Οι Μαρκαδόροι και το χρώμα του Νόμου, Μέρος Πρώτο

Ο Κιτρινούλης ένιωθε άβολα μέσα στο κουτάκι του. Ήταν ο κακομοίρης κλεισμένος εκεί τόσες πολλές μέρες. Στριφογύριζε νευρικά γύρω γύρω προσπαθώντας να ξεμουδιάσει λίγο από το ατελείωτο καθισιό. Τα αδελφάκια του τον έβλεπαν και δεν του έδωναν καμία σημασία. Είχαν συνηθίσει πλέον τον περίεργο και στριφνό χαρακτήρα του. Όσο όμως εκείνοι αδιαφορούσαν επιδεικτικά τόσο εκείνος εκνευριζόταν και μουρμούριζε όλο και περισσότερο.
«Μα κανείς σας δεν τον ενδιαφέρει το μέλλον του;» ρώτησε με νεύρο τους υπόλοιπους μισοκοιμισμένους μαρκαδόρους.
«Μπα, έχουμε εσένα που γνοιάζεται τόσο πολύ που είναι υπεραρκετό για όλους μας!» του απάντησε χασκογελώντας ο Καφετούλης.
«Θέλω να βγω, θέλω να ζωγραφίσω, καλά τι κάνει ο Παναγιωτάκης τόσες μέρες και δεν μας δίνει καμία σημασία;» συνέχισε να φωνάζει με παραπονιάρικο ύφος ο Κιτρινούλης.
«Πραγματικά, και ‘γω αυτό αναρωτιέμαι…» ακούστηκε να λέει ο απ’ την άλλη γωνιά του κουτιού ο Πρασινούλης με την βροντερή και μπάσα φωνή του. «Τον ακούω καθημερινά που έρχεται, διαβάζει και ύστερα φεύγει τρέχοντας και ούτε που ακουμπάει πια το κουτάκι μας! Λες να μεγάλωσε και να μην μας χρειάζεται πια;» διερωτήθηκε.
«Μα, τι λέτε βρε παιδιά! Πως είναι δυνατόν μέσα σε ένα μήνα να έχει μεγαλώσει τόσο πολύ που να μην μας χρειάζεται πια;» παρεμβαίνει εκνευρισμένος ο Κοκκινούλης που άκουγε προσεκτικά την κουβέντα ξαπλωμένος δίπλα ακριβώς απ’ τον Κιτρινούλη.
«Δεν ξέρω, δεν με νοιάζει και δεν με ενδιαφέρει στο κάτω κάτω! Εγώ απλά θέλω να ζωγραφίσω, δεν μπορώ άλλο μέσα εδώ, θέλω να αποδράσω…» συνεχίζει να λέει ακόμη πιο φωναχτά ο Κιτρινούλης. Αρχίζει τότε να χοροπηδάει πάνω κάτω μέσα στο κουτάκι τους και να κτυπάει με όλη του τη δύναμη με το κατάλευκο καπάκι του το καπάκι του κουτιού που ήταν ερμητικά κλειστό ,φυλακίζοντας όλους τους κακόμοιρους τους μαρκαδόρους μέσα του.
Μετά από λίγη ώρα, και με πολύ κόπο, ο Κιτρινούλης κατάφερε επιτέλους να ανοίξει το κουτάκι. Μία δυνατή φωνή ευχαρίστησης και αγαλλίασης ξεπήδησε μέσα από τα εσώψυχά του, ξυπνώντας για τα καλά όλους τους μισοκοιμισμένους υπόλοιπους μαρκαδόρους. Παίρνοντας πολύ φόρα χοροπήδησε για μια ακόμη φορά και κατάφερε και μισοβγήκε από το κουτάκι του. 
Κοίταξε πολύ προσεκτικά τριγύρω μέσα στο μικρό και χρωματιστό παιδικό δωμάτιο του Παναγιωτάκη. Αφού είδε καλά και βεβαιώθηκε ότι δεν ήταν κανείς μέσα, σφίχτηκε μετά τόσο πολύ μέχρι που ξαφνικά ξεπήδησαν δύο πολύ μικρά χεράκια και δύο πολύ μικρά και λεπτά ποδαράκια από το κατακίτρινο σώμα του. Οι άλλοι μαρκαδόροι τα έχασαν. 
«Αν μπορεί ο Κιτρινούλης να βγάλει χεράκια και ποδαράκια τότε μπορούμε και εμείς», σκέφτηκαν. Άρχισαν τότε και αυτοί με την σειρά τους να κάνουν το ίδιο. 
Πραγματικά, μέσα σε λίγη ώρα όλοι οι μαρκαδόροι είχαν αποκτήσει ασορτί στο χρώμα του χεράκια και ποδαράκια! Ο Κιτρινούλης πιάστηκε με τα δυο μικρά κίτρινα χεράκια του από τα χείλη του κουτιού και βάζοντας πολύ δύναμη πετάχτηκε έξω από το κουτάκι που τους είχε φυλακισμένους ο Παναγιωτάκης τόσο καιρό. 
Μόλις τον είδαν οι υπόλοιποι μαρκαδόροι έκαναν και αυτοί το ίδιο. Έτσι μετά από λίγη ώρα όλοι οι μαρκαδόροι είχαν βγει από το κουτάκι τους και έκοβαν βόλτες πάνω στο όμορφο και τόσο μικρούλη γραφειάκι του Παναγιωτάκη. Ήταν επιτέλους ελεύθεροι, μετά από τόσο καιρό.
«Και τώρα τι κάνουμε Κιτρινούλη;» ρώτησε με απορία ο Καφετούλης.
«Τι άλλο... θα ψάξουμε να βρούμε χαρτιά, πολλά χαρτιά, και θα αρχίσουμε να κάνουμε αυτό που ξέρουμε καλύτερα… να ζωγραφίζουμε», είπε φωναχτά και πήδηξε από την χαρά του ο Κιτρινούλης.  «Τόσο καιρό μέσα εκεί πιάστηκα. Θέλω να ζωγραφίσω μέχρι να αδειάσω τελείως από χρώμα!» συμπλήρωσε.
Μια φωνή ακούστηκε τότε από την άλλη άκρη του γραφείου. Ήταν η ψιλή λεπτή φωνούλα του Πορτοκαλούλη. Είχε καταφέρει και είχε ανέβει κάπου και μετά δεν μπορούσε να κατέβει ο κακομοίρης. Φοβόταν τόσο πολύ!
Αμέσως όλα τα αδελφάκια του, όλοι οι μαρκαδόροι, άρχισαν να  τρέχουν προς τα εκεί. Τον είδαν να έχει ανέβει κάπου πολύ ψιλά για αυτούς.
«Καλέ Πορτοκαλούλη,», του είπαν, «πως τα κατάφερες και ανέβηκες εκεί απάνω;» ρώτησε η Γκριζούλα.
«Ανέβηκα εκεί απάνω, να, σε εκείνο το πολύ μαλακό κίτρινο στρογγυλό αντικείμενο και άρχισα να πηδάω. Ήταν τόσο μαλακά, και τόσο ωραία! Ξαφνικά, όμως, και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα εδώ πάνω… Φοβάμαι αδελφούλα Γκριζούλα, πως θα κατέβω τώρα, είναι ψηλά!» είπε παραπονιάρικα και στεναχωρημένα ο κακομοίρης ο Πορτοκαλούλης.
«Μα, τι είναι αυτό το πράγμα, μοιάζει τόσο παράξενο!» απόρησε ο Καφετούλης πλησιάζοντας με μικρά προσεκτικά βηματάκια το άγνωστο κίτρινο αντικείμενο.
Ξαφνικά, αυτό το άγνωστο ογκώδες σκουροκίτρινο πράγμα άρχισε να κινείται. Όλοι οι μαρκαδόροι τρομοκρατήθηκαν. Έτρεξαν γρήγορα γρήγορα, με τα μικρά ποδαράκια τους, προς τα πίσω, με κατεύθυνση, τι άλλο, τη σιγουριά του κουτιού τους. 
«Δεν έπρεπε να βγούμε έξω, καλά ήμασταν μέσα στο κουτάκι μας τόσο καιρό!» ακούστηκε να λέει ο Κοκκινούλης κατατρομαγμένος. 
Ο μοναδικός που έμεινε πίσω ήταν ο Μαυρούλης. Αυτός ήταν ο πιο γενναίος απ’ όλους, ήταν όμως και ο πιο κοσμογυρισμένος. Τον παρατήρησαν που είχε πιάσει την ψιλοκουβέντα με εκείνο το μεγάλο και τόσο παράξενο πράγμα. Ο Κιτρινούλης, που ένιωθε τόσες τύψεις, αφού ήταν και ο άμεσος υπεύθυνος για τον τόσο μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχαν τα αδελφάκια του  σταμάτησε απότομα. Στράφηκε και κοίταξε πίσω. Απότομα άρχισε να τρέχει όσο ποιο γρήγορα μπορούσε με κατεύθυνση το Μαυρούλη και το μεγάλο παράξενο τέρας. 
«Αδελφούλη, αδελφούλη, μην φοβάσαι, έρχομαι να σε σώσω, κάνε υπομονή, έρχομαι!» είπε βγάζοντας μια δυνατή φωνή που έκανε όλους τους μαρκαδόρους να παγώσουν.
Μετά από λίγο ο Κιτρινούλης πέρασε φουριόζος δίπλα από τον έκπληκτο Μαυρούλη και έπεσε με δύναμη πάνω στο άγνωστο τέρας καρφώνοντας το δυνατά με το καπάκι του στα πλευρά του. Ο κακομοίρης ο Κιτρινούλης, αμέσως ζαλίστηκε, του έφυγε και το κάτασπρο καπάκι του που άρχισε να κυλάει αργά και βασανιστικά προς την άκρη του γραφείου. Γύρισε και μες την θολούρα του μπόρεσε και είδε τον Μαυρούλη να έχει πέσει στην κυριολεξία κάτω από τα γέλια του. Τόσο αστεία του είχε φανεί η πράξη του γενναίου Κιτρινούλη. 
«Τι ατυχία βρε Κιτρινούλη…» του είπε μετά από λίγο αφού συνήλθε κάπως από τα ξεκαρδιστικά γέλια που είχε βάλει. «Τι ατυχία… Μα να μην μπορείς να τα βάλεις ούτε με έναν τόσο γέρο και ταλαιπωρημένο… σπόγγο!» συνέχισε να λέει ο Μαυρούλης κοροϊδεύοντας ταυτόχρονα το κακομοίρη τον Κιτρινούλη, που τόσο ηρωικά είχε τρέξει να τον υπερασπιστεί.
Ο Κιτρινούλης μόλις συνήλθε πλήρως είδε πάνω απ’ το κεφαλάκι του να στέκονται όλοι οι μαρκαδόροι χαμογελαστοί. Η Γαλαζούλα και Γκριζούλα τον έπιασαν απ’ το χεράκι και τον βοήθησαν να σταθεί στα πόδια του. Παρατήρησε τότε τριγύρω μια περίεργη κάτασπρη ομίχλη να έχει απλωθεί μέσα στο δωματιάκι του Παναγιωτάκη.
«Τι γίνεται εδώ;» ρώτησε την Γαλαζούλα τη στιγμή που του έδινε το καπάκι του να το φορέσει.  
«Θα σου πω εγώ!» ακούστηκε μια δυνατή και βροντερή φωνή να λέει από την άλλη άκρη του γραφείου. Ήταν ο κύριος Σπόγγος! 
Ο κύριος Σπόγγος ήταν πανύψηλος σε σχέση με τους μαρκαδόρους. Πλησίασε αργοσούρνοντας τα χοντρά και δυσκίνητα ποδαράκια του και στάθηκε μπροστά από τον Κιτρινούλη. Τον κοίταξε κατάματα με τα μικρά σκιστά ματάκια του και μετά του είπε χαριτολογώντας:
«Είσαι πολύ γενναίος νεαρέ μου! Αγαπάς πάρα πολύ τα αδελφάκια σου και τα νοιάζεσαι. Μπράβο σου, μπράβο σου! Δεν περίμενα ποτέ από έναν τόσο μικρούλη πλασματάκι να έχει τόσο μεγάλη ψυχή!
Ο κακομοίρης ο Κιτρινούλης είχε καταπιεί τη γλώσσα του βλέποντας μπροστά του τον τεράστιο όγκο του κυρίου Σπόγγου που του έκρυβε πλήρως όλο το αμυδρό φως που υπήρχε μέσα στο δωμάτιο του Παναγιωτάκη.
«Ευχαριστώ κύριε Σπόγγο για τα καλά σας λόγια, δεν έκανα κάτι σπουδαίο πάντως. Φοβήθηκα για την ζωή του Μαυρούλη μας, που να φανταστώ ότι… » πρόλαβε να απαντήσει ο Κιτρινούλης πριν τον διακόψει η φωνή του Μαυρούλη.
«Σε ευχαριστώ πολύ αδελφούλη μου καλέ, σε ευχαριστώ! Ποτέ και κανείς δεν έχει ενδιαφερθεί για μένα τόσο πολύ όσο εσύ σήμερα. Σ’ αγαπώ πάρα πολύ αδελφούλη μου καλέ, και όποτε και συ χρειαστείς κάτι, μην διστάσεις να μου το ζητήσεις!» είπε ο Μαυρούλης κατασυγκινημένος. Μετά τον πλησίασε και τον έσφιξε δυνατά στην μικρούλα του αγκαλιά. Τότε, όλοι οι μαρκαδόροι αμέσως βούρκωσαν ενώ κάποιοι από αυτούς ψιλοδάκρυσαν κιόλας σαν είδαν τα δύο αδελφάκια τους να είναι αγκαλιασμένα και τόσο αγαπημένα και μονιασμένα.
«Εγώ θα περιμένω για πολύ ώρα εδώ απάνω;» ακούστηκε να λέει μια δυνατή φωνή. Ήταν ο Πορτοκαλούλης ο οποίος είχε εκνευριστεί, ο κακομοίρης, τόσην ώρα να περιμένει πάνω στο ψηλό ράφι ένα χέρι βοήθειας για να κατέβει.
«Εντάξει, εντάξει… ερχόμαστε! Άμυαλε και βιαστικέ», ακούστηκε η φωνούλα του Μαυρούλη να του απαντά. 
«Κύριε Σπόγγο να σας ζητήσουμε μια μικρούλα χάρη, αν βέβαια έχετε την ευγενική καλοσύνη!», ρώτησε ο Μαυρούλης.
«Βεβαίως παιδιά μου!» απάντησε ο κύριος Σπόγγος με την βροντοφωνάρα του. «Πείτε μου πως μπορώ να σας βοηθήσω».
«Να…, αν θέλετε λέω ‘γω, αν…, λέω, να… ξαπλώσετε κάτω προκειμένου να προσγειωθεί πάνω σας ο Πορτοκαλούλης. Έτσι δεν υπάρχει περίπτωση να σπάσει κανένα πλαστικό κομματάκι του. Συγνώμη βέβαια που σας βάζω σε τόσο κόπο, αλλά, να, δεν υπάρχει καλύτερη ιδέα. Εσείς, σπόγγος είσαστε, τι θα πάθετε!»
«Βεβαίως καλό μου παιδάκι, τι είναι αυτά που λες. Ευχαρίστησή μου, μεγάλη μου ευχαρίστηση κιόλας. Ξέρεις πόσο καιρό έχω να κάνω κάτι σημαντικό; Ούου! Πάνε μήνες…» απάντησε ο κύριος Σπόγγος και αμέσως μετά ξάπλωσε φαρδύς πλατύς πάνω στο μικρό γραφειάκι αφήνοντας πίσω του ένα μικρούλη σύννεφο κάτασπρης σκόνης να πλανιέται παντού τριγύρω. 
Αμέσως μετά από λίγο ο Πορτοκαλούλης πήδηξε πάνω στον κύριο Σπόγγο και αφού έκανε μια μεγάλη και εντυπωσιακότατη πιρουέτα στον αέρα προσγειώθηκε ύστερα πάνω σε ένα μεγάλο μπλε τετράδιο.
«Είμαι εντάξει…, είμαι σώος, είμαι… μια χαρά! Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε άλλο…!» έλεγε και ξαναέλεγε ο κακομοίρης ο Πορτοκαλούλης ο οποίος μάλλον είχε τρομοκρατηθεί από την τόσο απροσδόκητη περιπέτεια του. Ξάφνου μια άγρια φωνή ακούστηκε από πίσω του. Αμέσως το χρώμα του πάγωσε βαθιά μέσα στο μικρούλη του σφουγγαράκι. Γύρισε σιγά σιγά, τρομοκρατημένος στην κυριολεξία, να δει τι ήταν αυτό που φώναζε σαν δαιμονισμένο λίγα εκατοστά πιο πίσω του. Στράφηκε και τι είδε…
Ένα τεράστιο μπλε τετράδιο στεκόταν όρθιο από πίσω του και γκρίνιαζε τόσο φωναχτά που οι κατάλευκες σελιδούλες του πήγαιναν και ερχόντουσαν εδώ και κει σαν τρελές. Ο κακομοίρης ο Πορτοκαλούλης κόντευε να γίνει Κιτρινούλης από τον τόσο φόβο που τον είχε καταλάβει. Άρχισε να κάνει μικρά βηματάκια προς τα πίσω σιγά σιγά, προσπαθώντας να απομακρυνθεί όσο γίνεται περισσότερο από το αφηνιασμένο τετράδιο.
«Μην φοβάσαι αγαπητέ μου μαρκαδόρε. Δεν πρόκειται να σου κάνει απολύτως τίποτε ο κύριος Τετράδιος. Πάντα έτσι φωνάζει Είναι ένας πολύ μεγάλος γρουσούζης και γέρο φωνακλάς αλλά, κατά βάθος, είναι μία αγαθή ψυχούλα!» ακούστηκε μια καμπανάτη φωνή να λέει προερχόμενη ακριβώς μέσα από τα έγκατα του κυρίου Τετράδιου.
«Ποιος είναι εκεί;» ακούστηκε να ρωτάει σχεδόν ψιθυριστά ο Πορτοκαλούλης. 
Αμέσως ένας πανέμορφος πολύχρωμος στυλός ξεπρόβαλε μπροστά του ξεπηδώντας μέσα από τις σελίδες του, ακόμα, ωρυόμενου κύριου Τετράδιου. 
«Χαίρεται!» είπε χαμογελαστός. «Να σας συστηθώ, αγαπητοί μου μακρινοί συγγενείς. Είμαι ο κύριος Στυλός, χρώματος μπλε παρακαλώ, ο οποίος είμαι και ο καλύτερος φίλος του κυρίου από δω, που μόλις αδέξια ξυπνήσατε. Ξέρετε, ο κύριος Τετράδιος δεν είναι και τόσο φιλικός και ενθουσιώδης τύπος με τα άγαρμπα και αδέξια εγερτήρια».
Τα ‘χασαν οι μαρκαδόροι. Τι γίνεται εδώ. Ένας ολόκληρος άγνωστος ολοζώντανος κόσμος είναι κρυμμένος πάνω σε τούτο το μικρό γραφειάκι. Καλέ, πως και δεν το είχαν πάρει χαμπάρι τόσον καιρό;

Εάν σας άρεσε, υπομονή μέχρι την επόμενη εβδομάδα γιά την συνέχεια!

Ηωάνης Αρκουλής - Αρκολέων

Σχόλια