Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα καταπράσινο λιβάδι, με κατακόκκινες παπαρούνες κι όλων των
λογιών τα λουλούδια ζούσε μια μικρή πεταλούδα, με τους γονείς της και τα αδέλφια της. Ήταν γλυκιά, καλόκαρδη και αρκετά ζωηρή, σε τέτοιο βαθμό, ώστε κανέναν δεν άφηνε αδιάφορο η παρουσία της.
Αγαπούσε πολύ την οικογένεια της, αλλά κυρίως τη μητέρα της και το μεγαλύτερο αδερφό της, που της έτρεφαν ιδιαίτερη αδυναμία. Πάντοτε πρόθυμη να βοηθήσει τους γονείς της στη βιοπάλη, γιατί ήταν πολυμελής οικογένεια και τα έφερναν δύσκολα εις πέρας. Καθώς μεγάλωνε γινόταν όλο και ομορφότερη. Τα φτερά της έπαιρναν ολοένα και πιο βαθύ έντονο χρώμα. Συγκεκριμένα ήταν κίτρινα σε τέτοιο σημείο που άγγιζαν το χρυσαφί, με πορτοκαλί και γαλάζιες, στο χρώμα του ουρανού, βούλες.
Το όνομα της ήταν Ευτυχία. Όνομα που της ταίριαζε απόλυτα διότι στην κυριολεξία ήταν «η χαρά του Θεού».
Πάντοτε ήταν καλοπροαίρετη με τις υπόλοιπες πεταλούδες. Βοηθούσε όσους την είχαν ανάγκη, γιατί ήταν συναισθηματική, χωρίς να περιμένει κάποιο αντάλλαγμα. Ήταν συγχρόνως τόσο έξυπνη όσο και αθώα, που δεν σκεφτόταν ότι κάποιος ή κάποιοι δεν θα ήθελαν το καλό της.
Τα όνειρα της ήταν να ζήσει ένα μεγάλο έρωτα στο πλευρό ενός δυναμικού και ταλαντούχου πεταλούδου «πρίγκιπα», που θα την έκανε ευτυχισμένη. Πράγματι οι επιδόσεις της στο σχολείο ήταν αναπάντεχα ικανοποιητικές σε αντίθεση με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στο οικογενειακό της περιβάλλον (συνθήκες διαβίωσης κυρίως). Στο σχολείο που φοιτούσε άρχισε να θαυμάζει έναν καλό μαθητή πεταλούδο, ετοιμόλογο, έξυπνο, δραστήριο, με μεγάλα καταπράσινα μάτια και σκουρόχρωμα φτερά. Το όνομα του ήταν Αρχήγιος. Τα όνειρα της άρχισαν να γίνονται πραγματικότητα, όταν ο πεταλούδος την πρόσεξε και ενδιαφέρθηκε για εκείνη. Γνωρίστηκαν, σύναψαν ερωτικό δεσμό. Το πάθος της για εκείνον ήταν ανεπανάληπτο. Παράλληλα με τη σχέση της, συνέχισε και το σχολείο από το οποίο αποφοίτησε με «Άριστα» και άνοιξε επιτυχώς ο δρόμος για τον επαγγελματικό προσανατολισμό της. Με τον Αρχήγιο της παντρεύτηκαν. Είναι ολοφάνερο πως ένα μεγάλο όνειρο της, το μεγαλύτερο θα έλεγα εκπληρώθηκε. Σε αυτό συνετέλεσε και ο ερχομός του διαδόχου τους, του μικρού Χαρούλη. Κατόπιν από όλα αυτά ολοκλήρωσε και τις σπουδές της. Η επαγγελματική κατάρτιση ήταν πλέον ένας από τους στόχους της την εποχή εκείνη. Πράγματι έλαμπε από ευτυχία. Στο πρόσωπο της αντικατοπτρίζονταν η ομορφιά της ψυχής της και η αύρα που δεχόταν από τους αγαπημένους της, τον Αρχήγιο και τον Χαρούλη της. Στη συνέχεια κατάφερε να εργαστεί σε μια επιχείρηση παραγωγής νέκταρ, ειδικά επεξεργασμένου, με σκοπό τη χορήγηση του στους επιβαρυμένους σωματικά (αρρώστους) πεταλούδους.
Η Ευτυχία ήταν άξια, όμορφη, καλόψυχη, επαγγελματικά καταρτισμένη και επιπλέον με την οικογένεια των ονείρων της. Κάποιοι από το εργασιακό της περιβάλλον τα ζήλεψαν όλα αυτά και θέλησαν να της κάνουν κακό. Έτσι λοιπόν συνωμοτικά αποφάσισαν στο ρόφημα νέκταρ που έπινε κατά τη διάρκεια της απασχόλησης της, να της ρίξουν δηλητήριο από επικίνδυνα μανιτάρια και τσουκνίδες, κρυφά, όταν εκείνη δε θα βρισκόταν εκεί. Δυστυχώς για την Ευτυχία το σχέδιο τους «στήθηκε με επιτυχία», αφού μέρα με τη μέρα τα φτερά της γινόταν όλο και πιο αδύναμα. Επίσης το χρώμα τους ξεθώριαζε, μέχρι που έπαθε αρρώστησε, αφού δεν είχε τη δύναμη να πετάξει όπως παλαιότερα. Μελαγχολική από δω και πέρα η Ευτυχία, χωρίς τα λαμπερά και δυνατά φτερά της, μάταια προσπαθούσε να παραπλανήσει το οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον, ότι όλα είναι καλά και είναι ευτυχισμένη.
Στο μέγιστο δυνατόν, συμβιβάστηκε με την ασθένεια της και με όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει προσπαθούσε να ικανοποιεί, να βοηθάει και να εργάζεται στο σπίτι για τον άντρα της και το παιδί της. Απομονώθηκε από συγγενείς, φίλους και κοινωνικό περίγυρο. Κλείστηκε στον εαυτό της. Ένα «ΓΙΑΤΙ» τη βασάνιζε. Ο καιρός περνούσε. Η Ευτυχία άλλαξε. Δεν ήταν όπως πριν. Τα όνειρα της πραγματοποιήθηκαν κατά το ήμισυ, αλλά δεν την άφηνε η ασθένεια της να τα χαρεί. Οι δικοί της πεταλούδοι και ειδικά ο άντρας της, την αντιμετώπιζε όπως πριν αρρωστήσει. Της έλεγε και της ξανάλεγε «εσύ δεν έχεις τίποτα». Ότι κι αν πρόσφερε πάντα κάτι έλλειπε. Δεν ήταν αρκετά όλα αυτά που μπορούσε να δώσει. Δεν ήταν ευχαριστημένοι οι δικοί της πεταλούδοι μαζί της, αλλά κυρίως η ίδια για την κατάντια της. Όλα αυτά τελικά την οδήγησαν σε καταχρήσεις, ώσπου τελικά αρρώστησε βαριά.
 Ο Αρχήγιος και ο Χαρούλης ήταν απαρηγόρητοι για την απότομη τροπή που πήραν τα πράγματα. Την αγαπούσαν, ίσως όμως δεν είχαν αντιληφθεί επαρκώς την ευαίσθητη κατάσταση της υγείας της με αποτέλεσμα να μην την προσέχουν όσο θα έπρεπε. Τελικά μην αντέχοντας την επιδείνωση της ψυχικής και σωματικής ασθένειας της αποφάσισαν να απευθυνθούν στη Νονά του Χαρούλη η οποία ήταν μία καλή χαρισματική Νεράιδα με το όνομα Κάλλη. Της εξιστόρησαν τα γεγονότα και της ζήτησαν να τους βοηθήσει. Εκείνη πρόθυμη αλλά συνάμα και επιφυλακτική για την περαίωση της αποστολής που τους προόριζε κούνησε καταφατικά το κεφάλι της τρεις φορές και τους είπε τα εξής θα σας δώσω ένα άγουρο βατόμουρο. Σε τρεις ημέρες από σήμερα θα ωριμάσει, συγκεκριμένα από ροζ που είναι θα γίνει μαύρο. Η αποστολή σας πρέπει να εκτελεστεί πριν το βατόμουρο μαυρίσει, ως ένδειξη του άμεσου, αληθινού ενδιαφέροντος και συνάμα της απέραντης αγάπης σας προς την άρρωστη πεταλούδα σας που όπως θέλω να πιστεύω σας οδήγησε μέχρι εδώ. Με το βατόμουρο λοιπόν φυλαγμένο θα βρεθείτε στο δάσος της αγάπης αφού πρωτύτερα σας ακουμπήσω με τις κεραίες μου. Εκεί υπάρχει το αντίδοτο στο δηλητήριο που ήπιε η καλή σας πεταλούδα. Δεν είναι εύκολο να το βρείτε. Πρέπει να σκεφτείτε με σοφία και οδηγό την αγάπη σας για εκείνη για να τα καταφέρετε. Καλή τύχη λοιπόν και ακουμπώντας τους με τις κεραίες της μεταφέρθηκαν αμέσως στο περίφημο δάσος της αγάπης. 
Εκεί περιπλανήθηκαν για μία ολόκληρη μέρα χωρίς να καταφέρουν να βρουν το αντίδοτο. Όμως κατά το σούρουπο της δεύτερης ημέρας εμφανίστηκε μπροστά τους μια κουκουβάγια η οποία τους ρώτησε τι ψάχνουν. Με την αγωνία στα πρόσωπα τους, γιατί τους πίεζε ο χρόνος, της εξιστόρησαν πως έχουν τα πράγματα. Εκείνη θέλησε να τους βοηθήσει δίνοντας τους τη σοφία της και λέγοντας τους: « Κατά την Ανατολή του ήλιου, στο βάθος του δάσους, θα βρείτε αυτό που ψάχνετε!» Προχωρούσαν όλη τη νύχτα, ώσπου λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος έφτασαν στην καρδιά του δάσους. Η βλάστηση ήταν πυκνή. Το κελάηδισμα των πουλιών αντηχούσε σαν μια γλυκιά μελωδία στα αυτιά τους. Ήταν χειμώνας αλλά άνοιξη πλημμύριζε τις καρδιές τους. Κουρασμένοι καθώς ήταν στάθηκαν κάτω από μία ανθισμένη αμυγδαλιά. 
Ο Αρχήγιος έστρεψε το βλέμμα του προς τον μικρό Χαρούλη λέγοντας του: «Όπως βλέπω αυτή την αμυγδαλιά ανθισμένη έτσι προσδοκώ να δω και την Ευτυχία να ανθίσει ξανά και να μπορέσει να ανοίξει ξανά τα φτερά της και να πετάξει». Αστραπιαία λοιπόν κάνει μία κίνηση κόβοντας ένα ανθό από το πανέμορφο δέντρο για να της το δώσει, να ρουφήξει το νέκταρ και να γίνει καλά η αγαπημένη του. Ο Χαρούλης δεν ήταν και πολύ σίγουρος με την κίνηση αυτή του πατέρα του λέγοντας του: «Μπαμπά καλή η σκέψη σου αλλά λίγο επιπόλαια. Κάτι σου διέφυγε. Οι αμυγδαλιές ανθίζουν μόνο το Χειμώνα». Ο Αρχήγιος συμφώνησε. Δεν εγκατέλειψαν όμως την προσπάθεια τους και προχώρησαν λίγα μέτρα πιο πέρα. Εκεί αντίκρισαν μια ελιά φορτωμένη με τους καρπούς της. Ο Χαρούλης σκέφτηκε με σύνεση, και με σοφία λέει στον πατέρα του, Μπαμπά η ελιά έχει φύλλωμα όλο το χρόνο και είναι αιωνόβιο δέντρο. Είμαι πεπεισμένος ότι είμαστε σε καλό δρόμο για τη θεραπεία της μαμάς. Χαρούμενος αρπάζει δύο φύλλα ελιάς, όπου το ένα το δίνει στον Αρχήγιο και ξεκινούν για το δρόμο της επιστροφής . 
Για καλή τους τύχη το βατόμουρο δεν είχε ωριμάσει ακόμη. Με πολλή αγάπη και ελπίδα πλέον για τη σωτηρία της Ευτυχίας έφτασαν στον προορισμό τους. Αρχικά στην Νονά Κάλλη του Χαρούλη. Της έδωσαν τα δύο φύλλα ελιάς και εκείνη με ειδική επεξεργασία δημιούργησε ένα φίλτρο, το οποίο ήταν το αντίδοτο στο δηλητήριο. Στη συνέχεια το ήπιε η αγαπημένη τους πεταλούδα, με αποτέλεσμα μέρα με τη μέρα να ανοίγει όλο και περισσότερο τα φτερά της. Το χρώμα τους γινόταν ολοένα και φωτεινότερο, ώσπου τελικά με την αγάπη και τη σοφία των δικών της πεταλούδων, η Ευτυχία άνοιξε διάπλατα τα φτερά της και όλοι μαζί ευτυχισμένοι πέταξαν ξανά στο καταπράσινο λιβάδι… 
Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα….
Share To:

Hoanis Arkoulis

Post A Comment: