Οι σύγχρονοι «Μύθοι» των Ελλήνων


Εμείς οι Έλληνες έχουμε μάθει να ζούμε με τους Μύθους. Ειδικά για τους αρχαίους ημών προγόνους ο «Μύθος» ήταν όχι μόνον μέρος της καθημερινότητάς τους αλλά και τρόπος ζωής. Κοινωνώντας τον σε ημερήσια βάση μπόρεσαν να κτίσουν ολάκερο αυτό το οικοδόμημα που τόσο εμείς, αλλά και ολόκληρος  ο υπόλοιπος Δυτικός κόσμος, θαυμάζει και εκτίμα, ίσως και κάπως περισσότερο από εμάς, θα τόνιζα. Βέβαια σε ολόκληρο τον αρχάριο κόσμο και σε όλους τους μικρούς και μεγάλους αρχαίους πολιτισμούς, ακόμα δε και σε εκείνους των μέσων μεσαιωνικών χρόνων (όπως οι Βίκινγκς της μακρινής μας Σκανδιναβίας), η έννοια του μύθου, και ότι αυτό αντιπροσώπευε για την αρχαία κοινωνία, ήταν ταυτισμένη με την ιερότητα του Θείου. Υπήρχαν όμως μεγάλες διαφορές μεταξύ της αντίληψης που είχαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι για την έννοια του μύθου και την εκπόρευση, μέσω αυτού, της ιερότητας των Ελλήνων Θεών σε σχέση με τους υπόλοιπους λαούς της ευρύτερης περιοχής της Μεσογειακής Λεκάνης, της Μέσης Ανατολής και της Μεσοποταμίας. Οι αρχαίοι Ελληνικοί Μύθοι ήταν πιο κατανοητοί, ήταν πλήρως εξανθρωπισμένοι και είχαν συλληφθεί και μετουσιωθεί σε έννοιες τόσο απλοϊκές ώστε να μπορούν να γίνουν κτήμα ακόμα καi του πλέον αμαθούς μέλους της αρχαίας Ελληνικής κοινωνίας. Αυτήν την μυστική συνταγή της επιτυχίας του αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού δεν μπόρεσε κανείς επίδοξος κατακτητής να την ανατρέψει. Μάλιστα ακόμα και όταν ο Χριστιανισμός επικράτησε πλήρως εντός των ορίων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αναγκάστηκε να ενσωματώσει πολλά χαρακτηριστικά κοινωνικά Ελληνικά μυθολογικά στοιχεία προκειμένου να μην απειληθεί και να εξασφαλίσει έτσι απρόσκοπτα την μελλοντική επιβολή και βιωσιμότητά του.

Κι όμως, και το νέο Ελληνικό κράτος, αλλά ακόμα περισσότερο η νέα Ελληνική κοινωνία έχει και αυτή τους μύθους της με πρώτον και κυριότερο την όποια έννοια ανεξαρτησίας αποκτήθηκε εν μέσω εμφυλίων και αλληλοσκοτωμών κατά τον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821. Το ήδη χρεοκοπημένο νεοσυσταθέν κράτος χαρακτήρισε ως νέα του πρωτεύουσα την κοιτίδα του Αρχαίου Ελληνικού φιλοσοφικού πνεύματος, την Αθήνα, η οποία τότε δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα χωριό μόλις οκτώ χιλιάδων κατοίκων. Με βάση τη νέα αυτή πρωτεύουσα και ακολουθώντας το απατηλό όραμα ενός ανίκανου έξωθεν επιβληθέντα μονάρχη διατάχθηκε ο εξευρωπαϊσμός της νεοελληνικής κοινωνίας η οποία εφαρμόστηκε μεμονωμένα μάλιστα εντός των «τειχών» των Αθηνών, θεωρώντας πως έτσι αναβίωνε τον Μύθο του αρχαίου ελληνικού μεγαλείου. Όμως η προσπάθεια να σχηματιστεί μια νέα κοινωνία στα δυτικά πρότυπα και δίχως να ληφθούν καθόλου υπόψιν οι ιδιαιτερότητες ενός λαού που ζούσε για ένα τεράστιο διάστημα πλέον των τεσσάρων αιώνων κάτω από τον ζυγό της στυγνής Οθωμανικής κυριαρχίας, έπλασε ένα κράτος εξολοκλήρου διχασμένο τόσο κατ’ εικόνα, όσο και κατ’ ουσία, μεταξύ Αθηνών και Ελληνικής περιφέρειας. Η αστικοποίηση της Ελληνικής υπαίθρου έπρεπε να περιμένει ακόμα έναν αιώνα τουλάχιστον και, κατά τόπους και εν έτη 2017, να  μην έχει ολοκληρωθεί ακόμα, η, να μην έχει ολοκληρωθεί ως έπρεπε. 

Ο αρχικός αυτός κοινωνικός διχασμός, ο οποίος στην πρώιμη μορφή του εκφράστηκε ακόμα και εν μέσω του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα με τους δύο καταστρεπτικούς εμφύλιους πολέμους, πολιτικές δολοφονίες και κινήματα ουτοπικών συνταγματικών κατακτήσεων, έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο όταν ο «αλυτρωτικός» αγώνας του έθνους για μια «Μεγάλη Ελλάδα» - δίχως τον ανάλογο «Μεγάλο Ελληνικό Λαό» - πήρε σάρκα και οστά, κυρίως, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο μύθος της «Μεγάλης Ελλάδας» των δύο Ηπείρων και των πέντε Θαλασσών, αν και προς στιγμή έτεινε προς επιτυχής έκβαση, ουδέποτε μπορούσε να εκπληρωθεί από μια χώρα η οποία δεν είχε καταφέρει να κατακτήσει τα στοιχειώδη στο πεδίο της εσωτερικής οργάνωσης, αποκύημα, ίσως, της έλλειψης του κοινωνικού βιώματος των περιόδων της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης, και του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Η Ελληνική κοινωνία, οργανωμένη σε μηχανισμούς δύο η και τριών ταχυτήτων, αδυνατούσε να ακολουθήσει, στο σύνολό της, τους Ευρωπαϊκούς ρυθμούς μετάλλαξης από υποτυπώδης, Οθωμανικού τύπου, αγροτική οικονομία (με διεθνές προσωπείο το λάβαρο του πανίσχυρου ποντοπόρου εφοπλιστικού στόλο της, που θησαύριζε και ευημερούσε πατώντας κυρίως σε ξένα χωρικά ύδατα αποδίδοντας ακόμα και σήμερα υποτυπώδης ποσά στην εγχώρια οικονομία), σε βιομηχανική Χώρα, όπως επιτυχώς κατορθώθηκε σε παράλληλους χρόνους και με γοργότερους ρυθμούς από την μακρινή Ιαπωνική Αυτοκρατορία στην Άπω Ανατολή.

Έτσι, εν μέσω διχασμών, εμφυλίων και λοιπών παντός είδους αλληλοσπαραγμών η νέα Ελληνική κοινωνία πορεύθηκε, και πορεύεται, καθ’ όλο τον 20ο  αιώνα αλλά και στις πρώτες δύο δεκαετίες του 21ου. Μεταπολιτευτικά ειδικότερα πλάστηκε ο νέος Μύθος του κράτους προστάτη, βασισμένου σε ένα μείγμα σοσιαλιστικών ιδεών και προστατευτικού κρατισμού που όμως στηρίχθηκε στον παράλογο εξωτερικό δανεισμό από μία χώρα η οποία παραγωγικά δεν  ήταν σε θέση να αποπληρώσει ούτε τα μισά. Έτσι φτάσαμε στο δια ταύτα, που είναι άλλωστε και το κυρίως θέμα μας, στο υπερπολύτιμο νέο νόμισμα, το Ευρώ, ενταγμένη σε μία παγκόσμια ισχυρή οικονομική Ένωση ως μια χώρα παρίας, πιθανότατα κυρίως λόγω της νοσταλγίας κάποιων Ευρωπαίων για το Μύθο του μεγαλείου του αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος, που θεώρησαν, ίσως, πως απέδιδαν τιμές έτσι σε κείνους μέσω των σύγχρονων νεογραικών, γνωρίζοντας, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, τις κοινωνικές και οικονομικές παθογένειες της πατρίδας μας. Δυστυχώς, άλλη σοβαρή εξήγηση για την ένταξη της Χώρας μας στην ζώνη του Ευρώ δεν μπορώ να δώσω!

Όμως, ούτε τούτη την ευκαιρία είμασταν ικανοί να αξιοποιήσουμε στο έπακρο. Έτσι η επακολουθούμενη  χρεοκοπία, κοινωνική, πολιτική και οικονομική, της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα ήταν η λογική συνέπεια των δύο αιώνων εθνικών αδυναμιών. Αντί όμως εκ των υστέρων και έστω και την ύστατη στιγμή να σκύψουμε το κεφάλι, να αναγνωρίσουμε τα μύρια τόσα λάθη και στρεβλώσεις της κοινωνίας μας και των πολιτειακών δομών μας και να ξεκινήσουμε, έστω και αργά, να διορθώνουμε τα κακώς κείμενα που μας τυραννούν τόσα χρόνια, εμείς αρχίσαμε τα γνωστά, να πλάθουμε νέους μύθους, πιστοί στις παραδόσεις μας και τις καταβολές μας. Τούτοι οι νέοι μύθοι έχουν να κάνουν κυρίως με τους κακούς ξένους, ηλίθιες συνωμοσιολογίες καθώς και με τον περίφημο μύθο του υπερπολύτιμου τέως νομίσματός μας, της Δραχμής, και ποτέ για εμάς τους ίδιους και τις αδυναμίες μας ως έθνος και, κυρίως, ως κοινωνία. Λες και η Δραχμή φταίει για το νομοθετικό χάος και την παράλογη πολυνομία, για τη χρονοβόρα δικαστική λειτουργία ως προς την έκδοση γρήγορων και δίκαιων αποφάσεων. Ίσως για πολλούς να θεωρείται πως η αλλαγή του εθνικού νομίσματος να κάνει την ελληνική δικαιοσύνη να σταθεί επιτέλους στο ύψος της και να εκτελεί αποτελεσματικά τα καθήκοντά της κόβοντας με την Μυθική Δαμόκλειος Σπάθη της με μιάς την αμαρτωλή σχέση της με την πολιτική ηγεσία του τόπου. 

Εντούτοις οι νεοελληνικοί μύθοι μας δεν σταματούν εκεί. Με την επαναφορά του εθνικού νομίσματος κάποιοι ίσως να πιστεύουν ότι θα κατακτηθεί η πολιτική εντιμότητα από τους πλήρως διεφθαρμένους Έλληνες πολιτικούς, όλων των παρατάξεων, και θα πάψει με μιάς η νοσηρή σχέση διαπλοκής τους με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης καθώς και τα κάθε λογής κυκλώματα τα οποία στηρίζουν την οικονομική τους βιωσιμότητα σε μια σχέση αλληλεξάρτησης με την εκάστοτε πολιτική ηγεσία. Οι «κακοί» ξένοι φταίνε για την δαιδαλώδη κρατική γραφειοκρατία, την αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση που ουδέποτε υπηρετεί τον βαρύτατα φορολογούμενο Έλληνα πολίτη. Με την επαναφορά του εθνικού νομίσματος, τη μυθικής δραχμής, η χώρα αμέσως θα αποκτήσει κτηματολόγιο αφού ντροπιαστικά είμαστε η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που δεν το έχουμε υλοποιήσει για προφανείς λόγους. Οι «κακοί» ξένοι φταίνε για τα ρουσφέτια, την έλλειψη αξιοκρατίας, την νοσηρή κοινωνική πρακτική του “μέσου” και τη διαρκής αναζήτηση πολιτικής βοήθειας για διάφορα ζητήματα, ακόμα και ποταπού επιπέδου. Ίσως με την επαναφορά του εθνικού νομίσματος, τη μυθικής δραχμής, να μπει τέλος αμέσως στα «φακελάκια» στα νοσοκομεία και στο κοστοβόρο Εθνικό Σύστημα Υγείας, τους σωρούς σκουπιδιών έξω από την πόρτα του γείτονα και θα συγκεντρώνονται, επιτέλους σε ειδικούς χώρους για σωστή διαχείριση και επεξεργασία. Οι «κακοί» ξένοι φταίνε που δεν εφαρμόζονται οι νόμοι, που η χώρα δεν έχει πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό και το σημερινό χάος, για τις νοσηρές πρακτικές νομιμοποίησης αυθαιρέτων και δασικών περιοχών ως οικοδομήσιμους χώρους, για την κακοδιαχείριση και τις δημόσιες σπατάλες. Τότε και μόνο τότε θα τα Πανεπιστήμια μας θα αναβαθμιστούν και από γιάφκες αντιεξουσιαστών θα γίνουν κοιτίδες γνώσης και πολιτισμού και χάρις στη δραχμή τα φροντιστήρια και η παραπαιδεία θα τερματιστεί και η χώρα θα αποκτήσει στρατηγικό μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και κάποια διεθνή αξιοπρέπεια, υπόσταση και λόγο που να μετράει και να ακούγεται από όλους τους διεθνείς θεσμούς. Όμως οι κακοί οι ξένοι και ο μύθος τους φταίει και για μύριες άλλες τόσες κακοδαιμονίες του νεοελληνικού «κράτους», όπως η φοροδιαφυγή και ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα βάση του οποίου όλοι επιτέλους να συμβάλουν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους, τον κομματισμό και την ευνοιοκρατία, το μίσος και το διχασμό στην πολιτική ζωή, που συνήθως ανόητα μεταφέρεται και σε κοινωνικό επίπεδο, και κυρίως πάνω απ’ όλα την υπολειτουργία και την πλήρη καταπάτηση των θεσμών, σχεδόν στο σύνολό τους.

Σίγουρα, οι ξένοι «προστάτες» δεν είναι άμοιροι ευθυνών για την ιστορική πορεία του νέου ελληνικού μορφώματος. Έχουν πολλές και σημαντικές ευθύνες. Εκείνοι όμως κοίταζαν και κοιτούν το συμφέρον τους. Αντίθετα οι εγχώριοι ταγοί δεν κοίταζαν αλλά και ούτε κοιτάζουν το συμφέρον του Ελληνικού λαού, ως όφειλαν και πληρωνόταν για αυτό, έχοντας συνενόχους τους και μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας η οποία βιώνοντας τον δικό της κομματικό μύθο βαυκαλίζεται διαρκώς με την ιδέα της εξουσίας, και μόνο. Έτσι φτάσαμε στο δια ταύτα να καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η έννοια του μύθου για το έθνος των Ελλήνων είναι δίκοπο μαχαίρι. Για τους μεν αρχαίους ημών προγόνους ήταν δεξαμενή έμπνευσης, κοιτίδα μεγαλείου και κοινωνικής πνευματικής συνοχής - στα πλαίσια της πόλης κράτους, και για τους δε νεογραικούς κακό δαιμόνιο που θα τους κατατρέχει διαχρονικά εάν δεν αντιληφθούν ότι κάποτε ότι θα πρέπει να ξορκίσουν το εγγύς παρελθόν τους ξεκινώντας μονοιασμένοι ένα νέο κεφάλαιο στον διαχρονικό μύθο της Ελληνικής φυλής που έχει σήμερα περισσότερη ανάγκη από ποτέ ο δοκιμαζόμενος γαλάζιος πλανήτης μας!

Ηωάνης Αρκουλής - Αρκολεών

Σχόλια