Άκουσα βουή,
κραυγή ολόιδια,
του σύννεφου λυγμός,
άκουσα κλάμα γοερό,
σεισμός πανώριος,
της βροντής ο σπαραγμός,
γενεσιουργία,
άλλην πάλι δεν αντέχω,
χόρτασα θεέ μου με τούτη,
κοιτώ πλάι μου χαρμόσυνο το μήνυμα,
μα τίποτα δεν είδα,
να το νιώσει, να το γευτεί,
να το διαβάσει!

Κίνησε ο νους μου πίσω, νοερά,
δίπλα στην αλήθεια,
κάθισε το ψέμα,
δίπλα στην πραγματικότητα,
φύτρωσε η φαντασία,
δίπλα στο φως,
το σκότος,
δίπλα στο ξένο,
το οικείο,
δίπλα στον Θεό,
ο πονηρός,
δίπλα στον πονηρό,
ο Άνθρωπος,
δίπλα στον Άνθρωπο,
η καταστροφή,
δίπλα στην καταστροφή,
το απρόσωπο Χάος.

Στάθηκα δίπλα στη Λογική,
αισθάνθηκα μονάχος,
πρωτότοκος και θεϊκός,
μα ουραγός και ανθρώπινος,
νοητά τέλειος,
μα κατ’ ουσίαν τόσο ατελής,
μωρός, αγαθός, ευγενικός,
θεσπέσιο δημιούργημα,
αλάθητου Αθανάτου,
σκεπασμένη γαλάζια φλόγα με νερό,
μα αδημονεί να σβήσει,
γιατί την τρέφει η αδικία,
μείγμα εκρηκτικό,
σαν τα καυσόξυλα του Άδη.

Εχθροί της Λογικής,
εχθροί των χρωμάτων,
εχθροί της μουσικής,
εχθροί του όμορφου,
εχθροί της νιότης και των νεογνών,
εχθροί της μήτρας,
ορκισμένοι εχθροί του όμορφου,
περιπλανώμενοι πλανεμένοι και δημαγωγοί
ο χρόνος σας τελείωσε,
εχθροί του κόσμου,
εχθροί της Φύσης,
εχθροί του δίποδου κυρίαρχου!

Κινώ του νου τις νότες,
παιανίζω άγνωστους σκοπούς
κανείς, κρίμα, δεν τους βλέπει,
μόνο εγώ, αν και τυφλός,
κινώ της ψυχής μου τα πινέλα,
ζωγραφίζω πρωτόγνωρους ρυθμούς,
ουδείς, κρίμα, δεν τους ακούει,
μόνο εγώ, αν και κουφός,
σκέφτομαι,
αμαρτία ανήθικη,
του νέου που σαπίζει δίπλα στο ωραίο,
σκέφτομαι,
αν και με πολεμούν,
δαίμονες ξανθοί με κατάμαυρα κουστούμια,
σκέφτομαι,
το ξέρω πως δεν πρέπει,
βάπτισμα η σκέψη τούτη,
στην κοινωνία των αχόρταγων.
Το τέλος του ονείδους τούτου θέτω εδώ,
έστω και μονάχος,
αγέρωχος,
 εγώ θα προχωρήσω,
περήφανος,
μπροστά μου, το βλέπω,
δρόμος δεν υπάρχει,
ξέρω όμως δρόμο πως να ανοίξω,
μπροστά μου φώς δεν βλέπω,
φώς όμως εγώ θα ανάψω,
μπροστά μου φυσά παγερή πνοή,
του ασπρομάλλη Χειμώνα η ανάσα,
το κρύο αιώνια πλέον κατοικεί,
στην ψυχή των ανήθικων βλαστών,
η Άνοιξη και η καλοκαιρία αδημονεί,
στα στήθια μου γαντζωμένη,
από γεννησιμιού μου μαζί την κουβαλώ,
ποτέ τούτο το βάρος δεν θα αφήσω,
μπροστά μου ζυμώνουν όλοι τους,
πόνο, αίμα, και καταστροφή,
με τόση περίσσια ευτυχία,
της νεόπλαστης ηθικής οι πατεράδες,
τέκνα τους αμόρφωτα,
πλαδαρά παιδιά,
στολισμένα με παλάτια,
άχρηστα, καρφιτσωμένα κουκλάκια,
σε σαπισμένο θέατρο.

Την αγάπη και την ευτυχία ζυμώνω,
όσο και αν δεν νιώθεις,
της ψυχής μου το σπαραγμό,
όσο και αν δεν κοινωνείς,
 της καρδιάς μου το λαχταριστό το μέλι,
όσο και αν με τα μάτια σου δεν πλάθεις
ξύπνια όνειρα για καταπράσινα λιβάδια,
όσο κι αν με το νου σου μορφώνεις,
σκέψεις σκοτεινές,
τόσο καθημερινά πιο άνθρωπος θα γίνεσαι,
δίποδε, εχθρέ της ηθικής,
δίποδε, βέβηλε της τιμής,
δίποδε, καταστροφέα της αρετής,
δίποδε, τιμητή του ανθρώπου,
παρ’ τον μαζί σου και φύγε,
της σκοτεινής ψυχής σου πανώριο τούτο δώρο.

Κλείδωσες το ήθος σε ανήλιαγη φυλακή,
φοβάσαι την τιμωρία του,
έσφαξες με πένα το αληθινό,
και το ονόμασες θρησκεία,
πλήγωσες τέκνα άγουρα, αμάλλιαγα,
και το ονόμασες παιδεία,
τι είσαι εσύ τελικά,
γελωτοποιέ του Θείου,
λάθος ποινή στης Φύσης το στήθος,
μα η μάνα σου είναι αυτή,
και θα σε ανέχεται αιώνια,
έστω και αν κάποτε σε θανατώσει.

Ποιώ,
όπλα μου λέξεις γεμάτες νοήματα,
ποιώ,
άλλο όπλο πλέον δεν έχω,
ποιώ,
ζωγραφίζω κόσμους, νέους, νοητούς,
ποιώ,
τραγουδώ, σιωπηλά δίχως όργανα και σκοπό,
ποιώ,
ευλογώ, του νου μου του το κατάλοιπο,
ποιώ,
όσο ακόμα μπορώ να αντιδρώ,
ποιώ,
αντίδοτο στις κοινωνίας μας την κατρακύλα,
ποιώ,
ηθική και αξίες ξεχασμένες,
ποιώ,
σκέπτομαι και δεν σωπαίνω,
ποιώ,
στιχάκια μπερδεμένα,
ποιώ,
τον πόνο μου μονάχος,
ποιώ,
δρόμο άλλον δεν γνωρίζω,
απλά, ποιώ,
μα δεν σιωπώ.

Θαρρείς πως αγαθός είμαι στο νου,
θαρρείς πως το δρόμο τον εύκολο δεν ξέρω,
θαρρείς πως χέρι μακρύ εγώ δεν έχω,
θαρρείς αδυναμίες εγώ δεν μπορώ να ξεθάψω,
η γλώσσα μου δίχως κόκκαλα είναι πλασμένη,
και ότι εγώ θαρρώ αυτή το ξεπεζεύει,
γιατί είναι άδολη και ευγενική,
αρχαιοελληνικά αναθρεμμένη.

Κοιτάζω πίσω μου,
το χθες το ζοφερό,
κοιτάζω μπρος μου,
το αύριο το σκοτεινό,
κοιτάζω το σήμερα το θολερό,
πόσο το μέλλον μπλέχτηκε με το παρόν,
πόσο το παρόν ερωτεύτηκε το παρελθόν,
ανίερο το ιερό,
πόσιμο το άγευστο,
καθάριο το βρώμικο,
χαρούμενος ο θρήνος,
όσο και αν βαδίζω μοναχός,
ποιώ απλά το περιπλεγμένο,
βασανίζοντας τις σκέψεις των άλλων,
με λέξεις μπερδεμένες,
ποιητικά και ηθικά,
αιώνια γραμμένες,
και με λευκό χαρτί πανάρετο,
ομορφοζευγαρωμένες!



Share To:

Hoanis Arkoulis

Post A Comment: