Δύσκολος που είναι ο λόγος,
σαφής, μα ακόμα άγουρος,
ασαφής, μα τόσο ξεροψημένος.
Σα θέλει ξεγελάει ανθρώπους,
μα και ζώα αγαθά,
που ευτυχώς για αυτά λόγο δε κατέχουν,
βλογημένα, τόσο τυχερά,
όπλο τούτο τόσο φθονερό,
ζοφερό και τρομερό μαζί,
 ανίερη κοινωνία,
στου πανούργου ρήτορα τη μήτρα.

Σκέφτεσαι και συ μικρέ  αγαθέ, θνητέ θεέ,
πως θα γίνει, αναζητάς,
να το αποκτήσεις θες
το όπλο τούτο το ακριβό,
δε γίνεται, δε μπορείς
είναι θέλημα θεού και πονηρού, μαζί,
με αυτό θα γεννηθείς,
με αυτό θα ανατραφείς,
με αυτό θα αγωνιστείς,
χάρις σ’ αυτό θα σβήσεις,
μη ρωτάς γιατί,
ποτέ δε θα το μάθεις.

Μη χαίρεσαι για αυτούς,
κατάρα κουβαλούν
για ευχή τη νομίζουν,
πολέμους κάνουν,
μα άλλοι πολεμούν για αυτούς,
σκοτώνουν, χωρίς αίμα ποτέ να δουν,
 κλαίνε μου λένε,
μα κροκοδείλια τα δάκρια τους.

Πονάει ο λόγος μου,
κλαίει η λαλιά μου,
πραγματικό μνήμα η ψυχή μου,
όχι για αυτούς τους καταδικασμένους ,
μα για σένα νέε μου,
και λιγότερο για ‘με,
κοιτώ γύρω μου ξεθαρεμένος,
η αμάθεια πλέον τυφλώνει,
σκότος τόσο εκτυφλωτικό,
άγνοια θεόρατα πηχτή,
μικρέ θνητέ θεέ αυτό πως το κατάφερες,
την αρχή γύρισες στο τέλος,
πάλι, ξανά και ξανά, πόσο θρήνος,
μέχρι το δίκιο να γραφτεί,
ως είναι, και όχι ως το θέν οι λίγοι,
ο νόμος νόμο πότε θα τηρήσει
ο άδικος δίκαια πότε θα τιμωρείται,
ευχή τόσο σύντομη,
μα τόσο δύσκολη,
τόσο ακατόρθωτη.

Μην θαρρείς πως είμαι ‘γω ο αγαθός
τα κρίματά μου, μαύρη τρύπα στα στήθη μου
τα έχω όπως όλοι, σε τούτη εδώ τη στρογγυλή,
αγνός ούτε ο θεός,
αν υπάρχει δεν ζει εδώ,
τυφλό τον φαντάζομαι,
κουφός, θαρρώ, πρέπει να είναι,
δεν ξέρει, δυστυχώς, ούτε να τιμωρεί,
ούτε να αγαπά,
ούτε να ξεχωρίζει,
μα ούτε τι δημιουργεί.

Κοίτα απλά τριγύρω σου,
πες μου, φώναξέ μου,
δίκιο έχω η άδικο,
δίκιο έχω που τα ξέρω, και τα λέω,
άδικο έχω,
που μόνον τα ξέρω,
και μόνον τα λέω,
τίποτα δεν κάνω,
τούτος είν’ ο μεγαλειώδης πόνος.

Ούτε τραγούδι δεν ξέρω να γράφω,
ούτε σωστά λόγο να αρθρώσω,
ούτε πως κλαίνε ξέρω,
και ας προσπαθώ,
ούτε θεός είμαι,
και ας με νομίζουν άλλοι,
ανέξοδα, θεϊκή χάρη μου χαρίζουν,
κοιτάω πίσω μου,
βάρβαρος ολόιδιος,
που των βαρβάρων οι ορδές τον κυνηγούν,
γιατί ειλικρινά δεν ξέρω,
συνένοχος θαρρούν πως είμαι,
στο έγκλημά τους, το αποτρόπαιο,
μα τίποτα δεν έχω κάνει,
απλά, μόνο άνθρωπος γεννήθηκα.

Λυπούμε τόσο,
κανείς σας καθόλου δεν λυπάται,
όνειρα, δεν ξέρετε να κάνετε,
και ούτε ‘γω θέλετε να κάνω,
γιατί, μου απαντάται;
σκοτεινό το θέλετε το νου μου,
για να φυτρώνει ότι εσείς σπέρνετε,
μονάχα πόλεμο και τρόμο.

Σταμάτα κάτω να κοιτάς,
κοίτα ψηλά στον ουρανό,
εκεί είναι το φως,
και το αιώνιο κατάφωτο σκοτάδι,
το μόνο αληθινό, πορφυρωμένο,
από εκεί όλα έρχονται, και καταλήγουν,
το λόγο πλέον θα μάθω,
θα δεις, θα τον ζεύσω,
όνειρα μόνος μου θα κάνω,
κρίνω πλέον, το όμορφο ως όμορφο,
το σκοτάδι ως σκοτάδι,
το ίσιο ως ίσιο,
την αλήθεια ως αλήθεια,
τον άνθρωπο ως άνθρωπο,
ότι μου μάθατε θα το ξέχασω,
μου όπλισε το νου η γνώση,
σε λίγο εγώ θα σας κυνηγώ,
έτσι θα ‘πρεπε από την αρχή να κάνω,
θεός δεν υπάρχει,
για να σας τιμωρήσει,
εγώ τώρα έχω, πλέον, δύναμη,
γνώση ζεστή, αρκετή,
θα πλάσω έναν, δικό μου,
όχι με πηλό, ως ξέρεις,
ως θες να νομίζεις,
μα με φωτιά, σίδερο,
σφυρύλατισμένο στον αδικημένων το αθάνατο αμόνι,
τούτος θα ‘ναι ο θεός,
τούτος πρέπει να είναι,
χειροπιαστός, δίκαιος,
όχι δικαστής,
κουράστηκα και με δαύτους,
αλλά τιμωρός, στυγνός.

Εμάς τους ανθρώπους, κρίμα,
μας νομίζεις όλους τέτοιους ,
θωρούμε, εθελοτυφλούμε,
πως ο κόσμος λέει τούτος,
πλάστηκε για μας,
μα και για σένα,
βασιλιά των ζώων,
ζώο μου εσύ, ευφυές δίποδο,
που ούτε να βρυχάσαι δεν ξέρεις,
παρά μόνο να χλευάζεις,
τον πόνο των άλλων, των ανίσχυρων,
δεν σου αξίζει ο παράδεισός αυτός,
φάε επιτέλους το μήλο σου και σήκω φύγε,
άσ’ τον, τούτος κληρονομία είν’ άλλων,
στα ζώα ανήκει,
η κόλαση σου,
θα ‘ναι η μοναξιά σου.

Νέα εποχή μόνος μου θα ‘ρχίσω,
χωρίς τάξη,
τούτη τη θέλω παλιά,
αρχαία, ανέγγιχτη,
χωρίς χρώμα χακί,
χωρίς μπρούτζο, σίδερο κι ατσάλι,
μονάχα με γάλα και μέλι,
μονάχα με θάλασσα και αλμύρα,
μονάχα με αέρα και ουρανό γαλάζιο,
μονάχα με όνειρα ταπεινά, μωρουδιακά,
τούτους θα στέψω βασιλείς μου,
τους νεογνούς σοφούς,
άλλους γηραιούς δε θέλω,
τους χόρτασα κι αυτούς.

Στην αγκαλιά μου άρωμα κρατώ,  
στη δεξιά το ήλιο,
εκείνον, της δικαιοσύνης, το νοητό,
στην αριστερή φωλιάζει χελιδόνι,
που άνοιξη ποτέ του δε συνάντησε,
μονάχα χειμώνα, και βασιλιά δίκαιο,
κι ας είναι χρυσοστολισμένος,
τα πλούτη του τα μοίρασε,
κράτησε μονάχα δώρο θεϊκό, πικρόγλυκο,
την αδαμάντινη καρδιά του.

Πήρε το χελιδόνι τη καρδιά,
και στόλισε τον ήλιο το νοητό,
και αυτός γέμισε κόκκαλα αντρειωμένων,
βαμμένα με κόκκινη μπογιά,
σα δώρα πασχαλιάτικα,
ήταν όμως λευτεριά,
που δε βρήκε ακόμη τη γη την ιερή,
για να θαφτεί τιμημένη.

Αρώματα και κρίνα,
κρατά το χελιδόνι,
και τον ήλιο αγναντεύει,
δε θέλει ποτέ να δύση,
γιατί το κρίνο θα μαραθεί,
και το άρωμα θα ξεθυμάνει,
ο χρόνος του θα λήξει,
και η άνοιξη θα ξημερώσει,
και πίσω ο άνθρωπος θα έλθει,
και το βασιλιά του θα ξεντύσει,
και στην πυρά, άκαρδα, θα ρίξει,
μα όσο αυτή κι αν καίει,
η καρδιά του ποτέ δε θα ζεσταθεί,
ποτέ δε θα μελώσει,
το καμίνι του πονηρού το ψύχος της θα σβήσει,
τόσο κακορίζικο είναι το μελλούμενό της,
τόσο δίκαιη είν’ η τιμωρία της.

Όπλο άλλο δυστυχώς δεν έχω,
απ’ έρωτα στέρεψα,
μα κι απ’ αγάπη,
μονάχα στοίχους τρυφερούς, ρομαντικούς,
θεριά τούτοι άλλης εποχής,
καιρών ηρώων και τεράτων,
τόσο νοσταλγημένων,
πολεμούσες ότι έβλεπες,
μισούσες ότι κοιτούσες,
με αυτά θα σε πολεμήσω,
με γαρδένιες και λουλούδια,
με κήπους και βασιλικούς,
με μάραθο μυρωμένο και μύρο,
απ’ εκείνο το λίγο,
που περίσσεψε απ’ το Χριστό.

Του Ομήρου απόγονος εγώ,
του Ησίοδου παραπαίδι,
και του Αισχύλου κοινωνός,
του Ελύτη νοσταλγός,
και του Μίκη συμπολεμιστής,
νοερός, δεν ρωτάω τι θα κάνω,
θα φυτέψω νέους κρίνους,
πορφυρούς τώρα μυρωδάτους,
και γαρδένιες και ζουμπούλια,
θα τα βαγιοκλαδίζω, ολημερίς,
με δάκρυ κάθε πρωί θα τις ποτίζω,
τι γειτονιά θα μοσχομυρίσω,
οδηγός μου τούτος, φωτεινός,
και τα έτσι άγρια θα ημερέψω,
μαγεμένα θα τα αποκοιμίσω.

Άξιος κανένας δεν εστί,
ήρωας κανένας δεν γεννήθηκε,
όλοι ζεμάτισαν την ψυχή τους,
με πυρωμένο απ’ της λύρας το δοξάρι,
έτσι θέλω και ‘γω,
βασιλιά μου σε περιφρωνό,
άνθρωπος, πολύποδας θα μείνω,
και για αυτό θα αγωνιστώ,
κοίταμε στα μάτια, αλήθεια λέω,
θυσία άλλη, πλέον, δεν κάνω.

Τελειώνω εδώ πριν καν αρχίσω,
δε θα πάψω όμως να γράφω,
δε θα πάψω όμως να τραγουδώ,
ποιήματα και στοίχους αιώνια θα γράφω,
έτσι με γέννησε ο Αθάνατος,
έτσι με ‘πλασε η Φύση,
έτσι το ζήτα θα ξηλώσω,
και ον επιτέλους θα γεννώ,
με γνώση για πλούτο, και οδηγό,
τους εχθρούς, του κόσμου τούτου,
στη θάλασσα θα πνίξω,
με φωτιά θα κάψω,
και με μουσική και λύρα κρητικιά,
το Θεό θα τον δικάσω,
με ότι όνειρο μου ‘χει απομείνει,
σε ερειπωμένο καπηλειό,
το σταυρό θα του ξαναφορτώσω,
και πίσω στο γέρο πατέρα του,
αποτυχημένο,
θα τον ‘ναι στείλω,
δίχως φτερά,
δίχως σύννεφα,
με απαρηγόρητη αγάπη στολισμένο,
έτσι απλά, και λαμπερά!



Share To:

Hoanis Arkoulis

Post A Comment: