Κοίταζες πάντα την κόψη,
ποτέ τους δειλούς στην όψη,
θαύμαζες πάντα την ανδρεία,
ποτέ σου δεν ένιωσες αχρεία,
πλάστηκες με αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα,
ποτέ σου, έκτοτε, δεν άλλαξες ρότα,
ρίζωσες και ανδρώθηκες σε βραχώδη γη,
σκλαβωμένη ζεις έκτοτε εκεί,
 του κόσμου όλου εσύ γηραιά μάνα,
αλυσοδεμένη, ευγνωμονούσα μου Ελλάδα  .

Θαρρείς πως είμ’ και ‘γω του Διός ο γιός,
θαρρείς πως είναι όλοι στον κόσμο σοφοί,
μα είμαι μονάχα ένας επίδοξος τραγουδοποιός,
της σύγχρονης διαστροφής μας γελωτοποιός.

Ως εδώ το κουτό το όνειρο αυτό,
άλλο πλέον δίχως όνειρο δεν μπορώ
στο Μεσολόγγι μελλοθάνατος θα ξαναμπώ,
και με το Χάροντα θα μετρηθώ.

Ξέρω γλυκιά μου Ελλάς, τον πόνο που περνάς,
ολομόναχη και νεαρά γερνάς,
αιώνες μάχεσαι να επιζήσεις,
με τα τέκνα σου ζητάς να σμίξεις,
και στο καραβάκι σου να ευτυχίσεις,
στρέψε αλλού το δόλο σου κουτέ Ρωμιέ,
αρκετή σάρκα πλέον έφαγες,
ξεφτιλισμένε, αιώνια ξακουστέ χαφιέ,
τον προγόνων σου σύγχρονε προδότη.

Ω, τι ωραία που ακούγονται όλα αυτά
που δεν γράφονται για τα λεφτά,
σκέφτομαι ίσως να σας τραγουδήσω,
αν και φοβάμαι πως επώδυνα θα σας ξυπνήσω.

Μέσα σε μια κόλαση αναθρεμμένη,
πλασμένη να ‘σαι αιώνια δοξασμένη,
αιώνια εσύ γαλαζοαίματη,
με του Αιγαίου τον αγέρα λουσμένη,
άσπρα και μπλε πανέμορφα σπιτάκια,
στα μαλλιά σου κεντημένα,
όταν τους γελάς νιώθουν τόσο ευτυχισμένα,
και ας είναι στα κλεφτά κτισμένα.
Α, ρε Μάνα μου Ελλάς,
πόσο ακόμα άδικα θα πονάς.

Κίνησες από τότε μόνη,
όταν άχνιζε ακόμα της δημιουργίας η σκόνη,
κόρη εσύ μοναδική,
του καταγάλανου Ουρανού,
και της καταπράσινης της Γής.
Με βράχια σε στόλισαν και με πελώρια βουνά,
είπαν πως είναι δυο κατάρες και όχι μια,
όμως έμαθες να σηκώνεις το βάρος σου αυτό,
με περηφάνια και παράστημα ηρωικό,
τούτο για σένα ήταν το πρώτο απ’ όλα το γραφτό,
να σε καταβρέχει πάντα αλμυρό νερό,
στα απαλά σου πόδια η Κυκλάδες και η Κρήτη,
τέκνα πιο όμορφα και από τη Θεϊκή την Αφροδίτη,
στο κεφάλι σου κορώνα,
η απόγονος του γιού σου Μακεδόνα,
και πλάι της αγέρωχη και λουλουδιστή,
η Θράκη σου η μαρτυρική.

Τα παλάτια σου απ’ την αρχή βασανισμένα,
πλέον ακατοίκητα αραχνιασμένα,
προδότες μέσα κατοικούν,
όλο για το χαμένο πλούτο σου καραδοκούν,
όμως δεν ήταν πάντα έτσι,
κάποτε ήταν όλα τούτα δω χρυσά,
όχι με πλούτη και διαμαντικά,
μα με γνώση και φιλοσοφία,
με σοφία και ανδρεία,
περίτεχνα μάρμαρα σε στόλιζαν παντού,
πολύχρωμες εικόνες παντοτινές,
πέρλες, χάντρες απαστράπτουσες βασιλικές,
του Αλεξάνδρου οι κτήσεις ήταν προσωρινές,
μα των Σοφών σου οι ρήσεις παντοτινές.

Έζησες λένε χρόνια πολλά,
όλα περίλαμπρα και φωτεινά,
σε κατασπάραξαν όμως μαυροφορεμένοι λύκοι,
και την σάρκα σου την σπείραν στα θεριά,
σε έθαψαν ζωντανή,
Ελλάδα μου παντοτινή,
τα παιδιά σου ποτέ δεν σε λησμονήσαν,
και στην ποδιά σου πάνω, μαζί σου,
μαρτύρησαν,
τα δώρα σου επιστραφήκαν,
λησμονηθήκαν,
και οι θεοί σου μια για πάντα,
χαθήκαν.

Πολέμησες όσο κανείς,
βαρβάρους θεόρατους,
άξεστους εισβολείς,
όπλο τους ήταν η δουλεία,
το δικό σου η ελευθερία,
είχαν στρατό μυριάδες,
μα εσύ ήρωες εκατοντάδες,
Σπαρτιάτες,
Αθηναίους,
Πλαταιείς,
Θηβαίους,
Ιερολοχίτες,
Θεσπιείς,
Κορίνθιους και Μεγαρίτες,
όλοι τους ελεύθεροι μαχόμενοι Ελλαδίτες,
τη ζωή τους πάντα αψηφούσαν,
όταν τα μάτια σου κοιτούσαν,
ελεύθερη Ελλάδα μου,
έτσι διάλεξαν να πέσουν μέχρι ενός,
χαμένοι, μα αιώνια αθάνατοι και ζωντανοί,
κατορθώματα, υπεράνθρωπα,
αναρίθμητα πολλά,
περασμένα μεγαλεία, σκέφτομαι,
που διηγώντας τα, κλαίς,
θαρρείς, αδελφέ μου,
πως ήταν μόλις χθες,
πατρίδα μου μην με ξεχνάς,
όσο και αν πονάς!



Share To:

Hoanis Arkoulis

Post A Comment: