μαθητές αδημονούσαν να αρχίσει την διήγησή του ο κύριος Κοντυλοφόρος. Εκείνος, αφού είπε κάνα δυο ιδιαίτερα λογάκια με τον κύριο Στυλό, που αφορούσαν κυρίως τον ρυθμό που θα έγραφε πάνω στον κύριο Τετράδιο όλα όσα θα έλεγε εκείνος, ανέβηκε πάνω σε ένα ψηλό κουτάκι έτσι ώστε να τον βλέπουν όλοι πεντακάθαρα και άρχισε την πολυαναμενόμενη διήγησή του. 

«Αγαπητά μου μαρκαδοράκια, όλα όσα ξέρω σχετικά με του μεγαλύτερους νομοθέτες όλων των εποχών τα γνωρίζω γιατί κάποτε και εγώ ο ίδιος έγραφα νόμους. Υπήρξα ξέρετε προσωπική πένα ενός γραφέα που εργαζόταν σε κάποιο από τα τόσα γραφεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης και έτσι ολημερίς ασχολούμουν με νομοθεσίες και τα συναφή. Έτσι, μια μέρα, εκείνος ο μελαγχολικός τύπος που ήταν και ο ιδιοκτήτης μου για πάρα πολλά χρόνια, χρειάστηκε να γράψει μια μελέτη σε ένα σχετικό θέμα. Επόμενο ήταν να συμμετέχω και ‘γω. Έρχομαι λοιπόν στο θέμα μας αμέσως. 

Στην μακραίωνη, και τόσο πολύχρωμη, ιστορία των δίποδων αφεντικών, επινοητών και κατασκευαστών μας έχουν υπάρξει ένα κάρο από λογιών λογιών νομοθέτες. Βλέπετε αγαπητά μου παιδιά, οι άνθρωποι από πάντα ήθελαν και προσδοκούσαν να έχουν μια τάξη στην κοινωνία τους, όπως αυτή εννοούνταν μέσα στα στενά όρια της πόλης τους αρχικά, και σε κείνα του κράτους τους μετέπειτα. Οι νόμοι τους άλλοτε ήταν αυστηροί, με βαριές τιμωρίες για τους όποιους παραβάτες, και άλλοτε ήταν μεταθανάτιοι, όπως όλες εκείνες οι ασήκωτες καταδίκες που περιμένουν τους αποκαλούμενους αμαρτωλούς στην Κόλαση. Έτσι, όπως θα αντιληφθήκατε βέβαια, ό,τι εκτός από τους κανονικούς νόμους υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, όπως οι «Θείοι Νόμοι», οι «Φυσικοί Νόμοι» και οι «Άγραφοι Νόμοι», όπως αυτός που αφορά εμάς, που μας επιτρέπει να έχουμε λόγω ύπαρξης και ζωής, αν και βάση της λογικής των ανθρώπων αυτό δεν θα έπρεπε να συμβαίνει. Όμως, άγνωστες οι βουλές των παραμυθιών! 

Ας μιλήσουμε πρώτα για τους «Νόμους» και μετά θα σας πω και λίγα λογάκια για τους πιο γνωστούς και σπουδαίους νομοθέτες, αν και δεν έγραψαν όλοι τους νόμους τους με το ίδιο χρώμα, όπως θα λέγατε και σεις καλά μου μαρκαδοράκια. Η έννοια λοιπόν του Νόμου υφίσταται και οφείλει την ύπαρξή του στο Δίκαιο, όπως το έχουν συλλάβει και οργανώσει οι δίποδοι αφέντες μας μέσα στον χαώδη νου τους, αφού ανάλογα με την εποχή και τον πλούτο τους πάντοτε αλλάζει. Οι νόμοι θα πρέπει να βασίζονται στις βασικές αρχές του πολιτεύματος τους, του Συντάγματός τους δηλαδή, με την σύγχρονη έννοια, η του Δήμου, του Βασιλείου, της Αυτοκρατορίας τους με την πιο παλιά. Η τήρηση των νόμων είναι υποχρεωτική για όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θέσης ή αξιώματος που τυχόν κατέχουν, βάσει της αρχής της ισονομίας που ορίζει ότι όλοι είναι ίσοι απέναντι στο νόμο. Επίσης έχουν απεριόριστη ισχύ, δηλαδή ισχύουν για πάντα εκτός αν καταργηθούν με άλλο νόμο. Αυτό που θα πρέπει να έχετε καλά στο νου σας, τόσο εσείς όσο και ο Παναγιωτάκης είναι ένα: Οι δίκαιοι νόμοι πρέπει να είναι άχρωμοι αν θέλουν να αντέξουν στο χρόνο και στα καπρίτσια του κάθε ηγέτη, όπως λένε οι άνθρωποι τους κατά καιρούς δικούς τους αφεντάδες. 

Εκτός από τους νόμους δικαίου, που σας περιέγραψα παραπάνω, υπάρχουν όπως σας είπα και κάποιοι άλλοι. Οι «Θείοι Νόμοι» είναι εκείνοι που και καλά έχουν επιβληθεί από τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη της κάθε θρησκείας προκειμένου να διατηρεί τους πιστούς τους υποταγμένους στο θείο θέλημα, που τις περισσότερες φορές έχει το χρώμα της πορφύρας που τόσο φθονούν όλοι οι άνθρωποι. Αν μου ζητούσατε να χρωματίσω τους «Θείους Νόμους» των ανθρώπων θα τους ζωγράφιζα με το ζωηρό χρώμα του Κοκκινούλη, αφού όλες οι θρησκείες τους είναι βουτηγμένες τόσο πολύ μέσα στο αίμα που κανένα άλλο χρώμα δεν ταιριάζει καλύτερα, χωρίς να θέλω να θίξω τον Κοκκινούλη βεβαία. Υπάρχουν όμως και νόμοι που είναι έξω από την δικαιοδοσία των ανθρώπων και απλά εκείνοι τους ανακαλύπτουν όταν, κάποτε και εκ των πραγμάτων, υποχρεώνονται να τους τηρούν απαρέγκλιτα. Αυτοί δεν είναι άλλοι από τους «Φυσικούς Νόμους», βαμμένοι με το μπλε χρώμα του ουρανού και της θάλασσας και είναι συνήθως προτάσεις που ισχύουν πάντα στα φαινόμενα των φυσικών επιστημών και τους ξεχωρίζουμε κατά σειρά σπουδαιότητας σε αρχές, κανόνες και νόμους. Για να τους διαβάσουμε χρειάζεται να γνωρίζουμε μαθηματικά, αφού οι λεγόμενες εξισώσεις είναι ο μόνος τρόπος που περιγράφει τους νόμους αυτούς. 

Οι «Άγραφοι Νόμοι» είναι κατ’ εμέ απ’ τους πιο σπουδαίους. Είναι εκείνοι που μας υπαγορεύουν τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς. Είναι εκείνοι που μας υποδεικνύουν να αγαπάμε και να σεβόμαστε τόσο τους γονείς μας όσο και όλους τους γεροντότερους. Να προσέχουμε και να λατρεύουμε τα παιδιά μας και την οικογένειά μας. Γενικά οι «Άγραφοι Νόμοι» έχουν να κάνουν με κανόνες ηθικής, ηθών και εθίμων, που συνδέονται πάντα με την ιστορία και το ποιόν του κάθε λαού ξεχωριστά. Αν θέλετε να ταυτίσω κι αυτούς με κάποιο χρώμα θα σας απογοητεύσω γιατί για μένα η αγάπη για τον συνάνθρωπο σου δεν μπορεί να χρωματιστεί όσο κι αν την μπογιατίζουν κάποιοι με την απόχρωση του Κοκκινούλη. 

Η παγκόσμια ιστορία της νομοθεσίας χωρίζεται σε τρείς κατηγορίες. Αυτές είναι στους μυθολογικούς, η μυθικούς, νομοθέτες, όπως ήταν ο Μίνωας, ο Σπαρτιάτης Λυκούργος, ο Μήνης, που ήταν και ο πρώτος μυθικός βασιλιάς της Αρχαίας Αιγύπτου, ο Μίνωας, ο Σαργών, και τόσοι μα τόσοι πολλοί άλλοι γνωστοί και άγνωστοι, μυθικοί, κυρίως, βασιλείς. Τούτοι ήταν και οι πρωτοπόροι που έγραψαν τις πρώτες λέξεις στο λαμπρό και ευφυές ογκώδες βιβλίο της ανθρώπινης νομοθεσίας. Μετά σειρά είχαν οι θρησκευτικοί νομοθέτες όπως ήταν κείνοι, οι άγνωστοι, που συνέταξαν τους θρησκευτικούς νόμους της Αρχαίας Αιγύπτου και της Αρχαίας Μεσοποταμίας. Μετά ακολούθησε ο Μωυσής με τις δέκα θεϊκές εντολές του και τον περίφημο και αυστηρότατο «Μωσαϊκό Νόμο». Τέλος, στην Τρίτη κατηγορία είναι οι απόλυτα ανθρώπινοι νομοθέτες, όπως ήταν ο Δράκων, ο Σόλων, ο Κλεισθένης, ο Εφιάλτης, ο Θεοδόσιος, με τον «Θεοδοσιανό Κώδικα», ο Ιουστινιανός, με τον δικό του κώδικα και πολλοί άλλοι. 

Όλοι τους όμως είχαν ένα καλό και ένα κακό. Ο κάθε ένας έγραφε τους νόμους του με βάση τα κριτήρια της εποχής του και μόνο, πράγμα που έκανε την προσπάθειά τους ευάλωτη στο διάβα του χρόνου, ξεχνώντας συχνά σε κάθε περίπτωση τον παράγοντα που λέγεται ανθρώπινη αξία. Το καλό τους ήταν πως ο κάθε ένας από αυτός κατάφερνε να φέρει την τάξη μέσα στη αταξία που τους ανάγκασε να προβούν σε τέτοιο έργο. 

Σίγουρα, καλά μου μαρκαδοράκια θα θέλατε να σας πω ποιος είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη και ο μεγαλύτερος νομοθέτης όλων των εποχών, έτσι δεν είναι; Έναν έχω πάνω πάνω στην μεγάλη τούτη λίστα, και είναι γένους θηλυκού! Σίγουρα την ξέρετε!», είπε και ένα μεγάλο σούσουρο ξέσπασε αμέσως ανάμεσα σε όλα τα μαρκαδοράκια που ήταν μαζεμένα ακριβώς μπροστά του. 

«Μα ποιος είναι…, ποιος;», άρχισαν να ρωτούν ξανά και ξανά πλημμυρισμένα πάλι με την έμφυτη περιέργεια που τα διακατέχει. 

«Μα φυσικά είναι η γλυκιά μητέρα όλων μας; Η μητέρα Φύση! Τούτη έχει γράψει νόμους πάνσοφους και ανεξίτηλους στο πέρασμα του χρόνου. Αν τον ακολουθούσαν σωστά και κατά γράμμα τα άμυλα τα δίποδα αφεντικά μας, οι άνθρωποι, τότε ολόκληρος ο κόσμος θα ήταν τρισευτυχισμένος, και ‘μεις φυσικά μαζί μ’ αυτούς! Αλλά, τούτοι έχουν άλλα άνομα σχέδια, δυστυχώς. Κρίμα, πολύ κρίμα! Η φυσικοί νόμοι φανερώνουν την τελειότητα που διακατέχει τα αθάνατα έργα της Φύσης. Τούτη είναι η μοναδική που της αξίζει ένα υπέρτατο και μεγαλόφωνο «Εύγε!». Αυτά είχα να σας πω, και ελπίζω ο αγαπητός κύριος Στυλός να μπόρεσε να προλάβει να γράψει όλα όσα είπα!», είπε κλείνοντας ο κύριος Κοντυλοφόρος, αφήνοντας άφωνους τους μικρούληδες και αδαείς μαρκαδόρους. 

Κατόπιν σηκώθηκε και αποτραβήχτηκε σε μια μικρή γωνίτσα του γραφείου όπου έκατσε σιωπηλός να συλλογιστεί όλα όσα είχαν συμβεί, όσο και να ξεκουραστεί λιγουλάκι, καθώς και τα χρονάκια του δεν ήταν δα και λίγα. 

Οι μαρκαδόροι κοιτάχθηκαν αινιγματικά αναμεταξύ τους και αυτοί. Μια απέραντη σιωπή είχε αντικαταστήσει το προηγούμενο εκκωφαντικό σούσουρο. Ο κύριος Στυλός έγραψε τις τελευταίες λεξούλες πάνω στις κατάλευκες γαλακτερές σελιδούλες του κυρίου Τετράδιου, που ήταν κατ’ ευτυχισμένος που μετά από τόσο καιρό του γινόταν τέτοια τιμή. Ύστερα, καταπονημένα όλα τα πλαστικά και μη πλασματάκια άρχισαν να αποχωρούν για ξεκούραση στα αναπαυτικά κουτάκια τους, έχοντας κατά νου όλα όσα είπε ο κύριος Κοντυλοφόρος στο τέλος. Σίγουρα, είχε τόσο δίκιο, μα ποιος τον ακούει! 

Την επόμενη μέρα το πρωί ο Παναγιωτάκης βρήκε κατενθουσιασμένος την γραμμένη εργασία σχετικά με τους νόμους και τους μεγαλύτερους νομοθέτες όλων τον εποχών. Αμέσως αφού τη διάβασε ξανά και ξανά πολλές φορές, τόσο όσο χρειαζόταν να ξέρει τα πάντα, την έβαλε στην σάκα του και την πήγε ξετρελαμένος απ’ την χαρά του στη αυστηρή δασκάλα του. Βρέθηκε λίγο προ εκπλήξεων βέβαια όταν εκείνη τον ρώτησε ποιος τον βοήθησε και τη συνέταξε, όμως, χάρις στην έμφυτη ευστροφία του απάντησε: «Ο καλοί μου Άγγελοι!». 

Από κείνη την ημέρα ο Παναγιωτάκης ξαναέγινε ένας καλός μαθητής, καλύτερος μάλιστα από πριν. Τώρα είχε και την αμέριστη βοήθεια τον καλών του φίλων, και προστατών του, των Μαρκαδόρων και της καλής τους παρέας. Τούτα, κάθε βράδυ πήγαιναν και έλεγχαν τα μαθήματα του μικρού τους φίλου και τον βοηθούσαν όπου χρειαζόταν. Εκείνος πάλι αν και ποτέ δεν έμαθε ποιος ήταν οι καλοί του «Άγγελοι», όσο και αν έψαξε ξανάφτιαξε τις σχέσεις του με τους γονείς του, που άρχισαν, παραδόξως, να τον βλέπουν με άλλο μάτι, να τον προσέχουν και να τον βοηθούν, έστω και με τις λίγες γνώσεις που είχαν, αφού για όλα τα υπόλοιπα φρόντιζαν οι κύριοι Μαρκαδόροι, ο κύριος Στυλός και ο κοσμογυρισμένος κυριος Κοντυλοφόρος με την καλή παρέα τους. 

Πάντως, η ουσία είναι πως ποτέ δεν πρέπει να απογοητεύσεις ένα παιδί, γιατί τότε όλο το Σύμπαν συνωμοτεί προκειμένου να είναι αυτό πάντοτε ευτυχισμένο και γελαστό μέσα στο φανταστικό του κόσμο. Σύμμαχός του, πάντοτε πιστός, η μητέρα Φύση και οι πολύχρωμοι, ολοζώντανοι, Μαρκαδόροι, που θα δίνουν πάντα χρώμα στην κάθε ημέρα της παραμυθένιας ύπαρξής του! 



Ηωάνης Αρκουλής 
(Αρκολέων) 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γονείς και Ηλεκτρονικά Παιχνίδια

Η κάθε εποχή έχει και τα δικά της χαρακτηριστικά. Η σημερινή θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως η εποχή του Διαδικτύου και της Ευρυζωνικότητας. Ποτέ άλλοτε η πληροφορία δεν ήταν τόσο ευχερή και τόσο προσιτή. Όλος ο σύγχρονος κόσμος «πακεταρισμένος» μας προσφέρεται στο «χέρι» έναντι ενός μικρού σχετικά αντιτίμου. Η επικοινωνία σε όλο της το μεγαλείο και σε επίπεδο παγκοσμίου εύρους. Παρόλα αυτά και ζώντας, λόγω εργασίας, ανάμεσα στην νεολαία παρατηρώ πως οι σύγχρονοι νέοι δεν αντιλαμβάνονται αυτό το τεχνολογικό δώρο με τον σωστό τρόπο και αδυνατούν να το αξιοποιήσουν κατάλληλα. Ο παλμός της σύγχρονης νεολαίας βρίσκεται δυστυχώς αλλού.
Η συνεχής εξέλιξη των σύγχρονων υπολογιστών σε συνδυασμό με την ραγδαία ανάπτυξη του διαδικτύου έπλασε ένα νέο πεδίο επιχειρηματικής ενασχόλησης. Βρέθηκαν νέοι επιχειρηματικοί ορίζοντες που ακούν στο όνομα Online Gaming. Οι αλάνες που παλαιότερα έσφυζαν από ζωή χάθηκαν αντικαθιστάμενες από την ψυχρή και παγερή εικόνα του monitor ενός Η/Υ. Όμως θα π…

ΕΦΑΛΤΗΡΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΣΚΕΨΕΩΝ

Αριστεροδεξιά πολιτική ονόμασε ένας πολύ καλός μου φίλος την ανάλγητη πολιτική η οποία ασκείται στον δύσμοιρο τούτο τόπο αν όχι απ’ τα πρώτα βήματα της εικονικής ελευθερίας του,τουλάχιστον, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.
«Αριστεροδεξιόστροφη» θα πρότεινα εγώ, αφού στην ουσία ούτε καν αυτή την αμιγώς αριστερή η την αμιγώς δεξιά πολιτική δεν ξέρουν ή, πιθανότατα, αγνοούν παντελώς τους τρόπους και τις μεθόδους εφαρμογής της. Όμως η ελληνική κοινωνία δεν είναι πειραματόζωο, και, πέρα από τις όποιες πολιτικές ιδεολογίες, οι άνθρωποι έχουν πάνω απ’ όλα ανάγκες, οι οποίες πρέπει να εκπληρώνονται από όλους αυτούς, οι οποίοι, προσέξτε, δεν καλέσαμε, αλλά οικιοθελώς δέχθηκαν να προσφέρουν τις έμμισθες υπηρεσίες τους. Αγνοούμαι πάντοτε εμείς οι νεοέλληνες ψηφοφόροι πως η σημερινή, αλλά και η χθεσινή, πολιτική μας ηγεσία είναι έμμισθοι υπάλληλοί μας και όχι κηδεμόνες μας. Οι εξουσίες τους, στα πλαίσια του Συντάγματος, πηγάζουν από εμάς, για εμάς. Λεπτομέρειες, που θα είχαν αλλάξει όμως…

Νάξος… Όσες Ευχές, Τόσες Κατάρες!

Είναι ευχή λένε να ζεις σε τούτο δω τον τόπο, μα πόσο δίκιο έχουν. Στα εσώψυχά μου αντηχεί μια ψιθυριστή φωνή να μου λέει ξανά και ξανά, «Νάξος μου αγαπημένη και χιλιοτραγουδισμένη!». Όπου και να στρέψω τη ματιά μου η κάθε εικόνα που βλέπω μου φέρνει στο μυαλό τη φράση «Γλύκα μεγάλη είχε το νησί ετούτο, ησυχία πολλή, ......κι η θάλασσα ήμερη», λόγια αξέχαστα του αείμνηστου Νίκου Καζαντζάκη. Στο ατέλειωτο διάβα σου, τυχερέ ταξιδιώτη, όπου και αν κοιτάξεις, Θεέ μου, η πανώρια ομορφιά της Ναξιακής υπαίθρου θα σε μαγέψει, θα σε υπνωτίσει, και σαν μια άλλη, παράξενη, σύγχρονη Αργώ θα σε ταξιδέψει σε νέα, νοερά, μυθικά ταξίδια. Απ’ τη μια άκρη ως την άλλη, τούτο το νησί, θυμίζει κατάφωτη δροσοσταλίδα πάνω στην ανεμοράχη της κουρασμένης, γερασμένης και τόσο πολύπαθης Ελλάδας μας. Σου χαρίζει απανωτές εικόνες που χαράζουν στα εσώψυχά σου, δύσμοιρε επισκέπτη, μνήμες ανεξίτηλες που όσο μακριά του και αν βρεθείς, τούτες, κάποτε, οι νοητές και αόρατες «Ερινύες» θα σε τραβήξουν πίσω επιτακτικά να …