1/29/2010

Η πορνεία στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο

 

Ο Φιλήμων ιστορεί πως ο Σόλων ίδρυσε πρώτος τα πορνεία στην Αθήνα,για να ανακουφίσει τους νέους που έφταναν στην ακμή,ο δε Νίκανδρος ο Κολοφώνιος γράφει πως ο Σόλων ίδρυσε και τον ναό της Πανδήμου Αφροδίτης στην Αθήνα,της προστάτριας του αγοραίου έρωτα,από τα κέρδη των πορνών που είχε εγκαταστήσει στα οικήματα.Από ένα απόσπασμα του Ξενάρχου που διέσωσε ο Αθήναιος πληροφορούμαστε τον τρόπο λειτουργίας τους.

Αφού ο Ξέναρχος κατηγορήσει την νεολαία της εποχής του που τρώει τα λεφτά και τον καιρό της με μεγαλόμισθες εταίρες ή με ελεύθερες παντρεμένες γυναίκες διατρέχοντας τον έσχατο κίνδυνο να συλληφθεί,λέει πως θα μπορούσε να διαλέξει άλλον ευκολότερο και ασφαλέστερο δρόμο,την επίσκεψη στα πορνεία,όπου όπως μας αναφέρει,μπορεί κανείς να διαλέξει ελεύθερα όποια του αρέσει.Στέκονταν σε παράταξη μέσα στους οίκους-«επί κέρως τεταγμέναι»,όπως λέει χαρακτηριστικά,ημίγυμνες ή φορώντας διαφανείς χιτώνες,με αποτέλεσμα να φαίνονται τα πάντα και να διεγείρονται οι πελάτες.Η ταρίφα ποίκιλλε από σπίτι σε σπίτι ή από γυναίκα σε γυναίκα και ήταν κατά κανόνα ένας οβολός(το 1/6 δηλ.της δραχμής),αλλά μπορούμε να υποθέσουμε πως μπορούσε ο πελάτης να δώσει κάτι παραπάνω για να έχει ειδική περιποίηση).

Τα πορνεία στην Αθήνα ήταν εγκατεστημένα κυρίως στον Κεραμεικό που ήταν μέσα στην πόλη,κατά τον σχολιαστή του Αριστοφάνη,και ειδικότερα στις πύλες του Κεραμεικού,καθώς μας πληροφορούν ο Ησύχιος και η Σούδα.Τα περισσότερα,όμως,ήταν στο λιμάνι,στον Πειραιά,καθώς μας πληροφορεί ο Πολυδεύκης,μιας και ήταν χώρος,όπου έρχονταν έμποροι,ξένοι και ναυτικοί.Οι πόρνες ντύνονταν παρδαλά κι αυτό δεν επιτρεπόταν για τις ελεύθερες γυναίκες.Όταν έμπαινε ο πελάτης,η πόρτα έκλεινε.Μέσα στο δωμάτιο είχε συνήθως προθάλαμο.Στους τοίχους υπήρχαν άσεμνες και διεγερτικές παραστάσεις,κατάλληλος διάκοσμος για τον χώρο.Τον χειμώνα είχαν κάρβουνα αναμμένα για ζεστασιά.Τοκρεββάτι είχε σεντόνια και καλύμματα και μέσα έκαιγε λύχνος συνεχώς.Οι πελάτες κατά τα φαινόμενα προπλήρωναν.

Οι πόρνες ήταν δούλες,ξένες ή αιχμάλωτες πολέμου,ή αγορασμένες.Απαγορευόταν αυστηρά να εκδίδεται ελεύθερη.Ο Θεόπομπος αναφέρει πως ο ρήτορας Κλέομις της Μήθυμνας τους μαστροπούς που προήγαγαν στην πορνεία ελεύθερες τους έδεσε μέσα σε σακκιά και τους έριξε μέσα στη θάλασσα να πνιγούν.Οι προαγωγοί ή πορνοβοσκοί ήταν πρόσωπα ανυπόληπτα και λεγόντουσαν κι αλλιώς πόρνοι,πορνοσκόποι και εταιροτρόφοι.Νοίκιαζαν τα πορνεία και είχαν τις πόρνες καταβάλλοντας κάθε χρόνο το πορνικόν τέλος στο κράτος,ένα φόρο δηλαδή στο κράτος,καθώς μαθαίνουμε απ’τον Αισχίνη.Η ταρίφα των πορνών φαίνεται καθοριζόταν και πάλι απ’το κράτος κι αυτό λεγόταν «διάγραμμα»,όπως μας πληροφορεί η Σούδα,όπου οι αγορανόμοι καθώριζαν(διέγραφον) πόσο έπρεπε «λαμβάνειν την εταίραν εκάστην».Και στην Κω υπήρχε πορνικόν τέλος,όπως προκύπτει από μια πούτιμη επιγραφή που καταγράφει τους φόρους του κράτους,μεταξύ των οποίων υπάρχει και ο φόρος των εταιρών.Το πορνικόν τέλος καταβαλλόταν στον πορνοτελώνη,τον τελώνη δηλαδή των δημοσίων πορνών.Το πορνείο λεγόταν και οικίσκος,οίκημα(δηλ.το«σπίτι»,όπως λέμε σήμερα),τέγος,παιδισκείον(από τα κοριτσάκια,τις παιδίσκες που είχε μέσα),κηλωστόν,χαμαιτυπίον(την ονομασία αυτή την πήρε απ’τις λεγόμενες χαμαιτύπες,τις πόρνες δηλαδή που συνευρίσκονταν στο ύπαιθρο ξαπλώνοντας χάμω,δηλ.στο έδαφος.

Αργότερα φαίνεται σπιτώθηκαν κι έτσι απ’αυτές πήρε την ονομασία και το σπίτι).Υπήρχε και μια άλλη κατηγορία ακόμη φτηνότερων πορνών που έκαναν τη δουλειά στο ύπαιθρο ψαρεύοντας τους πελάτες στο δρόμο μεδιάφορα κόλπα,μεταξύ των οποίων ήταν να έχουν γραμμένα με καρφιά στα πέδιλα λέξεις που αποτυπώνονταν στο μαλακό έδαφος.Σώθηκε ένα τέτοιο παπούτσι που γράφει με τα καρφιά τη λέξη ‘’ακολούθει’’,κάτι ανάλογο με τις σύγχρονες πόρνες που έχουν τυπωμένες καρτούλες με την διεύθυνση,τις οποίες πετάνε στον ανυποψίαστο πελάτη.Οι πόρνες αυτές λεγόντουσαν «λεωφόροι»(το ανάλογο με το σημερινό τροτέζα ή καλντεριμιτζού) ή«σποδησιλαύραι»(λαύρα είναι το δρομάκι,το σοκάκι και σποδός η σκόνη),χαμαιτύπαι,χαλκιδίτιδες(από το πολύ ευτελέςποσό που έπαιρναν,ένα χάλκινο νόμισμα),χαμαιταιρίδες.Συνευρίσκονταν στους σκοτεινούς δρόμους στην περιοχή του Φιλοπάππου,σε ψηλά επιτάφια μνημεία.Άλλες πήγαιναν σε ειδικά πανδοχεία που νοίκιαζαν γι’αυτό το σκοπό δωμάτια ή σε ταβέρνες που λεγόντουσαν ματρυλλίαή μαστρύπια.Υπήρχαν πόρνες εγκατεστημένες στα λουτρά.Τέλος,στα συμπόσια καλούσαν αυλητρίδες,χορεύτριες(ορχηστίδες),ακροβάτιδες που πέρα απ’το πρόγραμμα που παρουσίαζαν,δίνονταν πολύ συχνά για μικρή πρόσθετη αμοιβή στον έρωτα των ανδρών.

Οι εταίρες ήταν πόρνες πολύ όμορφες,ανωτέρου επιπέδου.Κατείχαν συνήθως υψηλή μόρφωση και μπορούμε να τις παρομοιάσουμε κατά κάποιο τρόπο με τις γιαπωνέζες γκέισες.Πολλές απ’αυτές κέρδισαν την ελευθερία τους εξαγοράζοντάς την με τα κέρδη τους ή με χρήματα των εραστών τους.Η τιμή τους κυμαινόταν από 1 δραχμή,δηλ.6 φορές περισσότερο από τις δημόσιες πόρνες,μέχρι αμύθητα ποσά.Το πόσο σοβαρή επίδραση άσκησαν στη ζωή της αρχαίας Ελλάδας φαίνεται από το ότι όλοι οι μεγάλοι άνδρες της αρχαιότητος είναι συνδεδεμένοι με εταίρες που φημίζονταν όχι μονάχα για την ομορφιά και την τέχνη του έρωτα,αλλά και το πνεύμα τους.Η Ασπασία έγινε σύζυγος του ισχυρότερου άνδρα της Αθήνας,του Περικλέους.Λέγεται πως έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη χάραξη της πολιτικής του αθηναϊκού κράτους κι ο Πλάτων στον «Μενέξενο» αναφέρει πως εκείνη συνέθεσε τον επιτάφιο λόγο που εξεφώνησε ο Περικλής.Η Τιμάνδρα ή Δαμασάνδρα,μητέρα της Λαΐδος,συνδέθηκε με τον Αλκιβιάδη,όπως και η περίφημη Θεοδότη η Αττική.Η χορεύτρια Φίλιννα συνδέθηκε με τον βασιλιά Φίλιππο κι απέκτησε μαζί του τον Αρριδαίο που βασίλεψε μετά τον Αλέξανδρο.Η Μανία και η Λάμια ήταν οι περίφημες εταίρες του Δημητρίου Πολιορκητή.Η Δημώ συνδέθηκε με τον βασιλιά Αντίγονο.Η Μύστα και η Νύσα συνδέθηκαν με τον βασιλιά Σέλευκο.Η Λαΐς είχε δεσμό με τον ζωγράφο Απελλή,τον φιλόσοφο Αρίστιππο και τον Διογένη τον Κυνικό.Η Φρύνη με τον ρήτορα Υπερείδη.Η Μιλτώ με το βασιλιά της Περσίας Κύρο.Η Θαΐς ήταν η εταίρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και είναι αυτή που έκαψε το ανάκτορο της Περσέπολης σ’ένα γιορταστικό συμπόσιο.Η Γλυκέρα είναι η περίφημη ερωμένη του Μενάνδρου.Η Λαμπιτώ η Σαμία συνδεόταν με τον Δημήτριο τον Φαληρέα.Η Σινώπη με τον Ιεροφάντη των Ελευσινίων Μυστηρίων Αρχία.Η Λεόντιον ήταν η συντρόφισσα του Επίκουρου.Η Αγαθόκλεια ήταν η φίλη του Πτολεμαίου του Δ’.ΗΜανία ήταν η ερωμένη του ολυμπιονίκη στο παγκράτιον Λεοντίσκου.Το 13ο βιβλίο του Αθήναιου μας δίνει πλήθος ονόματα,ανέκδοτα και περιτατικά από τις διάσημες εταίρες της αρχαιότητας.

Η ιεροδουλεία ήταν ένας θεσμός,κατά τον οποίο γυναίκες,αλλά ορισμένες φορές και άνδρες ασκούσαν στους ναούς την Ιερή Πορνεία.Δύο είναι τα είδη της .Το πρώτο περιλαμβάνει όλες τις γυναίκες που είναι υποχρεωμένες,πριν παντρευθούν,να διακορευθούν μέσα στο ναό προς όφελος της θεάς,στην οποία ανήκει ο ναός.Το δεύτερο,που είναι μετεξέλιξη του πρώτου και προφανώς επιβλήθηκε με την επικράτηση της πατριαρχίας και της ζηλοτυπίας του άνδρα που θέλει η γυναίκα του να μη σμίγει με κανένα,έστω και με θεό σε ναό,αφορά εκείνες τις γυναίκες που υπηρετούν στο ναό είτε ως σκλάβες είτε επειδή είναι ταμένες είτ γιατί έχουν έλθει με τη θέλησή τους και η ιεράπορνεία που ασκούν είναι σε μόνιμη επαγγελματική βάση.

Η ιεροδουλεία,θεσμός πανάρχαιος και θρησκευτικός,ήταν απλωμένη σ’όλο το χώροτης Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.Στην Κύπρο ήταν ανεπτυγμένη,όπως μας πληροφορούν οι Κλέαρχος Σολεύς και ο Ιουστίνος,ο οποίος αναφέρει επίσης ότι οι Επιζεφύριοι Λοκροί σε κρίσιμες στιγμές πολέμου πόρνευαν τις θυγατέρες τους στον ναό της Αφροδίτης.Στην Άβυδο της Τρωάδος υπήρχε ιερό της Αφροδίτης Πόρνης.Στην Ελλάδα ξακουστό ήταν το ιερό της Αφροδίτης στην Κόρινθο που είχε περισσότερες από 1.000 ιερόδουλες εταίρες,τις οποίες είχαν αφιερώσει στη θεά άνδρες και γυναίκες.Γι’αυτές συνέρρεε πλήθος κόσμου,όπως μαρτυρεί ο Στράβων,και πλούτιζε η πόλη.Οι καπετάνιοι των πλοίων σκόρπιζαν αφειδώς τα λεφτά τους και απ’αυτό βγήκε η παροιμία «ου παντός ανδρός ες Κόρινθον έσθ’ο πλους»,δηλαδή δεν είναι εύκολο ταξίδι για τον καθένα η Κόρινθος.Και υπήρχε αρχαίο έθιμο στην Κόρινθο,όταν επρόκειτο να προσευχηθεί η πόλη στην Αφροδίτη για ζητήματα υψίστης σημασίας,να προσκαλούν όσο το δυνατόν περισσότερες εταίρες να συνενώσουν την φωνή τους και να θυσιάσουν μαζί.Και για την πατριωτική τους στάση κατά την περσική εισβολή ανέγραψαν τα ονόματα των εταιρών σε δημόσια πινακίδα κι ο Σιμωνίδης τους αφιέρωσε επίγραμμα.


(Πηγή:«Περιοδικό Αρχαιολογία»)

1/28/2010

Το μεγαλείο της Ελληνικής Γλώσσας



"Hellenic Quest" τιτλοφορείται ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικής εκμάθησης της Ελληνικής γλώσσας που το CNN άρχισε να διανέμει παγκοσμίως και προορίζεται σε πρώτο στάδιο για αγγλόφωνους και ισπανόφωνους.. Η μέθοδος διδασκαλίας συνίσταται στην προβολή πληροφοριών στην οθόνη του Η/Υ με ταυτόχρονη μετάδοση ήχου και κινούμενης εικόνας.
Το πρόγραμμα παράγεται από την γνωστή εταιρεία Η/Υ Apple, της οποίας ο Πρόεδρος Τζών Σκάλι λέει σχετικά:
«Αποφασίσαμε να προωθήσουμε το πρόγραμμα εκμάθησης της Ελληνικής γλώσσας, επειδή η κοινωνία μας χρειάζεται ένα εργαλείο που θα της επιτρέψει ν' αναπτύξει την δημιουργικότητά της, να εισαγάγει καινούργιες ιδέες και θα της προσφέρει τόσες γνώσεις, περισσότερες απ' όσες ο άνθρωπος έχει ως τώρα ανακαλύψει»
΄Ισως να πρόκειται για μια εκδήλωση της τάσης για επιστροφή του παγκόσμιου πολιτισμού στο πνεύμα και την γλώσσα των Ελλήνων ...;
Σήμερα οι Βρεταννοί επιχειρηματίες προτρέπουν τα ανώτερα στελέχη τους να μάθουν αρχαία Ελληνικά, «επειδή αυτά περιέχουν μια ξεχωριστή σημασία για τους τομείς οργάνωσης και διαχείρησης των επιχειρήσεων». Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγήθηκαν μετά από διαπιστώσεις Βρεταννών ειδικών ότι:
« Η Ελληνική γλώσσα ενισχύει την λογική και τονώνει τις ηγετικές ικανότητες. Γι αυτό έχει μεγάλη αξία, όχι μόνον στην πληροφορική και στην υψηλή τεχνολογία, αλλά και στον τομέα οργάνωσης και διοίκησης»
Αυτές οι ιδιότητες της Ελληνικής ώθησαν το Πανεπιστήμιο ΙΡΒΑΙΝ της Καλλιφόρνιας να αναλάβει την αποθησαύριση του πλούτου της. Επικεφαλής του προγράμματος τοποθετήθηκε η γλωσσολόγος και Ελληνίστρια Μάκ Ντόναλι και μαζί της οι καθηγητές της ηλεκτρονικής Μπρούνερ και Πάκαρι. Στο πρόγραμμα Η/Υ ΄Ιβυκο αποθησαυρίστικαν 6.000.000 λεκτικοί τύποι της γλώσσας μας, όταν η Αγγλική έχει συνολικά 490.000 λέξεις και 300.000 τεχνικούς όρους. Δηλαδή ως γλώσσα είναι μόλις το 1/100 της δικής μας! Επίσης στον ΄Ιβυκο ταξινομήθηκαν 8.000 συγγράμματα, 4.000 αρχαίων Ελλήνων και το έργο συνεχίζεται ...;
Επ' αυτού ο καθηγητής Μπρούνερ λέει:
« Σε όποιον απορεί , γατί τόσα εκατομμύρια δολλάρια για την αποθησαύριση των λέξεων της Ελληνικής γλώσσας, απαντούμε: Μα πρόκειται για την γλώσσα των προγόνων μας! Και η επαφή μαζί τους θα βελτιώσει τον πολιτισμό μας».
Οι υπεύθυνοι του προγράμματος υπολογίζουν ότι οι Ελληνικοί λεκτικοί τύποι θα φθάσουν στα 90.000.000 έναντι 9.000.000 της λατινικής. Το ενδιαφέρον για την Ελληνική γλώσσα, προέκυψε από την διαπίστωση των επιστημόνων της πληροφορικής και υπολογιστών ότι οι Η/Υ προχωρημένης τεχνολογίας δέχονται σαν νοηματική γλώσσα μόνον την Ελληνική και όλες τις άλλες γλώσσες τις χαρακτηρίζουν σαν «σημειολογικές». Νοηματική γλώσσα όπως είναι γνωστό, θεωρείται η γλώσσα όπου το «σημαίνον» δηλαδή η λέξη και το «σημαινόμενο» δηλαδή αυτό που η λέξη εκφράζει(πράγμα, ιδέα, κατάσταση), έχουν μεταξύ τους πρωτογενή σχέση. Ενώ σημειολογική είναι η γλώσσα στην οποία ορίζεται αυθαίρετα ότι το «σημαινόμενο» εννοείται με το «σημαίνον»! Η Ελληνική γλώσσα είναι η μόνη της οποίας οι λέξεις έχουν «πρωτογένεια» (π.χ. Γεωμετρία= γη +μετρώ), ενώ σε όλες τις άλλες οι λέξεις είναι συμβατικές. Σημαίνουν κάτι, επειδή απλά έτσι συμφωνήθηκε μεταξύ εκείνων που τις χρησιμοποιούν. Υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σχέση μεταξύ λέξεως-πράγματος, που είναι κάτι ανύπαρκτο στις άλλες γλώσσες.
Τα ποιο τέλεια προγράμματα «Ίβυκος», «Γνώσεις» και «Νεύτων» αναπαριστούν τους λεκτικούς τύπους της Ελληνικής σε ολοκληρώματα και σε τέλεια σχήματα παραστατικής, γεγονός που αδυνατούν να κάνουν για τις άλλες γλώσσες. Και αυτό επειδή η Ελληνική γλώσσα, έχει μαθηματική δομή επιτρέπει την αρμονική γεωμετρική τους απεικόνιση. Ιδιαιτέρως χρήσιμα είναι τα Ελληνικά προσφύματα «-ΙΣΜΟΣ», «-ΛΑΝΔΗ», «ΤΗΛΕ», «ΜΙΚΡΟ»,»ΜΕΓΑ»,»ΣΚΟΠΟ», «ΣΥΝ» κ.α.
Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές θεωρούν την Ελληνική γλώσσα ως «μη οριακή», δηλαδή μόνον σ' αυτήν δεν υπάρχουν όρια. ΄Ετσι, γι αυτό είναι απαραίτητη στις νέες επιστήμες όπως η Πληροφορική, η Ηλεκτρονική, η Κυβερνητική κ.ά. Αυτές οι επιστήμες μόνο στην Ελληνική γλώσσα βρίσκουν νοητικές εκφράσεις που χρειάζονται, χωρίς τις οποίες η επιστημονική σκέψη αδυνατεί να προχωρήσει.
Γι αυτούς τους λόγους οι Ισπανοί ευρωβουλευτές ζήτησαν να καθιερωθεί η Ελληνική γλώσσα ως η επίσημη της ευρωπαϊκής ένωσης, διότι το να μιλά κανείς για ενωμένη Ευρώπη χωρίς την Ελληνική, είναι σαν να μιλά σ' έναν τυφλό για χρώματα.

Η Δ΄ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ: ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ ΚΑΙ Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ


Η Δ΄ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ
ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ ΚΑΙ Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ
Toυ Θωμά Φ. Δρίτσα



Ενώ τονίζεται η 29η Μαΐου 1453 ως το τέλος της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας μας, το κυριότερο γεγονός που κλόνισε την ύπαρξή της ανεπανόρθωτα, και οδήγησε στον οριστικό τερματισμό της υλικής και οικονομικής υπεροχής του κράτους μας σε όλη την Ευρώπη, και τελικά στο 1453, δηλαδή η καταστροφή της Ρωμανίας από τη Δύση, με την Άλωση της Νέας Ρώμης/Κωνσταντινούπολης την 13η Απριλίου 1204 από τους Σταυροφόρους, αποσιωπάται ή δεν του δίνεται η πρέπουσα σημασία. Θα έλεγε κανείς, ότι επειδή ο προσανατολισμός του νεοελληνικού κράτους ήταν προς τη Δύση, οι ηγέτες του σκέφτηκαν ότι αυτός ο προσανατολισμός συνεπάγεται απαραίτητα και τη λήθη της ιστορίας, τη λήθη του γεγονότος ότι εξαιτίας της Άλωσης του 1204 η Ρωμηοσύνη στάθηκε αδύναμη να αντιμετωπίσει τους Τούρκους. Με άλλα λόγια, η Άλωση του 1204 οδήγησε στα 400-600 χρόνια Τουρκοκρατίας, αλλά αυτό το συμπέρασμα απωθήθηκε, πιθανότατα λόγω του ιδεολογικού προσανατολισμού της ηγετικής τάξης του Ελληνικού κράτους. Είναι σήμερα γενικά παραδεκτό, πως αυτή ήταν η αιτία της επικράτησης των Τούρκων στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Ένα Ρωμαίικο Κράτος που δεν θα είχε υποστεί την Άλωση του 1204, πιθανότατα θα ανέκαμπτε, όπως είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν άλλωστε, και θα αντιμετώπιζε τους Τούρκους νικηφόρα, όπως και τους Άραβες.

Η ευκαιρία να χτυπηθεί η Ρωμηοσύνη, δεν άργησε να δοθεί στους Φραγκολατίνους. Ήδη από τον 12 αι πολλές δεκάδες χιλιάδες από αυτούς υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη. Απολάμβαναν προνόμια και ήταν προκλητικοί προς τους Ρωμηούς της Κωνσταντινούπολης. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός παραχώρησε το 1082 υπέρμετρα δικαιώματα που τους έκαναν μισητούς στους Ρωμαίους. Ο Ιωάννης ο Β΄ έκανε κάποιες προσπάθειες ώστε θα θέσει τέλος στα προνόμια αυτά. Αλλά η ενέργεια του αυτή, είχε ως αποτέλεσμα εχθροπραξίες από μέρους τους τόσο στο Αιγαίο, όσο και στο Ιόνιο και την Αδριατική. Αναγκάστηκε, ο αυτοκράτορας να ξαναδώσει πίσω τα προνόμια, όταν ο στόλος των Βενετών κινήθηκε εχθρικά προς τα εδάφη της Ρωμανίας. Οι Λατίνοι είχαν αλλοιώσει πολλές πλευρές της δημόσιας ζωής και οικονομικά διείσδυαν στον εμπορικό / επαγγελματικό ιστό συμβάλλοντας στην παρακμή της αυτοκρατορίας. Η Ρωμαϊκή οικονομία, πλέον ήταν υποχείριο της δύσης.

Ο λαός της Ρωμηοσύνης, αντιστάθηκε στις προκλήσεις τους, με μεγάλες εξεγέρσεις, οι οποίες βάφτηκαν με αίμα. Τον Μάιο του 1182, έγινε η πρώτη εξέγερση κατά των Λατίνων. Μια επανάσταση που χαρακτηρίστηκε από σφαγές και εξανδραποδισμούς. Κάτω από την πίεση της κατάστασης ο Ανδρόνικος ο Α΄ αναγκάστηκε να υιοθετήσει την αντιλατινική πολιτική. Όπως είναι φυσικό, οι Λατίνοι αντέδρασαν κατά της Ρωμανίας. Η επεκτατική πολιτική τους εκφράστηκε με την επίθεση των Ούγγρων στη βαλκανική το 1183 καθώς και με την επίθεση των Νορμανδών κατά των Ρωμαϊκών εδαφών το 1185, με αποτέλεσμα την άλωση της Θεσσαλονίκης. Ακολούθησε νέα επανάσταση του δυσαρεστημένου από τα γεγονότα λαού στη την οποία σφαγιάστηκε ο Ανδρόνικος.

Αυτοκράτορας έγινε ο Iσαάκιος ο B΄ ο Άγγελος. Δυστυχώς, εκείνη την περίοδο, η Ρωμανία έπασχε από ελλιπή ηγεσία Οι Άγγελοι ήταν ίσως η χειρότερη δυναστεία! Ο Παπαρρηγόπουλος λέει (Δ΄ Β 237): “η ολεθρία των Αγγέλων γενεά”. Ο Iσαάκιος προσπάθησε να έρθει σε συνεννόηση με τους Λατίνους και να τους παραχωρήσει ξανά, ευνοϊκή μεταχείριση. Το 1187 επαναφέρει τα προνόμια των Βενετών, οι οποίοι έχουν πλέον την υποχρέωση να μην συνάπτουν συμμαχίες ενάντια στην Αυτοκρατορία. Το 1195 ανατρέπεται ο Ισαάκιος από τον Αδελφό του Αλέξιο Γ΄, πράγμα το οποίο κάνει τους Βενετούς σκεπτικούς, αν και τα προνόμια τους ανανεώνονται.


Ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ΄ ήταν ο πνευματικός πατέρας της 4ης Σταυροφορίας. Υπήρχε σε αυτήν ένα ανάμεικτο πνεύμα αρρωστημένης θρησκευτικότητας και «ιπποτικής» ιδεολογίας. Έστειλε τους Λατίνους ιεροκήρυκες να προωθήσουν την υπόθεση του ιερού πολέμου στην Δυτική Ευρώπη, την κήρυξη του ιερού πολέμου. Ο Θεοβάλδος ο Γ΄, κόμης της Καμπανίας, κήρυξε τελικά τον (ανίερο) πόλεμο. Οι Σταυροφόροι «Ήταν ένα περίεργο ανακάτωμα από ευσεβείς και θρήσκους άνδρες, αλλά και από αποβράσματα της κοινωνίας, από ανθρώπους, δηλαδή, που ήταν ικανοί για κάθε έγκλημα» (1). Μυριάδες λαού έσπευσαν στο κάλεσμα των κηρύκων της Σταυροφορίας. Η θρησκευτικότητα ήταν πρόσχημα και επικάλυψη της κατάκτησης. Οι ελευθερωτές των Αγίων Τόπων έγιναν κατακτητές της Ανατολής, κοσμικοί και πνευματικοί αφέντες και δυνάστες. Το φεουδαρχικό κλίμα της Φράγκικης Δύσης μεταφυτεύτηκε στην Ανατολή.


To συμβούλιο που αποτελείτο από τους Φεουδάρχες οι οποίοι λάμβαναν μέρος στην σταυροφορία αποφάσισε πως η συγκέντρωση θα γινόταν στην Βενετία και κατόπιν θα κατευθύνονταν είτε στην Συρία, είτε στην Αίγυπτο. Οι σταυροφόροι έπασχαν τόσο από πλευράς οργάνωσης και εξοπλισμού, όσο και στα οικονομικά. Γι’ αυτό συνάψανε συμφωνία με τους Βενετούς, με την οποία θα παρείχετο τροφή και υποστήριξη, έναντι 85.000 μάρκων. Επίσης προσέφεραν και τα μισά εδάφη που θα κατακτούσαν οι σταυροφόροι. Οι περισσότεροι έφτασαν το 1202, αργοπορημένα στην Βενετία. Η οργάνωση, ο εξοπλισμός και τα οικονομικά τους ήταν σε άθλια κατάσταση. Μια και δεν μπορούσαν να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους, οι σταυροφόροι αναγκάστηκαν να βοηθήσουν τους Βενετούς χτυπώντας εχθρικές πόλεις, ως «πληρωμή». Καταστρέψανε και λεηλάτησαν την πόλη Ζάρα.

Ο Βολταίρος έλεγε ότι η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους» δεν ήταν ούτε αγία, ούτε ρωμαϊκή ούτε καν αυτοκρατορία! Η Βενετική «Serenissima Repubblica» (Γαληνότατη Δημοκρατία) κατ’ αναλογία, ούτε γαλήνια, ούτε και Δημοκρατία ήταν. Ήταν ένα κράτος βαθιά ιμπεριαλιστικό, πλουτοκρατικό, αποικιοκρατικό και ρατσιστικό / αριστοκρατικό. Το Βενετικό κράτος ήταν «εμπορικό». Βεβαίως, δεν γνωρίζουμε αν το να είσαι κλέπτης και κλεπταποδόχος είναι «εμπόριο». Ο Φράγκος σταυροφόρος εντυπωσίασε, κλέβοντας και διαλύοντας την Ρωμηοσύνη. Δεν είναι μόνο τα «ελγίνεια» μάρμαρα που ξέρουμε όλοι. Όποιος έχει επισκεφθεί την Ιταλία, θαυμάζει, στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, τα τέσσερα χάλκινα άλογα που κοσμούν τον εξώστη του ναού, τα οποία κάποτε στόλιζαν τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης! Ακόμα και η βαριά μεγαλοπρεπής χαλύβδινη πόρτα του ναού, κάποτε κοσμούσε την Αγία Σοφία! Η Βενετία, ξεκίνησε ως μία καθαρά Ρωμαίικη πόλη, αλλά τελικά κατάληξε να αλωθεί πολιτισμικά από τους Φράγκους και να γίνει και αυτή Φραγκική. Αυτό συνέβη, κυρίως, μετά την κατάληψη του Πατριαρχείου Ρώμης από τους Φράγκους. Για παράδειγμα, ως τον 10ο αιώνα τα δημόσια έγγραφα της Βενετίας άνοιγαν με το όνομα του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Στα τέλη του 12ου αιώνα όλοι οι Δόγηδες έφεραν τίτλους Ρωμηών αυλικών αξιωματούχων. Το σύστημα χρονολόγησης των εγγράφων παρέμεινε Ρωμαϊκό και συνέχισε να χρησιμοποιεί το μεσαιωνικό Index, ενώ ως την ενθρόνιση του τελευταίου βενετού Δόγη το 1789 το τελετουργικό ακολουθούσε αυστηρά τη Ρωμαίικη παράδοση (2). Μόνο μετά το 1797, οπότε και εγκαθιδρύθηκε η «Γαληνότατη Δημοκρατία», η Βενετία απέταξε εντελώς τα σύμβολα της Ρωμαίικης αυτοκρατορίας.


Στην πόλη Ζάρα στην Αδριατική Ακτή, αρχές του 1203, οι σταυροφόροι δέχτηκαν τους αντιπροσώπους του Αλέξιου Δ΄ Αγγελου, υιού του εκθρονισμένου και τυφλωμένου Ισάκιου Β΄ Αγγελου,. Η αδελφή του Αλέξιου είχε παντρευτεί τον βασιλιά της Σουηβίας Φίλιππο. Ο Αλέξιος Δ΄ έχει χαρακτηριστεί ο «Εφιάλτης» της Ρωμανίας! Αυτός έφερε τους Λατίνους Σταυροφόρους στην Κωνσταντινούπολη. Ήθελε να αποκαταστήσει, στον θρόνο, τον πατέρα του Ισαάκιο. Συνεργάστηκε όμως, με τους εχθρούς της αυτοκρατορίας, για να πετύχει τον σκοπό του. Οι Σταυροφόροι δεν μπόρεσαν αν αποφασίσουν, και απέπλευσαν προς Κέρκυρα, όπου ο Αλέξιος επανέλαβε τις προτάσεις του.


Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο δόγης της Bενετίας Ερρίκος Δάνδολος, ο οποίος έτρεφε μίσος κατά των Ρωμηών. Ο Δάνδολος έγινε Δόγης όταν ήταν 85 ετών. Είχε τυφλωθεί στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ήταν επικεφαλής μίας πρεσβείας των Βενετών στον Μανουήλ Α΄ Κομνηνό. Το 1171, ο αυτοκράτορας, έχοντας απαυδήσει από την «ανυπόφορη» συμπεριφορά των Βενετών εμπόρων, είχε συλλάβει μερικούς από αυτούς. Ο Δάνδολος θα έλθει, τότε, σε σύγκρουση με τον Μανουήλ Α΄ και σε μια συμπλοκή στην Πόλη, τραυματίστηκε και τυφλώθηκε, σύμφωνα με τον Στήβεν Ράνσιμαν. Έτσι, ο Δάνδολος μισούσε θανάσιμα τους Ρωμηούς και ανέμενε κάποια ευκαιρία, για ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Επόμενο ήταν να «αρπάξει την ευκαιρία» και να ασκήσει και αυτός επιρροή, ώστε η εκστρατεία να κατευθυνθεί προς την Νέα Ρώμη / Κωνσταντινούπολη.




Τον Μάιο του 1203 ο στόλος των σταυροφόρων έφυγε από την Κέρκυρα και έφθασε στην Βασιλεύουσα τον Ιούνιο. O ιππότης Γοδεφρείδος Bιλλεαρδουΐνος, που μετείχε ο ίδιος στη Σταυροφορία, έκπληκτος και αυτός, έγραψε χρονογραφία («Χρονικό της Κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης») που δίνει σαφή εικόνα των εντυπώσεων, σχετικά με το μέγεθος του ρωμαϊκού πολιτισμού, που αντίκρισαν οι στρατιώτες:

Παράγραφος 128.: «Τώρα μπορείτε να μάθετε πως κοίταζαν επίμονα την Κωνσταντινούπολη εκείνοι που δεν την είχαν δει ποτέ [σ.σ.: αναφέρεται στην στιγμή όπου τα δυτικά στρατεύματα πρωτοαντίκρισαν την Πόλη, 24 Ιουνίου 1203]. Γιατί δεν μπορούσαν καθόλου να σκεφτούν πως μπορεί να υπάρχει σε όλο τον κόσμο μια τόσο ΠΛΟΥΣΙΑ πόλη, όταν είδαν αυτά τα ψηλά της τείχη και τους ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ πύργους κι αυτά τα ΠΛΟΥΣΙΑ παλάτια με τις ψηλές εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές που κανείς δεν θα το πίστευε αν δε το έβλεπε με τα μάτια του, και ακόμα το μήκος της πόλης που κυβερνούσε τις υπόλοιπες. Και μάθετε πως δεν υπήρξε άνθρωπος, άνθρωπος τόσο ασυγκίνητος, που να μην ανατριχιάσει. Κι αυτό δεν ήταν καθόλου περίεργο, γιατί ποτέ δεν ανέλαβαν άνθρωποι μια τόσο μεγάλη επιχείρηση από τότε που χτίστηκε ο κόσμος.»

Τρομοκρατημένος ο σφετεριστής αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ διέφυγε στην Θράκη παίρνοντας μαζί του το κρατικό θησαυροφυλάκιο. Με την βοήθεια των Φράγκων που παρέμειναν έξω από την πόλη, ο τυφλωμένος πρώην αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος αποκαταστάθηκε στον θρόνο του. Συναυτοκράτορας έγινε ο υιός του Αλέξιος Δ΄ Άγγελος. Ο Iσαάκιος επικύρωσε με χρυσόβουλλο όλες τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει απέναντι στους Σταυροφόρους ο Aλέξιος ο Δ΄. Η βασιλεία τους, όμως, δεν κράτησε πολύ.

Ο λαός αντέδρασε στην υποδούλωση στους δυτικούς, που ήταν εμφανής και ξέσπασε επανάσταση. Την αγανάκτηση του πληθυσμού προκάλεσαν η επιβολή βαριάς φορολογίας και η ληστρική συμπεριφορά των σταυροφόρων. Η επανάσταση είχε ως αποτέλεσμα ο Αλέξιος Δ΄ να χάσει τόσο το στέμμα, όσο και την ίδια τη ζωή του. Στο θρόνο ανέβηκε ο γαμπρός του Αλέξιου Γ΄, Αλέξιος Ε΄ Δούκας Μούρτζουφλος τον Ιανουάριο του 1204. Οι σταυροφόροι εκμεταλλεύθηκαν την ευκαιρία και αποφάσισαν να επέμβουν, αυτή τη φορά όμως για να τοποθετήσουν όχι μια Ρωμαίικη κυβέρνηση, αλλά μια δική τους. Με εισήγηση του δόγη της Βενετίας Δάνδολου υπέγραψαν μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης συμφωνία διανομής των εδαφών της Ρωμανίας (Partitio Romaniae) και άρχισαν την πολιορκία της πόλης που έπεσε στα χέρια τους στις 13 Απριλίου 1204. Η ειρωνεία της τύχης είναι πως ο Δάνδολος πέθανε στην Κων/πολη και θάφτηκε στην Αγία Σοφία.

Η «βασιλίδα των πόλεων», απόρθητη από την εποχή της ίδρυσής της υπέκυψε για πρώτη φορά στον εχθρό. Φοβερές λεηλασίες και σφαγές ακολούθησαν την άλωση της Πόλης. Kύριοι της Kωνσταντινούπολης οι σταυροφόροι και οι συνεργάτες τους Bενετοί επέβαλαν το δίκαιο του κατακτητή. Οι σφαγές και η λεηλασία των δημόσιων κτηρίων και των ιδιωτικών κατοικιών ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Άπληστοι και ακόρεστοι οι ιππότες της Δύσης επέπεσαν πάνω στα θαυμαστά πλούτη και τους θησαυρούς που είχαν συγκεντρώσει αιώνες πολιτισμού στη Bασιλεύουσα. (3)

Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ (1198-1216), θα απειλήσει, δήθεν, τους Σταυροφόρους με αφορισμό, αλλά θα φροντίσει να λησμονήσει, εγκαίρως, την απειλή του. Μετά την καταστροφή της Βασιλεύουσας, θα γράψει προς τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρο Λάσκαρη ότι «οι Λατίνοι υπήρξαν όργανο της Θείας Προνοίας, που τιμώρησε τους Έλληνες για την άρνησί τους να δεχθούν την ηγεσία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας» (4) Σε ολόκληρη την Δύση θα ψάλλουν ύμνους για να πανηγυρίσουν την πτώση της «μεγάλης ανίερης (profana) πόλεως».

Στη θέση του αυτοκράτορα τοποθετήθηκε νέα λατινική κυβέρνηση. Οι κληρονόμοι του Ρωμαϊκού θρόνου, από τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, επρόκειτο να συνεχίσουν τους αγώνες, μέχρι την ανάκτησή της το 1261 από το Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο. Διαβάζουμε: «Οι επιπτώσεις της Τέταρτης Σταυροφορίας επί του ευρωπαϊκού πολιτισμού υπήρξαν εξ ολοκλήρου καταστρεπτικές. Η λάμψη του ελληνικού πολιτισμού, την οποία το Βυζάντιο (σ.σ: διάβαζε Ρωμανία) συντηρούσε επί εν*νέα αιώνες μετά από την επιλογή της Κωνσταντινούπολης ως πρωτεύου*σας, έσβησε ξαφνικά... Το έγκλημα της Τέταρτης Σταυροφορίας παρέδωσε την Κωνσταντινούπολη και τη Βαλκανική Χερσόνησο σε έξι αιώνες βαρβαρότητας... Προκειμένου να αντιληφθούμε την πλήρη σημασία της λατινικής κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης, πρέπει να προσπαθήσουμε να συνειδητοποιήσουμε ποιος θα ήταν σήμερα ο πολιτισμός της Δυτικής Ευρώπης, αν η προ έξι αιώνων Ρωμανία δεν είχε καταστραφεί. Μπορεί κανείς να φανταστεί όχι μόνο τη Μαύρη Θάλασσα, τον Βόσπορο και τον Μαρμαρά να περιβάλλονται από προοδευτικά και πολιτισμένα έθνη. αλλά ακόμα και τα ανατολικά και νότια παράλια της Μεσογείου να έχουν επι*στρέψει υπό μια καλή διακυβέρνηση και υπό μια θρησκεία η οποία δεν αποτελεί φραγμό στον πολιτισμό...» (5)

Η λεηλασία και απογύμνωση της Κωνσταντινουπόλεως από όλα της τα πλούτη, δεν είχε όμοιο της. Όσοι τολμούσαν να αντισταθούν σφάζονταν επί τόπου. Δεν έμεινε παλάτι, αρχοντικό εκκλησία μεγάλη ή μικρή, μοναστήρι, χαμοκέλα, που να μην υποστεί φρικώδη λεηλασία. Ιδίως τους προσέλκυσε ο μυθικός πλούτος της Αγίας Σοφίας. Μπήκαν μέσα στον Ιερό Ναό με άλογα και μουλάρια που λέρωναν με τις κοπριές τους το μαρμάρινο δάπεδο. Και άρχισαν με φρενιτιώδη ταχύτητα να ξηλώνουν και να παίρνουν τα πάντα: από άγια δισκοπότηρα, ευαγγέλια, ιερά άμφια, άγιες εικόνες, την Αγία Τράπεζα, και το ασημένιο εικονοστάσιο του Τέμπλου, αφού προηγουμένως το έκαναν κομμάτια, μανουάλια, πολυκάντηλα, μέχρι και κουρτίνες. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της λεηλασίας μια Γαλλίδα πόρνη ανεβασμένη στον πατριαρχικό θρόνο χόρευε άσεμνα μισόγυμνη και τραγουδούσε. Ούτε οι τάφοι των Αυτοκρατόρων γλύτωσαν: συλήθηκαν όλοι, ενώ τα λείψανα πετάχτηκαν εδώ κι εκεί. π.χ. το πτώμα του Βασιλείου Β΄ Μακεδόνα πετάχτηκε έξω και στα χέρια του τοποθέτησαν οι Φράγκοι μια φλογέρα -ειρωνικά -. Με αφορμή αυτό το γεγονός ο Παλαμάς έγραψε το ποίημα «η φλογέρα του βασιλιά».

Κυρίως όμως καταστράφηκαν αναρίθμητα έργα τέχνης. Τόσο της κλασσικής αρχαιότητας (π.χ. αγάλματα του Δια, του Απόλλωνα, των Διόσκουρων, το χάλκινο άγαλμα του Ηρακλή από τον Λύσσιπο τον Σικυώνιο, της Άρτεμης, της Ήρας, της Ελένης του Μενελάου κ.ά. που κοσμούσαν δρόμους, πλατείες και παλάτια της Βασιλεύουσας) όσο και της Ρωμαϊκής περιόδου, τα οποία κομμάτιαζαν για να αφαιρέσουν το χρυσό, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, ενώ τα κατασκευασμένα από χαλκό τα έλιωναν στα καμίνια για να κόψουν νομίσματα. Τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα καίγονταν από τους σταυροφόρους, για να ψήσουν τα κρεατικά τους! Οι πιο φρικτοί από όλους ήταν οι Γάλλοι και οι Φλαμανδοί, ενώ αντιθέτως οι Βενετοί που ήταν εξοικειωμένοι με το Ρωμαϊκό πολιτισμό ήταν οι πλέον φιλεύσπλαχνοι έναντι των ηττημένων: Ήταν τέτοια η έκταση της καταστροφής που στο τέλος το άλλοτε περικαλλές άστυ, η Βασιλίδα των πόλεων της οικουμένης, που επί 9 αιώνες είχε συσσωρεύσει αμύθητα πλούτη, κατάντησε σκέτο κουφάρι!

Μεθυσμένοι από τη νίκη τους οι Φραγκοδυτικοί περιγελούσαν τους νικημένους, φορούσαν με γελοίο τρόπο τα ρούχα που τούς είχαν αρπάξει, τοποθετούσαν στα κεφάλια των αλόγων τους τις καλύπτρες και τα κοσμήματα των Ρωμιών. Άλλοι κρατούσαν αντί για σπαθί χαρτιά, μελανοδοχεία, και βιβλία, και περιφέρονταν στους δρόμους της Πόλης, παριστάνοντας τους λογίους. Το πιο τραγικό από όλα ήταν όμως ότι ολόκληρος ο γυναικείος πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως, αδιακρίτως ηλικίας ή ιδιότητας (μοναχές) υποβλήθηκε στην τρομερή διαδικασία του βιασμού. Τότε ακριβώς εσφάγησαν οι περισσότεροι από τους άρρενες κατοίκους: διότι στην προσπάθειά τους οι πατεράδες και οι σύζυγοι να διαφυλάξουν την τιμή των θυγατέρων και των συζύγων έπεσαν θύματα των αποχαλινωμένων Δυτικών. Βόγκηξε η Κωνσταντινούπολη από τον ατελείωτο βιασμό. Δεν περιγράφονται τα μαρτύρια που υπέστησαν οι κάτοικοι επί τρεις συνεχείς ημέρες, διότι τους βασάνιζαν απάνθρωπα για να τους αποκαλύψουν τα μέρη όπου είχαν κρύψει χρυσά και αργυρά νομίσματα και κυρίως τιμαλφή. Μόνο όταν κορέστηκε η δίψα τους για αρπαγή, αίμα και γενετήσιες απολαύσεις, ησύχασαν, αφού πρώτα τους τρόμαξε μια έκλειψη σελήνης. Κατόπιν συγκέντρωσαν όλη τη λεία και την έθεσαν υπό την φύλαξη των ευγενών.

Γράφει κι ο Νικήτας Χωνιάτης για την Άλωση της Πόλης: «Κι έτσι, καθένας είχε πόνο, στα στενά θρήνος και κλάματα, στα τρίστρατα οδυρμοί, στους ναούς ολοφυρμοί, φωνές των ανδρών, κραυγές των γυναικών, απαγωγές, υποδουλώσεις, τραυματισμοί και βιασμοί σωμάτων. (..)Το ίδιο και στις πλατείες, και δεν υπήρχε μέρος ανεξερεύνητο που να δώσει άσυλο σε αυτούς. Χριστέ μου, τι θλίψη και φόβος υπήρχαν τότε στους ανθρώπους (...) Τέτοιες παρανομίες έκαναν οι στρατοί από τη Δύση εναντίον της κληρονομιάς του Χριστού, χωρίς να δείξουν σε κανένα φιλανθρωπία, αλλά γυμνώνοντάς τους όλους από χρήματα και κτήματα, από σπίτια και ρούχα. (...) και το πιο σημαντικό, αυτοί που πήραν το σταυρό στους ώμους και πολλές φορές ορκίστηκαν σε αυτόν και στα θεία λόγια ότι θα περάσουν δίχως να πειράξουν τις χώρες των Χριστιανών, χωρίς να κοιτάξουν αριστερά ή να εκκλίνουν προς τα δεξιά, αλλά θα οπλιστούν κατά των Σαρακηνών και να βάψουν τα ξίφη τους με το αίμα τους.(...) Οι δε Σαρακηνοί δεν έκαναν έτσι, και φέρθηκαν πολύ φιλάνθρωπα και ευγενικά όταν κυρίευσαν την Ιερουσαλήμ. Γιατί ούτε πείραξαν τις γυναίκες των Λατίνων, ούτε τον κενό τάφο του Χριστού έκαναν ομαδικό τάφο,(...) και αφήνοντας όλους να φύγουν με ένα ορισμένο αριθμό χρυσών νομισμάτων και από τον καθένα έπαιρναν μερικά πράγματα αφήνοντας τα υπόλοιπα στους κατόχους τους, ακόμα κι αν αυτά ήταν σαν την άμμο. Κι έτσι φέρθηκε το γένος που μάχονταν το Χριστό [σ.σ: οι Άραβες] προς τους αλλόπιστους Λατίνους, ούτε με ξίφος ούτε με φωτιά ούτε με λιμό ούτε με διωγμούς ούτε με άλλα δεινά. Σε εμάς όμως τα προκάλεσαν αυτά τα παραπάνω οι φιλόχριστοι και ομόδοξοι [σ.σ: οι Δυτικοί της Δ΄ Σταυροφορίας], όπως είπαμε με συντομία, αν και δεν είχαμε κάνει κάποιο αδίκημα»

Και βεβαίως, είναι φυσικό που οι Ρωμιοί ένοιωθαν απορία με το μέγεθος της καταστροφής, αφού, με τον πόλεμο με τους Άραβες, ουδέποτε είχαν γνωρίσει τέτοια κτηνωδία, τους φαινόταν αδιανόητο πως άνθρωποι με πίστη στον Χριστό, ήταν δυνατόν να φέρονται έτσι. Σε αντίθεση με την γενικότερη έλλειψη ανεκτικότητας της Δύσης, στη Ρωμανία οι «μισαλλόδοξοι Ρωμηοί» (όπως αρέσκονται κάποιοι να αποκαλούν) είχαν κτίσει ήδη από τις αρχές του 8ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη τζαμί, για να προσεύχονται οι μουσουλμάνοι που περνούσαν από εκεί (π.χ. έμποροι), κι αργότερα έχτισαν και άλλα δύο. Ας μάς πει κανείς, πότε πρωτοχτίστηκε ισλαμικό τέμενος σε κράτος της Δυτικής Ευρώπης; Από τον 8ο αιώνα, οι Ρωμηοί δεν είχαν πρόβλημα να υπάρχει τζαμί στην πρωτεύουσα ενός χριστιανικού κράτους, το οποίο αντιμαχόταν τους Μουσουλμάνους και ήταν σε πόλεμο με αυτούς. Αν αυτό δε σημαίνει ανεκτικότητα, τότε τι σημαίνει, σε μια εποχή όπου οι Δυτικοί έκαναν Σταυροφορίες;

Διαβάζουμε, από την περιγραφή του Γοδεφρείδου Βιλλαρδουίνου, που συμμετείχε στη πολιορκία, στο «Χρονικό της Κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης»:




247. «Εκείνη τη νύχτα [σ.σ: 12 προς 13 Απριλίου 1204], μπροστά στο στρατόπεδο του Βονιφάτιου του Μονφερατικού, δεν ξέρω ποιοι άνθρωποι, που φοβόντουσαν μην τους επιτεθούν οι Έλληνες, βάλανε φωτιά στο χώρο ανάμεσα σε αυτούς και στους Έλληνες. Και η πόλη άρχισε να αρπάζει φωτιά και να καίγεται πολύ άσχημα, και καιγόταν όλη εκείνη τη νύχτα και την άλλη μέρα μέχρι το απόγευμα. Και τούτη ήταν η τρίτη πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη από τότε που ήρθανε οι Φράγκοι στην χώρα. Και υπήρχαν περισσότερα καμένα σπίτια από όσα υπήρχαν στις τρεις πιο μεγάλες πόλεις του βασιλείου της Γαλλίας.

248. Και τα λάφυρα ήταν τόσα πολλά που κανείς δεν ήξερε να πει πόσα, χρυσάφι, και ασήμι και σκεύη και πολύτιμα πετράδια και μετάξια και γούνινα φορέματα από γκρίζο σκίουρο και από ερμίνα, και όλα τα ακριβά πράγματα που βρέθηκαν ποτέ στη γη. Και δίνει βέβαιη μαρτυρία ο Γοδεφρίδος ο Μαρεσάλης της Καμπανίας, αληθινά και έχοντας σωστά τα λογικά του, πως από τότε που χτίστηκε ο κόσμος δεν πάρθηκαν τόσα λάφυρα από μια μόνο πόλη.

249. Ο μαρκήσιος Βονιφάτιος του Μονφερράτου προχώρησε κατά μήκος της ακτής προς το παλάτι του Βουκολέοντα. Και σαν έφτασε εκεί, του το παρέδωσαν, για να σώσουν τη ζωή τους, εκείνοι που ήταν μέσα. Εκεί βρήκε τις περισσότερες από τις πιο σπουδαίες κυρίες όλου του κόσμου, που είχαν καταφύγει στο κάστρο. Εκεί βρισκόταν η αδελφή του βασιλιά της Γαλλίας, που ήταν κάποτε αυτοκράτειρα [Αγνή, κόρη του Λουδοβίκου Ζ΄], και η αδελφή του βασιλιά της Ουγγαρίας που ήταν κι αυτή αυτοκράτειρα, και πολλές σπουδαίες κυρίες. Για το θησαυρό που βρισκόταν σε εκείνο το παλάτι, δε πρέπει καθόλου να μιλάμε. Γιατί υπήρχαν τόσα που δεν έχουν ούτε τέλος ούτε αριθμό.

251. Ο καθένας πήρε για να μείνει όποιο σπίτι ήθελε, και υπήρχαν πολλά. Και έπρεπε να δοξάσουν πολύ τον Κύριο Ημών, γιατί δεν είχαν πάνω από είκοσι χιλιάδες οπλισμένους ανθρώπους ανάμεσά τους και με τη βοήθεια του Θεού νίκησαν τετρακόσιες χιλιάδες ανθρώπους ή και περισσότερους, και μάλιστα μέσα στην πιο ισχυρή πόλη που υπήρξε σε όλον τον κόσμο, που ήταν μεγάλη πόλη, και η πιο καλά οχυρωμένη. »

1/27/2010

H ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΤΟΝ EIPHNIKO KATA TON B' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

TO ΜΕΓΑΛΟ ΑΛΜΑ
H ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΤΟΝ EIPHNIKO KATA TON B' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

ΑΠΟ ΤΙΣ ΝΗΣΟΥΣ ΓΚΙΛΜΠΕΡΤΣ ΣΤΟ ΓΚΟΥΑΜ

Κωνσταντίνος Εμμ. Αβτζιγιάννης



Κατά το 1944 η Ιαπωνία έχασε πλοία συνολικής χωριτικότητας τεσσάρων εκατομμυρίων τόνων. Αυτό την κατέστησε ουσιαστικά ανίκανη να διατηρήσει ένα αποδεκτό επίπεδο ζωής για τον πληθυσμό της και φυσικά της αφαίρεσε όποιες ελπίδες είχε να κερδίσει τον πόλεμο. Οι Ιάπωνες γνώρισαν ήττες όχι μόνο στην θάλασσα αλλά και στον αέρα και στην στεριά. Τον Αύγουστο ο Μακάρθουρ είχε φθάσει στο δυτικό άκρο της Νέας Γουινέας. O Νίμιτζ είχε καταλάβει τις νήσους Γκίλμπερτς και προχωρούσε
προς το Σαιπάν και το Γκουάμ. Οι Αμερικανοί διέθεταν πιά ένα αεροδρόμιο από το οποίο τα B29 έφθαναν με άνεση την Ιαπωνία για να ρίξουν τα θανατηφόρα φορτία τους και οι συμμαχικές δυνάμεις διέθεταν μία βάση, από την οποία θα εξαπολυόταν η τελική επίθεση εναντίον της χώρας του Ανατέλοντος Ηλίου.

Οι επιτυχίες των Αμερικανικών υποβρυχίων

Στις αρχές του 1944 στον Ειρηνικό επιχειρούσαν 123 Αμερικανικά υποβρύχια. Τα προβλήματα με τις ελαττωματικές τορπίλες είχαν πλέον λυθεί και επιπλέον διέθεταν εξαιρετικό ραντάρ, το οποίο ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο για νυκτερινές επιθέσεις από την επιφάνεια. Το ήμισυ των επιχειρήσεων τους εκτελείτο με την τακτική της "αγέλης λύκων" και στην διάρκεια αυτής της χρονιάς εβύθισαν 500 πλοία συνολικού τονάζ 2.500.000. Αυτό σε συνδιασμό με τις επιχειρήσεις των αεροσκαφών, τα οποία εβύθισαν ακόμα 1.500.000 τόνους πλοίων άφησαν την Ιαπωνία με πολύ λιγότερους από τα τρία εκατομμύρια τόννους σε πλοία, τα οποία χρειαζόταν για να διατηρηθεί ο άμαχος πληθυσμός της μόλις επάνω από τα επίπεδα της πείνας.

Τα Αμερικανικά υποβρύχια προκαλούσαν επίσης σοβαρές απώλειες στα Ιαπωνικά πολεμικά. Τον Φεβρουάριο ανοιχτά του Τρουκ το Σκαίητ εβύθισε το νέο ελαφρύ καταδρομικό Αγκάνο. Τον Μάρτιο το Σαντλάνς εβύθισε το το παλαιό καταδρομικό Ταρσούτα. Τον Απρίλιο το Μπλουγκρίλ εβύθισε ένα ακόμη παλαιό καταδρομικό, το Γιουμπάρι και το Φλάσερ εβύθισε το Οϊ τον Ιούλιο. Τον Αύγουστο το αεροπλανοφόρο συνοδείας Ταίγιο έπεσε θύμα του Ράσερ και τα ελαφρά καταδρομικά Ναγκάρα και Νατόρι των Κρώκερ και Χαρντχαίντ. Τον Σεπτέμβριο το αεροπλανοφόρο συνοδείας Γιούνιο βυθίσθηκε από το Μπαρμπ. Τον Οκτώβριο στην περιοχή της μεγάλης αεροναυμαχίας του κόλπου Λέυτε το Τζαλάο εβύθισε το ήδη αχρηστευμένο καταδρομικό Τάμα και το Μπρημ επροξένησε σοβαρές βλάβες στο βαρύ καταδρομικό Αόμπα.

Τον Νοέμβριο το Αρτσερφις εβύθισε το μεγαλύτερο αεροπλανοφόρο του κόσμου, το Σινάνο, το Σπαίηντφις το αεροπλανοφόρο συνοδείας Σίνυο και το Σήλαϊον επροξένησε σοβαρές ζημιές στο παλαιό θωρηκτό Κόνγκο. Το βαρύ καταδρομικό Μυόκο αχρηστεύθηκε από το Μπέργκαλ και το Κουμάνο έπεσε σε ενέδρα τεσσάρων υποβρυχίων και αναγκάσθηκε να εξωκείλει όπου καταστράφηκε  από αεροπορικές επιδρομές. Τον Σεπτέμβριο το αεροπλανοφόρο Τζούνιο υπέστη σοβαρές ζημιές από τα Ση Ντέβιλ και Ρεντφις. Το Ρέντφις λίγες ημέρες αργότερα εβύθισε το αεροπλανοφόρο Ούνρυου. Κατά την διάρκεια του 1944 οι Ιάπωνες έχασαν επίσης από επιθέσεις Αμερικανικών υποβρυχίων 30 αντιτορπιλικά, τέσσερα από αυτά από το ίδιο υποβρύχιο το Χάρντερ, το οποίο όμως και αυτό χάθηκε προς το τέλος του χρόνου.

Γενικά οι Αμερικανοί έχασαν το ίδιο διάστημα 19 υποβρύχια, από τα οποία 6 λόγω ατυχημάτων. Στο τέλος του 1944 όμως στον Ειρηνικό ευρίσκονταν 156 Αμερικανικά υποβρύχια. Αντιθέτως οι επιδόσεις των Ιαπωνικών υποβρυχίων ήταν χείριστες. Χάθηκαν 57 μέσα στο 1944 ενώ οι επιτυχίες τους ήταν ανύπαρκτες.

Σημαντικό ρόλο στην σγκρουση του Ειρηνικού έπαιξαν και τα Βρεττανικά υποβρύχια. Επιχειρώντας από την Κευλάνη αρχικά και στην συνέχεια από το Φρημάντλ της Αυστραλίας απέκοψαν την θαλάσσια οδό ανεφοδιασμού των Ιαπωνικών στρατευμάτων στην Βιρμανία


H διαφορά των διαθεσίμων εμψύχων και αψύχων πόρων Φυσικά οι στρατιωτικές ανάγκες είχαν προτεραιότητα όχι μόνο σε σχέση με τις ανάγκες των αμάχων αλλά και σε σχέση με τις ανάγκες τησ βιομηχανίας. O ρυθμός παραγωγής νέων πολεμικών αεροσκαφών και ναυπήγησης νέων πολεμικών πλοίων έπεσε κατακόρυφα αλλά αυτό ήταν φυσιολογικό αποτέλεσμα των εισαγωγών σιδηρομεταλευμάτων, οι οποίες το 1944 έφθασαν μόλις στο ένα τρίτο αυτών του 1941. Το πετρέλαιο επίσης ήταν ανεπαρκές ακόμα και για τον άλλοτε υπερήφανο αυτοκρατορικό στόλο. Τα Ιαπωνικά πολεμικά, λόγω της ανεπάρκειας καυσίμων μετακίνηθηκαν αρχικά στο Τάουι Τάουι κοντά στις πετρελαιοπηγές του Βόρνεο και μετά στον όρμο της Λίνγκα κοντά στις πετρελαιοπηγές της Σουμάτρας. Αλλά και τότε τα πλοία σπάνια κινούνταν, μόνο όταν ήταν επιβαλόμενο, και οι χειριστές των αεροσκαφών περνούσαν πολύ περισσότερο χρόνο στο έδαφος ή στα ακίνητα αεροπλανοφόρα παρά στον αέρα.

Ενώ από τα Αμερικανικά ναυπηγεία εμφανίζονταν με ταχύ ρυθμό τα αεροπλανοφόρα της περίφημης κλάσσης Εσσεξ και τα μικρότερα αλλά χρησιμότατα αεροπλανοφόρα της κλάσσης Ιντιπέντενς, οι Ιάπωνες μετά την ναυμαχία του Μιντγουαίη άρχισαν να συνειδητοποιούν το επιτακτικό πρόβλημα ναυπήγησης νέων αεροπλανοφόρων. Για τον σκοπό αυτό διάφορα ήδη υπάρχοντα πλοία υπέστησαν εκτεταμένες μετατροπές ώστε να γίνουν αεροπλανοφόρα, όπως το Γερμανικό πολυτελές υπερωκεάνιο Σχάρνχορστ, το οποίο τέθηκε σε υπηρεσία ως Σίνιο τον Δεκέμβριο του 1943, το Ιαπωνικό επιβατικό Αρζεντίνα Μαρού, το οποίο μετονομάσθηκε σε Καίγιο και τέθηκε σε υπηρεσία τον Νοέμβριο του 1943, τα βοηθητικά πλοία Τσιτόσε και Τσιγιόντα και το προοριζομένο για θωρηκτό της κλάσσης Γιαμάτο, Σινάνο. Το τελευταίο μάλιστα είχε μία μοναδική διαμόρφωση, διατηρώντας πολλά στοιχεία της αρχικής του σχεδίασης ως θωρηκτό με βαρύ οπλισμό και θωράκιση. Τελικά αποδόθηκε προς χρήση ως πλωτή βάση επισκευών και συντήρησης αεροσκαφών διαθέτωντας μόνο μικρό αριθμό μαχητικών για αυτοπροστασία.

Πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από τον αριθμό των αεροπλανοφόρων όμως για την Ιαπωνία ήταν ο αριθμός των διαθεσίμων εμπειροπολέμων χειριστών. Το πρόγραμμα εκπαίδευσης των χειριστών του αυτοκρατορικού ναυτικού προέβλεπε την έναρξη της σε ηλικία 14 ετών οπότε άρχιζε η διαδικασία επιλογής, η οποία ήταν σχολαστική και μακρόχρονη. Στην συνέχεια για 18 μήνες οι υποψήφιοι χειριστές περνούσαν δύο φάσεις εντατικής εκπαίδευσης, μαθαίνοντας όχι μόνο να πετούν αλλά και άλλα θέματα όπως θεωρία σχεδίασης αεροπλανοφόρων. Κατα τους 18 αυτούς μήνες έφθανα τουλάχιστον τις 250 ώρες πτήσης. Ηταν ένα πρόγραμμα, το οποίο αυτοί οι οποίοι το επεράτωναν επιτυχώς ήταν κάτι παραπάνω από απλοί χειριστές αεροσκαφών ναυτικού.

Ηταν πραγματικοί άσσοι στον τομέα τους. Το βασικό μειονέκτημα του προγράμματος ήταν ότι λόγω του εξαιρετικά υψηλού επιπέδου του λιγότεροι από 100 χειριστές αποδίδονταν στο ναυτικό ετησίως. Ετσι μετά τις τεράστιες απώλειες του 1942 οι Ιάπωνες διέθεταν πολύ λιγότερους χειριστές απ' ότι απαιτούσαν οι συνθήκες του πολέμου. Για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα αμβλύνθηκαν οι παράμετροι επιλογής των υποψηφίων χειριστών αλλά το θεωρητικό μέρος της εκπαίδευσης παρέμεινε το ίδιο μακροχρόνιο.

Αρχικά οι απώλειες στο Μιντγουαίη καλύφθηκαν από την παραγωγή των σχολών χειριστών. Ομως, όπως έχουμε προαναφέρει σε αυτή την σειρά των άρθρων, τον Απρίλιο του 1943 τα αεροπλάνα του ναυτικού μεταφέρθηκαν στην Ραμπαούλ για να αναπληρώσουν τις βαρειές απώλειες της αεροπορίας. H φθορά σε χειριστές ήταν συνεχώς αυξανόμενη και στο τέλος του 1943 αποδείχθηκε δυσβάστακτη. Ετσι οι Ιάπωνες αρχικά αναγκάσθηκαν να κόψουν 10 ώρες πτήσης από την δεύτερη φάση της εκπαίδευσης και μετά προχώρησαν στην εγκατάλειψη της τελικής φάσης όπως και της διαδικασίας επιχειρησιακής ενσωμάτωσης των νέων χειριστών. Μετά την ολοκλήρωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας οι νέοι χειριστές στέλνονταν απ' ευθείας σε μάχιμες μονάδες, όπου μετά από μία συντομότατη εξοικείωση με τον τύπο του αεροσκάφους έπαιρναν το βάπτισμα του πυρός. Για πολλούς αυτή ήταν και η τελευταία εμπειρία της ζωής τους αφού στις πραγματικές συνθήκες η απειρία τους δεν μπορούσε να ξεπερασθεί από την γενναιότητα και αυτοθυσία, η οποία τους χαρακτήριζε.

Πρόβλημα για το Ιαπωνικό ναυτικό ήταν επίσης η έλλειψη ικανών εκπαιδευτών. Οι νεαροί χειριστές εν είχαν ουσιαστική καθοδήγηση καθώς από το εκπαιδευτικό διπλάνο έμπαιναν στα περίφημα αλλά απαιτητικά πολεμικά αεροπλάνα του Ιαπωνικού ναυτικού. Τα ατυχήματα ήταν συχνότατα. Μέσα στο  1943 οι απώλειες κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης των πιλότων μαχητικών αυξήθηκαν κατά 100% σε σχέση με το 1942 και αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο στις αρχές του 1944. Εντρομη η Ιαπωνική ηγεσία αποφάσισε να επαναφέρει το παλαιό σύστημα εντατικής εκπαίδευσης.

Ολη αυτή η κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα τα υπάρχοντα αεροπλανοφόρα να είναι επανδρωμένα από  απειρους χειριστές ενώ τα νέα να έχουν αεροπλάνα αλλά όχι χειριστές. Ετσι στην ναυμαχία της θάλασσας των Φιλιππίνων, την οποία θα δούμε πιο κάτω, πολλοι Ιάπωνες χειριστές ήταν ικανοί να απονηώσουν τα αεροπλάνα τους αλλά κανείς δεν εγνώριζε εάν είναι σε θέση να τα προσνηώσουν αφού για πρώτη φορά επιχειρούσαν από αεροπλανοφόρο. Στην ναυμαχία του Λέυτε μερικά αεροπλανοφόρα δεν είχαν αεροπλάνα και πολλά αεροπλάνα δεν είχαν καύσιμα για να πετάξουν.

Οι Αμερικανοί είχαν, αναμενόμενο άλλωστε, εντελώς διαφορετικό σύστημα επιλογής και εκπαίδευσης χειριστων αεροσκαφών ναυτικού. Ακολουθούσαν και αυτοί την αρχή της διαμόρφωσης  του σώματος των χειριστών ως ελιτ αξιωματικών αλλά ήταν σε θέση να επιλέγουν τους κατάλληλους άνδρες από πολύ μεγαλύτερο διαθέσιμο πληθυσμό. Υπήρχαν τρείς σχολές παραγωγής χειριστών στην Πενσακόλα και στο Τζάκσονβιλ της Φλόριδας και στο Κόρπυς Κρίστι του Τέξας. Σε αυτές τις σχολές εισέρχονταν οι υποψήφιοι χειριστές μετά από μία διαδικασία αρχικής εκπαίδευσης διαρκείας έξη μηνών, η οποία ολοκληρωνόταν στις 108 σχολές προκαταρτικής και βασικής πτητικής εκπαίδευσης σε όλη την χώρα. Το ποσοστό αποτυχίας σε αυτή την φάση ήτν μόνο 15%. Συνεπώς δεν είναι υπερβολικός ο αριθμός των 45.000 υποψηφίων χειριστών, οι οποίοι ευρίσκονταν σε διάφορες φάσεις της εκπαιδευτικής διαδικασίας κατά τα μέσα του 1943.

H επιχειρισιακή εκπαίδευση των Αμερικανών νέων χειριστών άρχιζε στο Τζκσονβιλ και μετά από δύο μήνες εκεί συνέχιζαν με την διαδικασια εξοικείωσης απο/προσνηώσεων σε αεροπλανοφόρα στην λιμνη Μίτσιγκαν. Για τον σκοπό αυτό το Αμερικανικό ναυτικό διέθετε τα μοναδικά στον κόσμο αεροπλανοφόρα γλυκού νερού. Ηταν τα Σαμπλ και Γούλβεριν, τα οποία ήταν προηγουμένως εμπορικά ατμόπλοια των μεγάλων λιμνών. Εναλλακτικά, όταν οι λίμνες ήταν παγωμένες τον χειμώνα, αυτό το στάδιο εκπαίδευσης εκτελείτο στα ανοιχτά της δυτικής ακτής. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι ώρες πτήσης για τους εκπαιδευόμενους ήταν τουλάχιστον 360. Βασικότατο πλεονέκτημα του συστήματος ήταν η ύπαρξη εμπείρων εκπαιδευτών. Για τους Αμερικανούς δεν ήταν πολυτέλεια να διαθέτουν πιλότους με μεγάλη πολεμική εμπειρία στην εκπαιδευτική διαδικασία, εφόσον η ενσωμάτωση των νεοτέρων συναδέλφων τους γινόταν σαφώς ομαλότερη και επιτυχέστερη. Μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης οι νέοι χειριστές είτε αποστέλονταν σε κάποιο από τα νέα αεροπλανοφόρα, οπότε είχαν την δυνατότητα απόκτησης περαιτέρω πείρας μέχρι να φθάσει το πιλότους στην πολεμική ζώνη, είτε αποστέλονταν απ' ευθείας σε αεροπλανοφόρο, το οποίο ήδη ευρισκόταν σε δράση, οπότε σε μία ή δύο ημέρες έπαιρναν το βάπτισμα του πυρός.

Μετά από τόσο προσεκτική και προφανώς δαπανηρή εκπαιδευτική διαδικασία δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι Αμερικανοί ήταν ιδιαιτέρως ευαίσθητοι με τις ζωές των χειριστών. Αποτελούσε πρακτική του Αμερικανικού ναυτικού να διαθέτει υποβρύχια πλοία επιφανείας και αερακάτους, έστω και βάζοντας τα σε κίνδυνο, προκειμένου να εντοπίσει χειριστές, από αεροπλάνα, τα οποία είχαν καταρριφθεί. Ηταν μία τελείως διαφορετική πρακτική από αυτή των Ιαπώνων, για τους οποίους η δόξα του αυτοκράτορος είχε μεγαλυτερη σημασία από την ζωή των υπηκόοων του. Νοοτροπία, η οποία φάνηκε στην εντονώτερη μορφή της με την εμφάνιση των κανικάζι, όταν πια οι ελπίδες για νίκη ήταν ανύπαρκτες.


H εμφάνιση του Νίμιτζ στο προσκήνιο

O στρατηγός ΜακΑρθουρ είχε προσπαθήσει να επιτύχει την έγκριση του Αμερικανικού Γενικού Επιτελείου ώστε η εκστρατεία στην Γουινέα να εξελιχθεί ως η βασική επιθετική προσπάθεια των Αμερικανών προς τις Ιαπωνικές νήσους. Το Επιτελείο όμως χωρίς να απορρίπτει την εκστρατεία του ΜακΑρθουρ ενέκρινε και την πρόταση του ναυάρχου Νίμιτζ για μία πιο τολμηρή γραμμή στις Αμερικανικές κινήσεις. H πρόταση του Νίμιτζ ήταν για μία απευθείας επιθετική κίνηση δια μέσου του Ειρηνικού στηριζόμενος στις πανίσχυρες μονάδες πεζοναυτών και στον μεγάλο διαθέσιμο αριθμό σκαφών αμφιβίων επιχειρήσεων και αεροπλανοφόρων.

H εκστρατεία του Νίμιτζ εξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1943 με απόβαση στις νήσους Γκίλμπερτς, Ταράουα και Μακίν. Οι δυνάμεις του Αμερικανικού στρατού στο Μακίν δεν συνάντησαν σημαντικές δυσκολίες. Οι άνδρες της 2ης μεραρχίας πεζοναυτών στην Ταράγουα αντιμετώπισαν όμως σοβαρή αντίσταση. Οι Ιαπωνικές αμυντικές θέσεις ήταν άριστα οχυρωμένες και επανδρωμένες από 4000 αποφασισμένους Ιάπωνες. Τις δυσκολίες των πεζοναυτών, από την αρχή ακόμη της επιχείρησης, μεγάλωσε και ένα απρόσμενο γεγονός. Μία απρόβλεπτα χαμηλή παλλοίρια τους υποχρέωσε να διανύσουν πεζή, μέσα στο νερό μία απόσταση 500 περίπου μέτρων μέχρι την ακτή. H απόσταση αυτή φυσικά καλύφθηκε κάτω από λυσσώδες Ιαπωνικό πυρ, το οποίο επίσης ήταν μάλλον απρόσμενο για τους πεζοναύτες. O βαρύς προπαρασκευαστικός βομβαρδισμός από αέρα και θάλασσα δεν είχε καταφέρει να εξουδετερώσει τις Ιαπωνικές οχυρώσεις και η βεβαιότης των Αμερικανών περί του αντιθέτου αποδείχθηκε οικτρή πλάνη, η οποία πληρώθηκε με αίμα.3026 πεζοναύτες έμειναν για πάντα στις ακτές αυτής της νήσου το Ειρηνικού ενώ βυθίσθηκε επίσης το αεροπλανοφόρο Λισκομπ Μπαίη και καταστράφηκαν πολλά Αμερικανικά αεροπλάνα. Τελικά όταν οι πεζοναύτες κατέλαβαν την νήσο δεν είχε μείνει ούτε ένας από τους Ιάπωνες υπερασπιστές της ζωντανός.

H εμπειρία της Ταράουα αξιοποιήθηκε από τους Αμερικανούς στην επιχείρηση στις νήσους Μάρσαλ, οι οποίες ήταν ο επόμενος στόχος στις 31 ιανουαρίου 1944. O προπαρασκευαστικός βομβαρδισμός σχεδιάσθηκε και εκτελέσθηκε με επιτυχία ώστε να αποφευχθεί το πάθημα της Ταράβα. Οι νήσοι Ματζούρο και Κγουατζαλέιν έπεσαν στα χέρια των πεζοναυτών χωρίς δυσκολίες. Στις 22 Φεβρουαρίου οι πεζοναύτες αποβιβάσθηκαν 300 μίλια δυτικότερα στην ατόλη Ενιγουετόκ μετά από σφοδρό βομβαρδισμό, ο οποίος και πάλι ήταν επιτυχημένος. H Ιαπωνική αντίσταση δεν δημιούργησε ιδιαίτερα προβλήματα στους πεζοναύτες.

Αμερικανικές επιχειρήσεις σε όλα τα μέτωπα του Ειρηνικού

H κατάληψη της ατόλης Ενιγουετόκ σήμαινε ότι οι Αμερικανοί θα διέθεταν τώρα αγκυροβόλια, αεροδρόμια και χώρους στάθμευσης, οι οποίοι θα χρησιμοποιούνταν για την συνέχιση της εκστρατείας. Ταυτοχρόνως αυτοί οι χώροι αφαιρούνταν από τους Ιάπωνες. Ενώ εξελισσόταν η επιχείρηση στην ατόλη εννέα αεροπλανοφόρα υπό τον υποναύαρχο Μίτσερ εξαπέλυσαν ευρείας έκτασης επδρομή εναντίον της Ιαπωνικής βάσης στο Τρούκ στις νήσους Καρολίνες περίπου 700 μίλια από το Ενιγουετόκ και το Ραμπαούλ. O ναύαρχος Κόγκα είχε εγκαίρως αποσύρει τον στόλο του αλλά σε 48 περίπου ώρες τα αεροπλάνα του Μίτσερ εβύθισαν φορτηγά Ιαπωνικά πλοία συνολικού τοννάζ 200.00 τόνων και κατέστρεψαν στο έδαφος 275 αεροπλάνα. στα τέλη του Μαρτίου μία παρόμοια επιδρομή στο Παλάου κατέληξε στην καταστροφή πλοίων συνολικού τονάζ 130.000 τόνων.

Ολες αυτές οι επιχειρήσεις στον κεντρικό Ειρηνικό διεξήχθηκαν από τον πέμπτο στόλο υπό τον αντιναύαρχο Σπρούανς. Αργότερα όταν την διοίκηση θα αναλάμβανε, εκ περιτροπής, ο ναύαρχος Χάλσεϋ η ίδια δύναμη θα λεγόταν τρίτος στόλος. Ομως τόσο τα πλοία όσο και το προσωπικό ήταν ακριβώς ίδια. Οι ναυτικές δυνάμεις του ΜακΑρθουρ αποτελούσαν τον έβδομο στόλο και απαρτίζονταν από διαφορετικά πλοία και άνδρες με διοικητή τον αντιναύαρχο Κινκαίηντ. Αυτές οι δυνάμεις ολοκλήρωσαν την κατάληψη των νήσων του Σολομώντος στα μέσα του Φεβρουαρίου.

H Ιαπωνική ανωτάτη διοίκηση φοβούμενη την ενδεχόμενη συνέχιση της συμμαχικής προέλασης από την πλευρά της Νέας Γουινέας αποφάσισαν να ρίξουν το βάρος της αμυντικής τους προσπάθειας σε αυτό τον τομέα επιχειρώντας, αναλόγως με την εξέλιξη των επιχειρήσεων, αντεπίθεση ευρείας κλίμακας. Σκοπός των Ιαπώνων ήταν να διατηρήσουν τις θέσεις τους στην Νέα Γουινέα και απο εκεί να επανακτήσει τις νήσους, οι οποίες είχαν κυριευθεί από τους Αμερικανούς.. Το σχέδιο ήταν ισχυρές ναυτικές δυνάμεις να πλεύσουν προς την Ολλάντια, η οποία αποτελούσε ισχυρή Ιαπωνική βάση στο βόρειο άκρο της Νέας Γουινέας. Στην συνέχεια θα επιχειρούσαν εξόρμηση προς τα ανατολικά και νοτιοανατολικά. H αντίδραση των συμμάχων ήταν δυστυχώς για τους Ιάπωνες εξαιρετικά επιτυχημένη. Στα μέσα Απριλίου Αυστραλιανές δυνάμεις αποβιβάσθηκαν στο Μποκατζίν στις βόρειες ακτές της Νέας Γουινέας. Οι Ιάπωνες αιφνιδιάσθηκαν πιστεύοντας ότι οι αποβατικές επιχειρήσεις των συμμάχων θα συνεχίζονταν ώστε ακολουθώντας την παραλιακή οδό μέσω Μαντάγκ και Γουηγουάκ να φθάσουν στην Ολλάντια. Μεταφέρθηκαν λοιπόν σημαντικές Ιαπωνικές δυνάμεις προς το Μαντάγκ για να αποκοπεί η προβλεπόμενη συμμαχική προώθηση αποδυναμώνοντας την άμυνα της Ολλάντια.

Οι αεροπόροι του ΜακΑρθουρ υπό τον υποπτέραρχο Κέννευ δεν δυσκολεύθηκαν να επιτύχουν την επιζητούμενη αεροπορική υπεροχή στον εναέριο χώρο της Ολλάντια δείχνοντας ίσως τις συμμαχικές προθέσεις. Ομως ούτε η επόμενη κίνηση της αμφίβιας δύναμης του ΜακΑρθουρ υπό τον αντιναύαρχο Κινκαίηντ προβλέφθηκε από τους Ιάπωνες. Στις 22 Απριλίου 1944, παρακάμπτωντας το Γουηγουάκ οι Αμερικανοί επετέθηκαν κατευθείαν στην Ολλάντια 200 μίλια δυτικότερα απο εκεί όπου τους επερίμεναν οι Ιάπωνες. Ηταν μία από τις καλλύτερες κινήσεις αντιπερισπασμού σε όλο τον B' Παγκόσμιο Πόλεμο. H σχεδιαζόμενη Ιαπωνική αντέπιθεση δεν έγινε βέβαια ποτέ. Στις 17 Μαϊου οι άνδρες του ΜακΑρθουρ εισέβαλαν στο Γουακντέ και στην συνέχεια για να αποκτήσουν τον χώρο, ο οποίος θα ήταν κατάλληλος για βάση βαρέων βομβαρδιστικών, στις 27 Μαϊου, αποβιβάσθηκαν στην νήσο Μπιάκ 350 μίλια πέρα από την Χολλάντια. Ετσι όλες οι μέχρι τότε Ιαπωνικές βάσεις στην περίμετρο της Νέας Γουινέας έπεσαν στα χέρια των Αμερικανών. Το ανακοινωθέν από το στρατηγείο του ΜακΑρθουρ ήταν σαφές : "Από στρατηγικής πλευράς η εκστρατεία στην Νέα Γουινέα ετελείωσε".

O αντικαταστάτης του φονευθέντος ναυάρχου Κόγκα, ναύρχος Τογιόντα, αντέδρασε στην απόβαση στο Μπιάκ με μία προσπάθεια ενίσχυσης της νήσου με στρατεύματα από τις Φιλιππίνες. Οι Ιαπωνικές προσπάθειες δεν υλοποιήθηκαν λόγω παρουσίας ισχυροτέρων Αμερικανικών δυνάμεων στην θαλάσσια περιοχή μεταξύ Φιλιππίνων και Μπιάκ. Τέλος αποφασίσθηκε της νηοπομπής να ηγηθούν τα δύο γιγαντιαία αδελφά θωρηκτά Γαιματο και Μουσάσι. ενώ όμως η δύναμη αυτή ευρισκόατν ακόμη πολύ μακρυά από το Μπιάκ ο Σπρούανσ εξεκίνησε την επίθεση εναντίον της νήσου Σαϊπάν. O Τογιόντα συνεπώς αποφάσισε να ματαιώσει την επιχείρηση ανακατάληψης της νήσου Μπιάκ.

Στις 2 Ιουλίου 1944 ο ΜακΑρθουρ κατέλαβε την νήσο Νόεμφουρ και στις 30 Ιουλίου κατέλαβε το Σανσαπόρ στο δυτικό άκρο της Νέας Γουινέας. Χρειάσθηκαν περίπου 18 μήνες για να ολοκληρώσει την κατάληψη των νήσων του Σολομώντος. Ομως χρειάσθηκαν μόνο έξη μήνες για να φθάσει στο άλλο άκρο της Νέας Γουινέας.

H Ιαπωνική διοίκηση ευλόγως ανέμενε μία επιθετική κίνηση του Νίμιτζ. Ελπίζοντας αλλά και πιστεύοντας ότι αυτή θα είχε ως στόχο το Παλάου, τοποθέτησαν τον Μάϊο ένα αμυντικό τείχος υποβρυχίων βορείως των νήσων Αντμιραλτις. Επίσης για να εκμεταλευθούν το πλήθος των αεροπορικών τους βάσεων στα νησιωτικά συμπλέγματα ανατολικώς των Φιλιππίνων και βορείως της Νέας Γουινέας διέθεσαν 540 αεροσκάφη σε επίγειες βάσεις.. Οταν τα νέα για την εκδήλωση επίθεσης εναντίον του Σαιπάν έφθασαν στον Τογιόντα, αυτός διέταξε την κύρια δύναμη του, με τον τίτλο "Πρώτος Κινητός Στόλος" υπό τον αντιναύαρχο Οζάουα να ενωθεί με την ευρισκόμενη στις νήσους αεροπορική δύναμη. Σκοπός των Ιαπώνων ήταν να εκδηλωθεί συνδιασμένη επίθεση εναντίον του εχθρού με μαζικές αεροπορικές επιδρομές, οι οποίες θα προέρχονταν από θάλασσα και νήσους. Για τους Ιάπωνες ήταν ζωτικής σημασίας η απόκρουση της Αμερικανικής απόβασης στο Σαϊπάν, γιατί η επιτυχία της θα εσήμαινε αποκλεισμό των νήσων Καρολίνων και θα άνοιγε ο δρόμος για εισβολή στο Παλάου και στις Φιλιππ'ινες. H δύναμη του Οζάουα, ο οποίος είχε την βάση του στο Τάουι Τάουι, αποτελείτο από πέντε αεροπλανοφόρα και τέσσερα ελαφρά αεροπλανοφόρα με 430 αεροπλάνα και πολλά πολεμικά διαφόρων τύπων. Στις 13 Ιουνίου εξεκίνησε και στις 16 ενώθηκε με την δύναμη, η οποία προοριζόταν για την επιχείρηση στο Μπριάκ. H πορεία των Ιαπωνικών πλοίων συνεχίσθηκε με κατεύθυνση βορειονατολική. Ομως ο Οζάουα δεν ήξερε ότι Αμερικανικά υποβρύχια είχαν ήδη εντοπίσει τις κινήσεις του και οι αντίπαλοι του ήταν πλήρως ενημερωμένοι και τον περίμεναν.

Υπήρχαν και άλλα αρνητικά συμβάντα για τους Ιάπωνες. Τα 25 υποβρύχια, τα οποία εσχημάτιζαν το αμυντικό τείχος βορείως των Αντμιραλτις είχαν εντοπισθεί από τους Αμερικανούς και δέκα από αυτά εβύθισθηκαν. Σημειώνεται ότι έξη από αυτά ήταν θύματα του  ίδιου πλοίου, του αντιτορπιλικού συνοδείας Ηνγκλαντ. Στις επόμενες λίγες ημέρες ακόμη επτά Ιαπωνικά υποβρύχια θα χάνονταν, χωρίς από την πλευρά τους να επιτύχουν τίποτε. Την ίδια ωρα η Δύναμη Κρούσης 58 του Σπρούανς υπό τον αντιναύαρχο Μίτσερ κατέστρεφαν κατά βούληση τα Ιαπωνικά αεροπλάνα στις βάσεις τους.

Στις 15 Ιουνίου ο διοικητής των αμφιβίων δυνάμεων του Σπρούανς, αντιναύαρχος Τέρνερ άρχισε να αποβιβάζει πεζοναύτες και στρατιώτες στο Σαϊπάν του νησιωτικού συγκροτήματος των Μαριανών. Στην διάθεση του είχε επτά θωρηκτά και επτά αεροπλανοφόρα συνοδείας για να υποστηρίξει αυτή την αποβατική επιχείρηση. Ακόμη σημειώνεται ότι η δύναμη του Μίτσερ, εννέα αεροπλανοφόρα και έξη ελαφρά αεροπλανοφόρα με 891 αεροπλάνα, ήταν σε θέση να παράσχει σε σύντομο χρονικό διάστημα υποστήριξη στον Τέρνερ. Τέλος πολύ σημαντικός ήταν ο παράγοντας της μεγάλης εμπειρίας των Αμερικανών πιλότων και της μεγάλης απειρίας των Ιαπώνων. Καθώς λοιπόν ο ρούς της ιστορίας έφθανε προς την ναυμαχία της θάλασσας των Φιλιππίνων οι δύο αντίπαλοι έιχαν τα εξής πλεονεκτήματα. O Μίτσερ διέθετε αριθμητική υπεροχή και σημαντική εμπειρία προσωπικού. O Οζάουα διέθετε την δυνατότητα εκδήλωσης επίθεσης πρώτος, είχε την δυνατότητα επιλογής στόχων και τα αεροπλάνα του ήταν μεγαλύτερης εμβέλειας. Ετσι θα μπορούσαν να επιτεθούν εναντίον των Αμερικανικών πλοίων πριν αυτά προλάβουν να αμυνθούν αποτελεσματικά. Τέλος ο Οζάουα, πλέοντας με βορειονατολική κατεύθυνση είχε τον άνεμο με το μέρος του. Ενώ ο Μϊτσερ για να αποπροσνηώσει τα αεροπλάνα του ήταν υποχρεωμένος να κάνει στροφή 180 μοιρών. Ομως ο Οζάουα είχε ένα καίριο μειονέκτημα, το οποίο ο ίδιος δεν ήξερε. Αγνοούσε τουλάχιστον μερικώς την εξουδετέρωση των αεροπλάνων των επιγείων βάσεων στα οποία υπολόγιζε σε μεγάλο βαθμό. Πέρα από κάθε λογική ο αντιναύαρχος Κακούτα διοικητής των αεροπορικών δυνάμεων, οι οποίες εστάθμευαν στις επίγειες βάσεις, απέκρυψε την αλήθεια από τον συνάδελφο του. Από την βάση του στο Τινιάν ο Κακούτα διαβεβαίωνε τον Οζάουα ότι τα αεροπλάνα του έφερναν σε πέρας τις αποστολές τους και απέφυγε να αναφέρει την νύχτα της 18ης προς 19η Ιουνίου ότι στο Γκουάμ ευρίσκονταν 50 Ιαπωνικά αεροπλάνα αντί για 500, όπως προέβλεπε το αρχικό σχέδιο. H αιτία για την εξωφρενική στάση του Κακούτα είναι δύσκολο να γίνει καταννοητή. Λαμβάνοντας υπ' όψη την Ιαπωνική νοοτροπία μπορούμε να πιθανολογήσουμε ότι ο Κακούτα ντρεπόταν να παραδεχθεί την αποτυχία των δυνάμεων του και προτίμησε να διατηρήσει την "αξιοπρέπεια" του παρά να προφυλάξει τον στόλο του Οζάουα από την επερχόμενη καταστροφή.




H ναυμαχία της θάλασσας των Φιλιππίνων

Τα γεγονότα της 19ης Ιουνίου εξεκίνησαν με μία σφοδρή αερομαχία επάνω από το Γκουάμ, κατα την οποία περισσότερα από 30 Ιαπωνικά αεροπλάνα καταρρίφθηκαν χωρίς να μπορέσουν να εκδηλώσουν επίθεση εναντίον των Αμερικανικών πλοίων. Αυτά τα αεροπλάνα προέρχονταν από επίγειες βάσεις και υποτίθεται ότι θα επέφεραν σημαντικές απώλειες στα αντίπαλα πλοία. O Οζάουα, αγνοώντας και αυτή την αρνητική εξέλιξη, εξαπέλυσε το πρώτο κύμα από 69 αεροπλάνα στις 08.30 και στις 09.00 ένα δεύτερο κύμα από 128 αεροπλάνα. H διαδικασία της απονήωσης ήταν ακόμη σε εξέλιξη όταν το αεροπλανοφόρο Ταϊχο τορπιλίσθηκε από το υποβρύχιο Αλμπακόρ. Εξη τορπίλες εξαπολύθηκαν εναντίον του Ιαπωνικού πλοίου. Μία από αυτές εξουδετερώθηκε από την απαράμιλλη αυτοθυσία του χειριστή Σακίο Κομάτσου, ο οποίος εντοπίζοντας την έπεσε με το αεροπλάνο του επάνω της. Το Ταϊχο τελικώς επλήγη αλλά χωρίς να παρεμποδισθεί η απονήωση των αεροπλάνων του. Το πλήγμα όμως προκάλεσε μία απροσδιόριστης σοβαρότητας διαρροή αερίων καυσίμων η οποία αποδείχθηκε μοιραία.

Τα Αμερικανικά ραντάρ εντόπισαν τα επερχόμενα εχθρικά αεροσκάφη σε απόσταση 150 μιλίων. O Μίτσερ ανακάλεσε τα μαχητικά του από το Γκουάμ και τα έστειλε να συναντήσουν τους επερχομένους επιδρομείς. Ούτε ένα από αυτά δεν μπόρεσε να εκδηλώσει επίθεση και στις 11.00 42 είχαν ήδη καταρριφθεί. Το δεύτερο κύμα είχε ελάχιστα καλλύτερη τύχη. 20 αεροπλάνα ξέφυγαν από τα Χελκάτς αλλά δεν έπληξαν ούτε μία φορά τα Αμερικανικά πλοία. Μόνο ένα τορπιλοπλάνο κατάφερε να πέσει επάνω στο θωρηκτό Ιντιάνα χωρίς συνέπειες για το πλοίο.

Τα διασωθέντα αεροπλάνα του πρώτου κύματος είχαν αρχίσει να επιστρέφουν στα αεροπλανοφόρα τους όταν το Σοκάκου δέχθηκε τρεις τορπίλες από το υποβρύχιο Καβάλα, το οποίο παρακολουθούσε την Ιαπωνική δύναμη από τις 17 Ιουνίου. Παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των ομάδων αντιμετώπισης καταστροφών το Σοκάκου βυθίσθηκε στις 16.24 έπειτα από διαδοχικές εκρήξεις λόγω διαρροής καυσίμων αεροσκαφών. Εν τω μεταξύ έξη ώρες μετά τον τορπιλισμό του το Ταϊχο είχε γίνει μία επιπλέουσα βόμβα. Τελικώς εξερράγη στις 15.32 και βυθίσθηκε τέσσερα λεπτά μετά το Σοκάκου. O Οζάουα αναγκαστικά μετέφερε το σήμα του στο καταδρομικό Χαγκούρο. αυτό όμως δεν διέθετε τον τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό, ο οποίος θα απαιτείτο για μία ναυαρχίδα και έτσι ο Ιάπωνας ναύαρχος συνέχισε να ευρίσκεται στο σκοτάδι για τις καταστροφικές εξελίξεις στις εναέριες συγκρούσεις της ημέρας.

Πριν το μεσημέρι δύο ακόμη κύματα Ιαπωνικών αεροσκαφών είχαν βρεθεί στον αέρα. Τα μισά αεροπλάνα του πρώτου δεν βρήκε καν τον εχθρικό στόλο και επέστρεψαν στα αεροπλανοφόρα τους. Τα άλλα μισά απέτυχαν να καταφέρουν έστω και ένα πλήγμα και γύρω στις 13.00 αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια λόγω της παρουσίας των Χελκάτς. Το δεύτερο κύμα κατευθύνθηκε στο νότιο άκρο της Αμερικανικής δύναμης, από λάθος αναφορές αναγνωριστικού αεροπλάνου, και 33 καταρρίφθηκαν πριν προλάβουν να βρεθούν σε θέση βολής. Αλλα 49 δεν βρήκαν στόχους και εστράφηκαν προς το Γκουάμ Κατά την διάρκεια της ημέρας όμως τα Αμερικανικά βομβαρδιστικά έμειναν στον αέρα για να αφήσουν χώρο στα καταστρώματα των αεροπλανοφόρων για τα μαχητικά. Ουσιαστικά για να μη μείνουν άπραγα τα πληρώματα τους βομβάρδιζαν κατά βούληση το αεροδρόμιο της νήσου Ορότε, του οποίου οι αεροδιάδρομοι είχαν μεταβληθεί σε οργωμένο χωράφι. Οι Ιάπωνες δεν θα είχαν που να προσγειωθούν αλλά λίγοι έζησαν για να ασχοληθούν με το πρόβλημα αυτό. Περισσότερα από 30 αεροσκάφη αυτής της ομάδας χρησίμευσαν για της ασκήσεις σκοποβολής των Χελκάτς.

Συνολικά εκείνη την ημέρα χάθηκαν 346 Ιαπωνικά αεροπλάνα και μόνο 29 Αμερικανικά. Οι Αμερικανοί ονόμασαν την σύγκρουση "Great Marianas Turkey Shoot", το οποίο σε ελεύθερη απόδοση αναφέρεται σε σκόπευση επί ακινήτων στόχων στις νήσους Μαριάνες. H ουσία της αναμέτρησης αυτής ήταν ότι η νίκη των Αμερικανών ήταν ολοσχερής και ιδιαίτερα αποφασιστική για την πορεία του πολέμου στον Ειρηνικό. H Ιαπωνική καταστροφή συνεχίσθηκε και την επομένη ημέρα, γιατί όσο και αν φαίνεται απίστευτο είναι ότι ο Οζάουα δεν είχε την παραμικρή ιδέα για τα διαδραματιζόμενα. Οι αναφορές των διασωθέντων πιλότων του μιλούσαν για απώλειες τεσσάρων Αμερικανικών αεροπλανοφόρων και δεκάδων αεροπλάνων. Επίσης ο Οζάουα επέλεξε να πιστεύει ότι πολλοί από τους αγνοούμενους χειριστές του είχαν προσγειωθεί στο Γκουάμ, συνεπώς ευελπιστούσε σε μία ακόμη αναμέτρηση την επομένη ημέρα, η οποία θα του χάριζε την τελειωτική νίκη. Διέταξε λοιπόν την ανασυγκρότηση των πλοίων του με βορειοδυτική πορεία πρός προκαθορισμένα σημεία ανεφοδιασμού καυσίμων. Οταν κατάφερε να μεταφερθεί στο Ζουικάκου και να σχηματίσει μία σαφή εικόνα της κατάστασης ήταν πολύ αργά για να κατορθώσει να ξεφύγει από τους διώκτες του.

Στις 20 Ιουνίου οι Αμερικανοί εντόπισαν τα πλοία του Οζάουα στις 16.05 παρά τις αναφορές των υποβρυχίων από ενωρίτερα. Ηταν σχεδόν πολύ αργά για να εκδηλωθεί οργανωμένη επίθεση αλλά ο Μίτσερ ριψοκινδύνευσε και έστειλε, καθώς άρχιζε να νυχτώνει, 216 αεροπλάνα παρά τις μεγάλες πιθανότητες αναγκαστικών προσθαλασσώσεων και αδυναμίας πολλών χειριστών να επιστρέψουν στα αεροπλανοφόρα τους. Στις 18.40 οι Ιάπωνες δέχθηκαν την Αμερικανική επιδρομή, έχοντας προλάβει να απονηώσουν μόνο 80 αεροπλάνα. Οταν τελείωσε η μάχη το αεροπλανοφόρο Χίγιο βυθιζόταν τα αεροπλανοφόρα Ζουικάκου και Τσιγιόντα το θωρηκτό Χαρούνα, το καταδρομικό Μάγιο είχαν σοβαρές ζημιές και περισσότερα από 50 αεροπλάνα βρίσκονταν στον βυθό. 30 Αμερικανικά αεροπλάνα δεν επέστρεψαν. Από αυτά μόνο 20 είχαν καταρριφθεί στην μάχη. Τα υπόλοιπα έπεσαν λόγω έλλειψης καυσίμων και κόπωσης των πληρωμάτων τους αλλά πολλοί Αμερικανοί αεροπόροι διασώθηκαν. Τελικώς 73 από αυτούς έμειναν για πάντα στον υγρό τάφο του αχανούς ωκεανού. Σημειώνεται ότι για να διευκολυνθούν οι κατάκοποι χειριστές είχε δοθεί εντολή από τον Μίτσερ να φωταγωγηθούν όλα τα πλοία του, παρά τους κινδύνους, τους οποίους εγκυμονούσε αυτή η ενέργεια. Ετσι πολλοί χειριστές κατάφεραν να επιστρέψουν σώοι, σε πολλές περιπτώσεις κατεβάζοντας τα αεροπλάνα τους στο πρώτο αεροπλανοφόρο, το οποίο εύρισκαν. Ετσι τελείωσε η μεγαλύτερη αλλά και η τελευταία αεροναυμαχία της παγκόσμιας ιστορίας αποκλειστικά με συμμετοχή αεροπλανοφόρων, η οποία άφησε την Ιαπωνία χωρίς αεροπορική δύναμη ναυτικού.


Μετά την ναυμαχία

O Οζάουα διαφεύγοντας προς την Οκινάουα είχε μόνο 35 αεροπλάνα αλλά ο Σπρούανς αργότερα δέχθηκε κριτική ότι η τακτική του δεν ήταν τόσο επιθετική όσο θα έπρεπε στην αναζητηση του Ιαπωνικού στόλου μετά την πρώτη φάση της ναυμαχίας. Για τον ίδιο όμως πρωταρχική σημασία είχε η επιτυχία της απόβασης στο Σαϊπάν και η κατάληψη της νήσου, η οποία ολοκληρώθηκε στις 9 Ιουλίου. Από τους 23.000 Ιάπωνες μαχητές στην νήσο σκοτώθηκαν 21.036. Μεταξύ τους ήταν και ο υποναύαρχος Ναγκούμο, προκάτοχος του Οζάουα στην διοίκηση των αεροπλανοφόρων.

O Σπρούανς, ήσυχος χαρακτήρας από την φύση του, δεν αντέδρασε στους επικριτές του. Πρέπει να αναφερθεί όμως ότι ούτε αυτός είχε σαφή γνώση της κατάστασης του εχθρικού στόλου και ακόμη η υιοθέτηση πιο επιθετικής τακτικής δεν θα μπορούσε να έχει καλλύτερα αποτελέσματα, γιατί τα πληρώματα των αεροσκαφών είχαν ξεπεράσει τα όρια της αντοχής του. Σημειώνεται τέλος ότι η άκρατη επιθετικότητα του Χάλσεϋ στην ναυμαχία του Λέϋτε τέσσερις μήνες αργότερα έφερε σε δύσκολη θέση τις αμφίβιες Αμερικανικές δυνάμεις

Οι νήσοι Γκουάμ και Τινιάν και αυτές του συγκροτήματος των Μαριανών δέχθηκαν την Αμερικανική επίθεση στις 21 και 24 Ιουλίου αντιστοίχως. Το Τινιάν καταλήφθηκε με σχετική ευκολία αλλά στο Γκουάμ οι Ιάπωνες προέβαλαν σημαντική αντίσταση, η οποία κάμφθηκε μετά από τρεις εβδομάδες και 10.971 νεκρούς. Σε αυτή την νήσο μετέφερε ο Νίμιτζ το αρχηγείο του από το Περλ Χάρμπορ, ωστε να ευρίσκεται πλησιέστερα στην περιοχή των συγκρούσεων.

H κατάληψη αυτών των νήσων έδωσε την δυνατότητα στους Αμερικανούς να δημιουργήσουν βάσεις από τις οποίες θα ξεκινούσε η τελική φάση της επιχείρησης για την συντριβή της χώρας του ανατέλοντος ηλίου. Επιχειρώντας από το Γκουάμ και το Σαϊπάν τα Αμερικανικά βομβαρδιστικά B29 έφθαναν με ευκολία στις Ιαπωνικές νήσους. Οι βομβαρδισμοί, οι οποίοι θα ξεκινούσαν μετά από ένα μήνα δεν θα σταματούσαν μέχρι την τελική παράδοση των Ιαπώνων.

Στα τέλη του καλοκαιριού του 1944 ο Χάλσεϋ ολοκλήρωσε την κατάληψη των Καρολινών και ο Μίτσερ άρχισε προπαρασκευαστικές επιχειρήσεις εναντίον του Παλάου δυτικώς των Καρολινών. Κατά τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς οι Αμερικανικές δυνάμεις αποβιβάσθηκαν σε πολλές νησίδες. O ίδιος ο ΜακΑρθουρ ηγήθηκε της απόβασης στο Μοροβάι, την βορειότερη νήσο του συγκροτήματος Αλμαχέρα, 480 χιλιόμετρα νοτίως των Φιλιππίνων. H επιχείρηση δεν παρουσίασε δυσκολίες και έίχε ιδιαίτερη σημασία, γιατί παρακάμφθηκαν άλλες νήσοι του συγκροτήματος, όπου υπήρχε ισχυρή Ιαπωνική παρουσία. H κατάληψη αυτών των νήσων δεν παρουσίαζε πια ενδιαφέρον για τους Αμερικανούς, οι οποίοι αρκέσθηκαν στο να αποκλείσουν και να αχρηστεύσουν τις φρουρές τους ενώ οι ίδοι προχωρούσαν προς τις Φιλιππίνες.



1/25/2010

Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας




Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας
Οι έλληνες με τα "ξύλινα τείχη" τους σώζουν την Ελλάδα και θέτουν τα ανεξίτηλα θεμέλια του σημερινού Ευπωπαϊκού Πολιτισμού 


Σημαντικότατο σταθμό στην Αρχαία Ελληνική και Παγκόσμια Ιστορία αποτελούν οι αγώνες των Ελλήνων εναντίον των Περσών για την προάσπιση της ελευθερίας τους. Οι λαμπρές νίκες κατά των εκάστοτε εισβολέων επέτρεψαν στο Ελληνικό έθνος να περάσει από την εφηβική ηλικία στην ωριμότητα, ν' αποκτήσει συνείδηση της δύναμής του και να δημιουργήσει τον κλασικό πολιτισμό του οποίου οι αρχές και τα ιδεώδη αποτέλεσαν τα θεμέλια του σημερινού ευρωπαϊκού πολιτισμού, επειδή ακριβώς οι αρχαίοι έλληνες έζησαν και δημιούργησαν σε μια ελεύθερη κοινωνία.
Οι μεγάλοι αυτοί εθνικοί πόλεμοι καθαρά αμυντικοί, τους προκάλεσαν οι Πέρσες στην προσπάθειά τους να υποτάξουν τη ΝΑ Ευρώπη. Από την πλευρά της Ελληνικής ιστορίας τα Μηδικά, όπως καθιερώθηκε να ονομάζονται αυτές οι συγκρούσεις, είναι κυρίως οι τρείς περσικές εκστρατείες:
 

Α) του Μαρδόνιου στη Θράκη και τη Μακεδονία (492π.Χ.)
Β) του Δάτη και του Αρταφέρνη στο Αιγαίο και την Αττική (490π.Χ.) και
Γ) του Ξέρξη στην Κεντρική Ελλάδα (480 - 479π.Χ.).

Οι σημαντικότεροι σταθμοί της τρίτης αυτής εκστρατείας εναντίον της Ελλάδας ήταν η μάχη των Θερμοπυλών, η ναυμαχία του Αρτεμισίου, η ναυμαχία της Σαλαμίνας και η μάχη των Πλαταιών.
Μετά την κατάληψη του στενού των Θερμοπυλών απ' τους Πέρσες και την λήξη της Ναυμαχίας του Αρτεμισίου χωρίς αποφασιστικό αποτέλεσμα, ο Ελληνικός στόλος εγκατέλειψε την θαλάσσια περιοχή στα Βόρεια της Εύβοιας κατευθυνόμενος προς τις ακτές της Αττικής και έτσι άνοιξε ο δρόμος για την κατάκτηση ολόκληρης της Κεντρικής Ελλάδας από τον στρατό του Ξέρξη. Σ' αυτή την περίσταση ο ρόλος του Θεμιστοκλή υπήρξε οπωσδήποτε αποφασιστικός, κατόρθωσε να πείσει τους Αθηναίους να εκκενώσουν την Αττική με την προστασία του Ελληνικού στόλου ο οποίος αγκυροβόλησε στη Σαλαμίνα για να προστατεύσει αυτήν την επιχείρηση.
Για τη δύναμη του Περσικού στόλου οι πηγές μάς δίνουν διάφορες πληροφορίες, ασφαλώς υπερβολικές στο σύνολο τους, όχι όμως και τελείως αντιφατικές. Ο Αισχύλος στους "Πέρσες" αναφέρει ότι ο εχθρός διέθετε 1.207 πλοία, αριθμό τον οποίο δίνει και ο Ηρόδοτος για τον στόλο όμως που συγκεντρώθηκε στην αρχή της εκστρατείας. Επειδή όμως μεταξύ αυτού του χρονικού σημείου και της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας οι Πέρσες είχαν για διάφορους λόγους απώλειες της τάξεως των 670 περίπου πλοίων, οι οποίες αναπληρώθηκαν μόνο με 125 νέα, οι δυνάμεις που παρέταξαν στη Σαλαμίνα ήταν περίπου 670 πλοία. Εάν όμως αφαιρέσουμε τα Περσικά πλοία που περιπολούσαν στην άλλη άκρη της Σαλαμίνας πριν από τη Ναυμαχία τότε η υπεροχή του Περσικού στόλου πρέπει να ήταν 2:1.
Ο Ελληνικός στόλος που αγωνίσθηκε στη Σαλαμίνα υπολογίζεται από τον Ηρόδοτο σε 378 τριήρεις, αν και το άθροισμα των πλοίων που ο ίδιος αναφέρει ανέρχεται μόνο σε 366 τριήρεις. Απ' αυτές οι Αθηναίοι πρόσφεραν 200, οι Κορίνθιοι 40, οι Αιγινήτες 30, οι Μεγαρείς 20, οι Λακεδαιμόνιοι 16, οι Σικυώνοι 15, οι Επιδαύριοι 10, οι Αμβρακιώτες 7, οι Ερετριείς 7, οι Τροιζήνιοι 5, οι Νάξιοι 4, οι Ερμίονες 3, οι Λευκάδιοι 3, οι Κείοι 2, οι Στυρείς 2, οι Κυθνίοι 1 και οι Κροτωνιάτες επίσης 1.
Ο Ελληνικός στόλος, μετά την κατάληψη της Αττικής απ' τους Πέρσες, συγκεντρώθηκε σε τρία σημεία: ο κύριος όγκος του στα σημερινά Αμπελάκια, απ' όπου φαίνονταν η Αθήνα παραδομένη στης φλόγες, ένα μικρότερο τμήμα αποτελούμενο από αιγινήτικα πλοία έμεινε να φυλάει την Αίγινα και ένα τρίτο τμήμα κατευθύνθηκε στον Πώγωνα, τον σημερινό Πόρο.
Απ' την άλλη πλευρά ο Περσικός στόλος έπρεπε να βρίσκεται πάντοτε κοντά σε λιμάνια κατεχόμενα από τον Περσικό στρατό, για να τα χρησιμοποιήσει ως βάσεις. Έτσι ο Ξέρξης στάθμευσε στη νότια παράλια της Αττικής έχοντας το στρατηγείο του στο Φάληρο. Οι Πέρσες, στην προσπάθεια τους να επιτύχουν ευνοϊκή έκβαση του αγώνος, συνέβαλαν το σχέδιο να καταστρέψουν αιφνιδιαστικά τα ελληνικά πλοία που ήταν συρμένα στις αμμουδιές ή αγκυροβολημένα στους κόλπους της ΒΑ ακτής της Σαλαμίνας και σε μια δεύτερη φάση να καταλάβουν τη Σαλαμίνα, που την υπεράσπιζε ένα πολύ μικρό τμήμα του Αθηναϊκού στρατού. Ενδεχόμενη επιτυχία σ' αυτό το σχέδιο θα τους άνοιγε ασφαλώς το δρόμο για τον Ισθμό και την κατάληψη έπειτα της υπόλοιπης Ελλάδας.
Από την ελληνική πλευρά ο Θεμιστοκλής αντιλήφθηκε αμέσως τα μεγάλα πλεονεκτήματα της θαλάσσιας αμυντικής γραμμής και ιδιαίτερα της Σαλαμίνας. Το νησί αυτό, το μόνο εδαφικό τμήμα του Αθηναϊκού κράτους που δεν υποδουλώθηκε στους Πέρσες, χρησίμευε ως καταφύγιο για μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Αττικής, ως στρατιωτική βάση στα νώτα του Περσικού στρατού σε περίπτωση προελάσεως από τον Ισθμό και αποτελούσε, με τις προφυλαγμένες από τους ανέμους ακτές του απέναντι από την Αττική, ιδεώδη βάση για το Ελληνικό ναυτικό που κάλυπτε από τη Θάλασσα τον Ισθμό. Σε μια ή περισσότερες συσκέψεις των αρχηγών των στόλων των πόλεων ο Θεμιστοκλής, επιδεικνύοντας την εξαιρετική μεγαλοφυΐα και το απαράμιλλο σθένος του, κατόρθωσε να κάμψει τις αντιρρήσεις του Κορίνθιου στρατηγού Αδείμαντου και την αναποφασιστικότητα του Λακεδαιμόνιου Ναυάρχου Ευρυβιάδη πείθοντας τους για την καταλληλότητα της θέσεως στη Σαλαμίνα.

Η Διεξαγωγή της Ναυμαχίας
Η ναυμαχία διεξήχθη στις 28 ή 29 Σεπτεμβρίου (21-22 Βοηδρομιώνος) του 480π.Χ. Τη νύχτα μιας από αυτές τις μέρες ο Περσικός στόλος απέπλευσε από το Φάληρο με κατεύθυνση προς τα Δυτικά, ενώ τμήμα του Περσικού στρατού αποβιβάσθηκε και κατέλαβε την Ψυτάλλεια με σκοπό, κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, την περισυλλογή των Περσών ναυαγών και την εξόντωση των Ελλήνων ναυαγών. Γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα τα Περσικά πλοία προχωρούσαν κατά μήκος των ακτών της Αττικής με την εξής σειρά: Φοινικικά και Αιγυπτιακά προς το μέρος της Ελευσίνας, κατόπιν τα πλοία της Κύπρου, της Λυκίας και της Παμφυλίας και τέλος προς τον Πειραιά, τα Καρικά και τα πλοία της Ιωνίας.
Οι Έλληνες πληροφορήθηκαν εγκαίρως τις κινήσεις του Περσικού στόλου από τον Αριστείδη, που ήλθε νύχτα από την Αίγινα. Έτσι οι Πέρσες έχασαν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού όταν, σύμφωνα με την περιγραφή του Αισχύλου, άκουσαν ξαφνικά, με την ανατολή του ηλίου, τους ήχους της σάλπιγγας και τον Παιάνα να αντηχεί από όλα τα Ελληνικά πλοία:

Ω, παίδες Ελλήνων, ίτε Ελευθερούτε πατρίδ' ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας,
θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων, νύν υπέρ παντών ο αγών
Είχε λοιπόν ήδη βγει ο ήλιος όταν δόθηκε η διαταγή από τον Ευρυβιάδη, διοικητή των Ελληνικών δυνάμεων, να αναπτυχθεί ο Ελληνικός στόλος προς την κατεύθυνση των Περσών. Τη δεξιά πτέρυγα είχε καταλάβει ο ίδιος ο Ευρυβιάδης με τις μοίρες της Σπάρτης, της Κορίνθου, της Αίγινας και των Μεγάρων. Οι τριήρεις των μικρότερων ελληνικών πόλεων τάχθηκαν στο μέσον, ενώ στην αριστερή πλευρά κατέλαβαν θέση με αρχηγό το Θεμιστοκλή, οι Τριήρεις των Αθηναίων. Η κίνηση αυτή αποσκοπούσε στην αποφυγή ενδεχόμενου εγκλωβισμού των Ελληνικών Πλοίων εντός του αγκυροβολίου τους. Πλέοντας όμως ο Ελληνικός στόλος προς τα εμπρός θα συναντούσε σύντομα τον Περσικό, στο μέσο περίπου του στενού, σε χώρο δηλαδή αρκετά ανοικτό και συνεπώς ευνοϊκότερο για τους Πέρσες, οι οποίοι θα είχαν έτσι την ευχέρεια χρησιμοποιήσεως του συνόλου σχεδόν των πλοίων τους και τη δυνατότητα κυκλωτικών ελιγμών από τα δύο άκρα του Ελληνικού στόλου. Για να αποτραπεί ακριβώς αυτή η συνάντηση των δύο στόλων στο μέσον του στενού, τα Ελληνικά πλοία ανέκοψαν την πορεία τους προς τα εμπρός κι άρχισαν να κινούνται προς τα πίσω, κωπηλατώντας ανάποδα προς τη Σαλαμίνα, χωρίς να αναστρέψουν, διατηρώντας σταθερά τις πλώρες προ τον εχθρό, σε τάξη, χωρίς να χαθεί η συνοχή του στόλου, συνεχίσθηκε δε ως μία γραμμή κοντά στις ακτές της Σαλαμίνας, όπου είχαν παραταχθεί οι Αθηναίοι οπλίτες, εκεί ο στόλος παρατεταγμένος σε μέτωπο με στήριγμα προς τα δεξιά την Κυνόσουρα και προς τα αριστερά το σημερινό νησί του Αγίου Γεωργίου, ώστε να αποτρέπεται ο κίνδυνος κυκλώσεως, σταμάτησε για να συγκρουστεί με τον εχθρό.




ΦΑΣΗ Ι
Τη νύχτα της παραμονής της σύγκρουσης οι Πέρσες απέκλεισαν
την είσοδο και την έξοδο του στενού και κατέλαβαν την Ψυτάλλεια

Η στενότητα του χώρου και η περιορισμένη έκταση του μετώπου δεν επέτρεπε στους Πέρσες να χρησιμοποιούν στην πρώτη γραμμή περισσότερα πλοία από τα Ελληνικά, τα οποία συνεπώς αντιμετώπιζαν στη σύγκρουση ίσο περίπου αριθμό πλοίων έτσι στον αγώνα έπαιζε σημαντικό ρόλο η ανδρεία και η επιδεξιότητα των αξιωματικών και των πληρωμάτων καθώς και η τακτική των αντιπάλων στόλων. Οι ελεύθεροι πολίτες των Ελληνικών πόλεων στις οποίες η ευψυχία μαζί με την ελευθερία ήταν οι υπέρτατες αξίες, αγωνίζονταν υπερ βωμών και εστιών με ανδρεία και αυταπάρνηση που ενέτεινε η μεταξύ τους και μεταξύ των πόλεων άμιλλα. Αλλά και οι Πέρσες πολεμούσαν με εξαιρετική γενναιότητα, γιατί ήθελαν να φανούν ευάρεστοι στον Ξέρξη, που παρακολουθούσε τη ναυμαχία από το όρος Αιγάλεω, αλλά και γιατί φοβόνταν την οργή του αν υστερούσαν.




ΦΑΣΗ ΙΙ
Ο κύριος όγκος του Περσικού στόλου που ακολούθησε, μπήκε στο στενό τη νύχτα και το πρωί
παρατάχθηκε για επίθεση. Αλλά ο αιφνιδιασμός απέτυχε. Ολόκληρος ο Ελληνικός στόλος κινήθηκε
εναντίον του εχθρού και ύστερα από σειρά τακτικών ελιγμών άρχισε η σύρραξη
σε μέτωπο 3 χιλιομέτρων περίπου από την Κυνοσούρα ως τη νησίδα του Αγ. Γεωργίου


Έτσι στην αρχή η ναυμαχία ήταν αμφίρροπη και οι Πέρσες κρατούσαν, μάλιστα στη δεξιά πλευρά οι Ίωνες πίεζαν σοβαρά του Λακεδαιμόνιους και τους Αιγινήτες, οι δε Σάμιοι κυρίευσαν μερικές Ελληνικές τριήρεις. Όσο προχωρούσε η ώρα άρχισε να επικρατεί η εξαιρετική επιδεξιότητα των Ελληνικών πληρωμάτων και η ανώτερη τακτική των Ελλήνων και πρώτα στο αριστερό μέρος τη Ελληνικής παράταξης, όπου βρισκόταν η ισχυρότατη μοίρα των 200 Αθηναίων τριήρεων έχοντας απέναντι της τα πλοία των Φοινίκων. Η τακτική των Φοινίκων ήταν κυρίως να πολεμούν ρίχνοντας βροχή βελών και ακοντίων από τα ψηλά καταστρώματα τους καθώς μάλιστα διέθεταν 30 τοξότες σε κάθε πλοίο. Από την άλλη πλευρά οι Αθηναίοι διέθεταν 4 τοξότες και 14 οπλίτες σε κάθε τριήρη, πλεονεκτούσαν όμως στη χρήση του εμβόλου, έτσι εκμεταλλευόμενοι τον κλυδωνισμό των Φοινικικών πλοίων από τον άνεμο και το κύμα, που είχε ως αποτέλεσμα να αστοχούν τα τοξεύματα, ορμούσαν εναντίον τους και είτε έθραυαν τα κουπιά και ακινητοποιούσαν τα εχθρικά πλοία είτε τα κτυπούσαν με τα έμβολα στα πλευρά. Έπειτα οι Αθηναίοι οπλίτες πηδούσαν στο κατάστρωμα και εξόντωναν τα εχθρικά πληρώματα ή άφηναν τα πλοία να βυθιστούν από τα ρήγματα των εμβόλων.




ΦΑΣΗ ΙΙΙ
Η Αθηναϊκή μοίρα υπό τον Θεμιστοκλή τρέπει σε φυγή
το δεξιό της Περσικής παράταξης

Ύστερα λοιπόν από την καταβύθιση των πρώτων Φοινικικών πλοίων, η πρώτη γραμμή του Φοινικικού στόλου αποδιοργανώθηκε και τα πλοία άρχισαν να τρέπονται σε φυγή, άλλα προς τις απέναντι ακτές της Αττικής κι άλλα προς τα ανατολικά, πολλά όμως δεν κατάφεραν να απομακρυνθούν γιατί στην προσπάθεια τους αυτή συγκρούσθηκαν μεταξύ τους και βυθίστηκαν. Σε λίγο η ταραχή και η σύγχυση μεταδόθηκε στο κέντρο και το αριστερό μέρος του Περσικού στόλου, διότι οι Αθηναϊκές τριήρεις, διαθέσιμες μετά την κατανίκη των Φοινίκων άρχισαν να επιτίθενται προς τα εκεί. Η ναυμαχία εξελίχθηκε τότε ραγδαία σε βάρος των Περσών και σε λίγο και ο υπόλοιπος Περσικός στόλος, που είχε συνθλιβεί στην Περιοχή του στενού προς την Κυνόσουρα και τη ΝΑ έξοδο, άρχισε, να τρέπεται σε φυγή με κατεύθυνση το Φάληρο, ενώ καταδιώκονταν από τον Ελληνικό στόλο. Η καταδίωξη εξακολούθησε, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, "μέχρι δείλης".
Προς το τέλος της Ναυμαχίας, ο Αριστείδης, με Αθηναίους οπλίτες από τους παρατεταγμένους στην ακτη της Σαλαμίνας, αποβιβάσθηκε στην Ψυτάλλεια και εξόντωσε την εκεί απομονωμένη Περσική φρουρά.




ΦΑΣΗ IV
Ο Περσικός στόλος φεύγει καταδιωκόμενος και υφίσταται μεγάλη καταστροφή
στο στενό μεταξύ Κυνοσούρας και Κερατσινίου. Το εχθρικό τμήμα που είχε αποβιβαστεί
στην Ψυτάλλεια εξοντώνεται από τους οπλίτες του Αριστείδη

Κατά τον Έφορο οι Πέρσες έχασαν 200 πλοία και οι Έλληνες 40, η αναλογία όμως απωλειών σε άνδρες ήταν βαρύτερη για τους Πέρσες γιατί αυτοί, καθώς δεν ήξεραν να κολυμπούν, πνίγονταν μετά τη βύθιση των πλοίων τους.

Η σημασία της μάχης - Οι παράγοντες της Νίκης
Η σημασία της ναυμαχίας της Σαλαμίνας υπήρξε μέγιστη διότι προκάλεσε την κατάρρευση του ηθικού της Περσικής ηγεσίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εγκαταλείψει ουσιαστικά τον αγώνα, αν και διέθετε ακόμα υπερτριπλάσιο σχεδόν στόλο από το Ελληνικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις το βράδυ της επόμενης της μάχης ο Ξέρξης, επικεφαλής του Περσικού στόλου φοβούμενος μήπως οι Έλληνες πλεύσουν στον Ελλήσποντο και καταστρέφοντας τις γέφυρες που είχε κατασκευάσει, τον αποκλείσουν στην Ευρώπη, απέπλευσε από το Φάληρο και παραπλέοντας τις ακτές κατευθύνθηκε προς Βορρά.
Οι κυριότεροι παράγοντες της Ελληνικής νίκης στην Σαλαμίνα ήταν οι εξής:
Το γεγονός ότι οι Πέρσες παρασύρθηκαν να ναυμαχήσουν σε θαλάσσια περιοχή που είχε επιλέξει ο αντίπαλος γιατί παρουσίαζε εξαιρετικά πλεονεκτήματα για αυτόν, η στενότητα του χώρου εξουδετέρωνε την αριθμητική υπεροχή του Περσικού στόλου, ενώ αντίθετα ήταν ιδεώδης για τον Ελληνικό στόλο. Παρασύρθηκαν οι Πέρσες γιατί είχαν ανάγκη να συντρίψουν τον Ελληνικό στόλο ώστε να μπορούν τα δικά τους πλοία να παραπλέουν απερίσπαστα τις Ελληνικές ακτές, για να εφοδιάζουν τον Περσικό στρατό και να ενεργεί αποβάσεις στα μετόπισθεν των Ελληνικών αμυντικών γραμμών.
Οι Πέρσες υποτίμησαν τον αντίπαλο και εκτίμησαν εσφαλμένα τις μαχητικές δυνατότητες και τις προθέσεις του.
Η κατάλληλη στρατηγική του Ελληνικού στόλου στη Ναυμαχία, όπως τον συνέλαβαν και εφήρμοσαν ο Θεμιστοκλής και οι λοιποί Έλληνες Ναύαρχοι.
Τέλος, ο ζήλος και η ανδρεία όλων των Ελλήνων που αγωνίσθηκαν στη Σαλαμίνα.
Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας έληξε με θρίαμβο των Ελλήνων, πέρασε γρήγορα στο θρύλο, έγινε θέμα για τους ρήτορες και τους μεγάλους τραγικούς (οι Φοίνισσες του Φρυνίχου και οι Πέρσες του Αισχύλου έχουν ως σημείο αναφοράς τη νίκη των Ελλήνων), αποτέλεσε δίδαγμα για τους λαούς και καθιερώθηκε ως η αφετηρία όχι μόνο της Ελληνικής, αλλά και της παγκόσμιας Ναυτικής ιστορίας. Εκείνο που έγραψε ο Πλούταρχος στο βίο του Θεμιστοκλή, "Ουθ Έλλησιν ούτε βάρβαρος ενάλιον έργον είργασται λαμπρότερον", μπορούμε ανεπιφύλακτα να το επαναλάβουμε και σήμερα.



Βιβλιογραφία
Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Ιστορία του Ελληνικου Έθνους - Τόμος Β' Αθήνα, 1971
Σίμψα Μάριου, Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων - Τόμος Α' Αθήνα, 1982
Παπαρρηγοπούλου Κωνσταντίνου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (στη σημερινή γλώσσα) - Βιβλίο Τρίτο, Αθήνα, 1992

 

Περικλής - Ο "Χρυσός" Ηγεμών !

Περικλής



 Ο Περικλής, (490 - 429 π.Χ.) ήταν αθηναίος πολιτικός της κλασικής εποχής. Γεννήθηκε στο Δήμο Χολαργού της Αττικής. Πατέρας του ήταν ο Ξάνθιππος, υπό την αρχηγία του οποίου οι Αθηναίοι νίκησαν τους Πέρσες στη ναυμαχία της Μυκάλης το 479 π.Χ. Ο Ξάνθιππος ήταν πλούσιος και καταγόταν από το ιερατικό γένος των Βουζύγων. Σύζυγός του ήταν η Αγαρίστη, ανιψιά του Αλκμεωνίδη Κλεισθένη, εκείνου που ουσιαστικά θεμελίωσε την αθηναϊκή δημοκρατία.

Ο άριστος ρήτορας Περικλής ανέλαβε περί το 462-461 π.Χ. της ηγεσία της Αθήνας με απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου και σε συνεργασία με τον Εφιάλτη του Σοφωνίδου και τον Αρχέστρατο, στους οποίους οφείλεται και η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στην Αθήνα, αφαίρεσε από τον ολιγαρχικών αποκλίσεων Άρειο Πάγο την εποπτεία για τη διοίκηση και τους υπαλλήλους και την ανέθεσε στη Βουλή των Πεντακοσίων. Εισήγαγε το μισθό για το συμβούλιο και τους δικαστές και εισηγήθηκε την επέκταση του δικαιώματος ψήφου και υποψηφιότητας και στην τρίτη τάξη των Αθηναίων, τους (φτωχούς) ζευγίτες.Από το 443 μέχρι το 429 εκλεγόταν κάθε χρόνο στρατηγός και υπό την ηγεσία του αναδείχθηκε η Αθήνα σε δεσπόζουσα στρατιωτική δύναμη, επικεφαλής της ναυτικής συμμαχίας. Αυτή η ναυτική κυριαρχία είχε αρχίσει μεν με τη διακυβέρνηση από τους ολιγαρχικούς Αριστείδη και Κίμωνα, αλλά κυρίως ο Περικλής, οδήγησε την πόλη στο αποκορύφωμα της δύναμης και στο λεγόμενο «χρυσό αιώνα» της ιστορίας της, κατά τον οποίο έγινε η Αθήνα το πρώτο πολιτικό και πολιτισμικό κέντρο της αρχαίας Ελλάδας και το ισχυρότερο ναυτικό κράτος. Ήδη το 478 π.Χ. είχε ιδρυθεί η ναυτική Συμμαχία της Δήλου, στην οποία οι πόλεις-μέλη ήταν τυπικά ισότιμες, ουσιαστικά όμως ήταν υποταγμένες στους Αθηναίους. Όλες οι πόλεις έπρεπε να υιοθετήσουν την αθηναϊκή δημοκρατία ως μόνιμο πολίτευμά τους και όποια πόλη αποχωρούσε, επαναφερόταν στη συμμαχία με στρατιωτικά μέσα. Έτσι, όταν η Σάμος εκδήλωσε στα χρόνια 441-40 την πρόθεση να περάσει στο στρατόπεδο των Λακεδαιμονίων, οι Αθηναίοι έστειλαν εναντίον της το στόλο υπό τον Περικλή και τον Σοφοκλή, οι οποίοι κατέσφαξαν όλους τους άνδρες του νησιού.Το 431 π.Χ. εισέβαλαν οι Σπαρτιάτες στην Αττική και κατέστρεψαν την ύπαιθρο χώρα, ξεκινώντας τον οδυνηρό για τον αρχαίο ελληνισμό Πελοποννησιακό πόλεμο. Το χειμώνα του ίδιου χρόνου έθαψαν οι Αθηναίοι τους πρώτους νεκρούς τους και ο Περικλής εκφώνησε τον περίφημο Επιτάφιο, που διέσωσε ο Θουκυδίδης στα κειμένά του του. Με το λόγο αυτό που αποτελεί μέχρι σήμερα ανάγνωσμα στα σχολεία, ο Περικλής δεν δικαιολογεί την ηγετική θέση της Αθήνας στον ελληνόφωνο χώρο, αλλά την ποιότητα και το μεγαλείο της δημοκρατίας της.

Ο Πλούταρχος για τον Περικλή
Σύμφωνα με το πορτραίτο του μεγάλου πολιτικού στο Περικλής - Φάβιος Μάξιμος ο Πλούταρχος στα κεφ. 4 και 5 αναφέρεται στους διδάσκαλους του Περικλή, τον Δάμωνα, τον Ζήνωνα τον Ελεάτη, και τον Αναξαγόρα τον Κλαζομένιο. Η μουσική του παιδεία λοιπόν, η κριτική σκέψη και η σοβαρότητα είναι εν δυνάμει χαρακτηριστικά που όφειλε ο Περικλής στους διδάσκαλούς του και ιδιαίτερα στον Αναξαγόρα με τον οποίο διατηρούσε στενή σχέση. Οι διδασκαλίες του Αναξαγόρα είναι εκείνες που τον βοήθησαν να απαλλαχθεί από τη δεισιδαιμονία, και να χαρακτηρίσει ως ανοησία το φυλακτό που δέχθηκε από τις γυναίκες κατά την ασθένειά του (38.2).

Η αναφορά του συγγραφέα στο περιστατικό (5.2) της εξύβρισης του Περικλή, από «κάποιον τιποτένιο και ξεδιάντροπο», στοχεύει καταρχήν στο να παρουσιάσει τον καλλιεργημένο χαρακτήρα του, αλλά και να αντιπαρατεθεί στις απόψεις του ποιητή Ίωνα, ο οποίος παρουσίαζε τον Περικλή ως επηρμένο και αλλαζονικό στις σχέσεις του με τους ανθρώπους. Οι αρετές που αναδεικνύονται σε αυτό το περιστατικό είναι η ανεκτικότητα, η πραότητα, η αυτοκυριαρχία και η επιείκεια. Συνεκτιμώντας, όμως τις απόψεις του Ίωνα (5.3), θα πρέπει να υποθέσουμε ότι υπήρξε και μια μερίδα ανθρώπων που εύρισκε στον Περικλή τα ελαττώματα της έπαρσης, της αλλαζονείας και του εγωισμού.

Ο δίκαιος χαρακτήρας του Περικλή φαίνεται κατά τον Πλούταρχο στο γεγονός ότι δε συγκαλύπτει την απάτη του γιου του και καταφεύγει στη δικαιοσύνη (36.4). Η ψυχική του δύναμη ως αποτέλεσμα του σθένους και όχι της σκληρότητας αποκαλύπτεται για άλλη μια φορά στο γεγονός ότι δεν γονάτισε και δεν πρόδωσε τον εαυτό του με τους αλλεπάλληλους θανάτους των οικογενειακών του προσώπων (36.8-9). Ο Πλούταρχος αποδίδει στη σωφροσύνη και όχι στην ατομική ανάγκη το γεγονός ότι πρότεινε ο Περικλής την κατάργηση του νόμου που αφορούσε τα νόθα παιδιά (37.2), καθώς είναι πιθανό το αίτημά του για κατάργηση του νόμου να απασχολούσε και άλλους συμπολίτες του που είχαν χάσει τους φυσικούς συνεχιστές του οίκου τους. Στη συνέχεια (38.4) ο Περικλής επισημαίνει ότι κανένας Αθηναίος πολίτης δεν φόρεσε εξαιτίας του μαύρα ρούχα.

Εδώ ο βιογράφος αναφέρεται στη φιλικότητα την επιείκεια και τη μεγαλοψυχία που τον διέκρινε στην αντιμετώπιση των αντιπάλων του, γιατί ουσιαστικά πολλοί Αθηναίοι φόρεσαν μαύρα εξαιτίας της πολιτικής του και γενικότερα της πολιτικής της σύγκρουσης. Παρόλη τη δύναμη που διέθετε και το αναγνωρισμένο κύρος που επεσκίαζε τους αντιπάλους του, κατάφερε κάτω από δύσκολες συνθήκες και συγκρούσεις να μην προξενήσει σε κανένα ανεπανόρθωτο κακό.

Τέλος, ο Πλούταρχος αποδέχεται και αιτιολογεί το χαρακτηρισμό Ολύμπιος για τον Περικλή (39.2) εφόσον οι αρετές του και η ακηλίδωτη ζωή του, ακόμα και όταν εξουσίαζε, ομοίαζαν με εκείνες των των θεών. Η αλήθεια των λεγομένων και των ισχυρισμών του βιογράφου επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι Αθηναίοι μετά το θάνατό του αναγνώρισαν πώς δεν υπήρχε πολιτικός του ύψους και του ήθους του Περικλή (39.3-4)

Ο Θουκυδίδης για τον Περικλή
Στην τελευταία του δημηγορία, ένα χρόνο μετά την εκφώνηση του Επιτάφιου, δια στόματος Θουκυδίδη ο Περικλής υπερασπίζεται την πολιτική και τη στρατηγική του (2.60.1), ενώ την ίδια στιγμή προσπαθεί να αναπτερώσει το ηθικό των Αθηναίων, (2.62.1). Η ενεργητική προσφορά του έμψυχου δυναμικού της πόλης είναι ένας ουσιαστικός παράγων για τη διατήρηση της πολεμικής ισχύος. Θεωρεί τον πόλεμο αναγκαίο κακό, εφόσον ο αντίπαλος είναι ιδιαίτερα διεκδικητικός (2.61.1), και ισχυρίζεται ότι είναι δειλία (2.61.4) το να μην επιλέγει κανείς τον πόλεμο όταν θίγονται τα συμφέροντα της πόλης.

Οι Αθηναίοι δεν έχουν το δικαίωμα να απεμπολήσουν την ηγεμονία της πόλης τους (2.63) και τούτο αποτελεί και το κομβικό σημείο της δημηγορίας. Ουσιαστικά, ο Περικλής παραδέχεται ότι η αθηναϊκή συμμαχία έχει γίνει πλέον ηγεμονία και ότι έχει προκαλέσει το μίσος των συμμάχων, αλλά την ίδια στιγμή μέμφεται τους πολιτικούς του αντιπάλους που αναζητούν ειρηνόφιλη πολιτική. Πολιτικά ρεαλιστής ο Περικλής αναγνωρίζει πιθανώς πως μόνον η διαρκής επίδειξη –έμμεση ή άμεση- της πολεμικής ισχύος μπορεί να διατηρήσει το ηγεμονικό status των Αθηνών, καθώς οι αποκαλούμενοι σύμμαχοι δεν είναι πλέον οικειοθελώς στο πλευρό της Αθήνας. Ωστόσο, προσπαθεί να μετριάσει την ωμότητα μιας τέτοιας παραδοχής, θεωρώντας την τυραννική εξουσία αναγκαστική και επικίνδυνη την οποιαδήποτε μορφής παραίτηση των Αθηνών από την ηγεμονική τους θέση. Οι Αθηναίοι είναι καταδικασμένοι να είναι ηγέτες και η πολεμική ισχύς τους εξαναγκάζει να μην μπορούν να επαναπαυθούν. Θέτει δηλαδή μια αμετάκλητη λογική, την οποία οι Αθηναίοι είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν εκ των περιστάσεων. Ο Περικλής και προφανώς ο ίδιος ο Θουκυδίδης θεωρούσε το μεγαλείο των Αθηνών ως αποτέλεσμα της ενεργητικής φύσης των συμπολιτών του και των στρατιωτικών δαπανών της –χρήματα και ναυτικόν. Σε αυτή την περίπτωση ο έλεγχος της αθηναϊκής ηγεμονίας και η πολεμική ισχύς της έχουν ως θεμέλιο τις οικονομικές δαπάνες, ιδιαίτερα για την ενίσχυση του αθηναϊκού στόλου, του κατ' εξοχήν πολεμικού μέσου για τη διατήρηση της αθηναϊκής ηγεμονίας.

Ο Περικλής ενισχύει τον εθνικό μύθο με την υπόσχεση ενός ένδοξου μέλλοντος και της υστεροφημίας των Αθηναίων (2.64.3) –γεγονός που ερμηνεύει εν μέρει τα κίνητρα για τη διατήρηση της πολεμικής ισχύος. Κατόπιν, αποτρέπει τους Αθηναίους από την αποστολή κηρύκων στους Λακεδαιμόνιους (2.64.6), φοβούμενος ότι μια τέτοια πράξη θα δείξει την λιποψυχία των Αθηναίων στον εχθρό και θα τον φέρει σε πλεονεκτική θέση. Η άρνηση για διαπραγμάτευση επί της ουσίας είναι στρατηγική επίδειξης πολεμικής ισχύος. Η διαπραγμάτευση είναι τμήμα της λογικής και της πρακτικής του ασθενέστερου και οι Αθηναίοι πάση θυσία πρέπει να αποφύγουν αυτή τη λογική.


Ο Αριστοφάνης για τον Περικλή
Γι' αυτό κι ο Ολύμπιος Περικλής οργίστη, κι ανατράνταζε όλη την Ελλάδα, έφτιαχνε νόμους σαν τραγούδια γραμμένους κι έλεε πως «οι Μεγαρίτες δεν έχουν πια δουλειά στην αγορά μας, στη θάλασσα, στη γη, στα χτήματά μας».




Προσωπική Ζωή
Το τέλος
Ο Περικλής είδε και τους δύο γιους του να πεθαίνουν από το φοβερό λοιμό που κατά το δεύτερο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου εξόντωσε το ένα τέταρτο του πληθυσμού της Αθήνας. Κατόπιν καθαιρέθηκε από το αξίωμα του στρατηγού και τιμωρήθηκε με πρόστιμο κατηγορούμενος για κακοδιαχείριση του δημόσιου χρήματος. Παρόλα αυτά επανεξελέγη στρατηγός ελλείψει ικανού άνδρα να αναλάβει τα ηνία μιας κλυδωνιζόμενης Αθήνας. Δεν μπόρεσε, όμως, να ολοκληρώσει τη θητεία του. Πέθανε λίγους μήνες αργότερα, θύμα και ο ίδιος του φοβερού λοιμού.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία
Crane, Gregory, Thucydides and the Ancient Simplicity: The Limits of Political Realism, University of California Press, (Berkeley, 1998).
Kallet-Marx, Lisa, Money, Expense, and Naval Power in Thucydides' History 1-5.24, University of California Press, (Berkeley, 1993).
Θουκυδίδης, Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμοι Α΄, Β΄, Γ΄ (μτφρ. Π. Ξιφαράς), Ι. Ζαχαρόπουλος, (Αθήνα, χ.χ.)
Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Περικλής-Φάβιος Μάξιμος, Κάκτος, (Αθήνα, 1993)

1/24/2010

Η δικαίωση του Ηροδότου



Ενας ένας οι «μύθοι» του ιστορικού της Αρχαιότητας βγαίνουν αληθινοί! Το πιο πρόσφατο παράδειγμα αφορά τους στρατιώτες του Πέρση βασιλιά Καμβύση που θάφτηκαν στην έρημο και ήρθαν τώρα στο φως μέσα από το συγκλονιστικό ταξίδι δύο δίδυμων ιταλών σκηνοθετών
                                                                                                                                                               ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗ

Με το τέλος του 2009 και το τέλος της δεκαετίας, σίγουρα όλοι έχουμε «πήξει» στις ανασκοπήσεις.
Αλλά αν, υποθετικά, τις «δούμε σε γρήγορη κίνηση» παράλληλα με εκείνες των 50 χρόνων πριν, θα εντοπίσουμε μία κύρια διαφορά οπτικής των ανθρώπων: τότε όλοι κοιτούσαν μπροστά, τώρα όλοι πίσω! Πώς θα το «δούμε»; Από το ότι τότε- στα χρόνια του Σπούτνικ- κυριαρχούσαν οι ταινίες και τα βιβλία επιστημονικής φαντασίας, γεμάτα από φαντασιώσεις για το διαστημικό μας μέλλον. Τώρα κυριαρχούν οι... αναπολήσεις του παρελθόντος. Όπως πολύ σωστά σημείωνε στο «Βήμα» της 15ης Νοεμβρίου 2009 η καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Χριστίνα Κουλούρη, «πρόκειται για τη “νοσταλγία του παρόντος”, σύμφωνα με τη διατύπωση του Fredric Jameson, όπου η στροφή προς τη μνήμη προσφέρει καταφύγιο μέσα σε έναν κόσμο γρήγορης και ευρείας αλλαγής, στο πλαίσιο του οποίου εξαφανίζονται τα σημεία αναφοράς και ανατρέπονται οι βεβαιότητες». Ψάχνουμε για «σταθερές αναφοράς», λοιπόν, ανατρέχοντας σε εποχές που έχει «στεριώσει» η ιστορία. Τότε που τα πράγματα εκτυλίσσονταν με μια σειρά και το κάθε τι είχε αίτιο και αιτιατό. Η καταγραφή αυτών των «σταθερών του χρόνου» ξεκίνησε, βεβαίως, από τον «πατέρα της Ιστορίας», τον Ηρόδοτο. Ήταν γόνος έλληνα αποίκου της Καρίας και γεννήθηκε το 485 π.Χ. στην Αλικαρνασσό. Θα ζούσε μια εύπορη και ήσυχη ζωή, αν δεν τον ξερίζωνε από την πατρίδα του η αντίσταση στην τυραννία. Ήταν 30 χρόνων όταν βρέθηκε να περιπλανιέται στα μέρη του τότε γνωστού κόσμου, από την Κύπρο ως τη Βαβυλωνία και από την Κριμαία ως την Αθήνα, την Αίγυπτο και την Κυρηναϊκή. Κατέληξε να ιδρύσει, μαζί με τον Πρωταγόρα, την αποικία των Θουρίων, στην Κάτω Ιταλία. Εκεί έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, γράφοντας τα όσα είχε δει και είχε ακούσει. Την «παγκόσμια Ιστορία» του οι αλεξανδρινοί μελετητές τη χώρισαν σε εννέα βιβλία και έδωσαν στο καθένα το όνομα μίας από τις εννέα Μούσες. Τα πέντε τελευταία βιβλία του περιέγραφαν αναλυτικά τους Περσικούς Πολέμους, αλλά τα τέσσερα πρώτα θεωρήθηκαν περισσότερο πολιτικό-γεωγραφικές πληροφορίες, μύθοι και ανέκδοτα για τους μακρινούς μας λαούς. Από αυτά πήγασε η «ρετσινιά» που τον ακολουθεί ως σήμερα: «ιστοριογράφος ναι, ιστορικός όχι». Άρα, αμφιβόλου αξιοπιστίας.
Η ετυμηγορία αυτή των ιστορικών για τον «πατέρα τους» θα παρέμενε ως μία ακόμη σταθερά, αν οι ανακαλύψεις των τελευταίων ετών δεν αποδείκνυαν του λόγου του το αληθές. Μάλιστα, η πιο πρόσφατη έγινε μόλις αυτόν τον μήνα και αφορούσε τη «χαμένη στρατιά του Καμβύση».

Ο στρατός που ζύγωσε τη Σίβα
Στο τρίτο βιβλίο του, το επονομασθέν «Θάλεια», ο Ηρόδοτος διηγείται πώς ο γιος του Κύρου του Μεγάλου, ο Καμβύσης Β Δ , ξεκίνησε το 525 π.Χ. να καταλάβει- μετά την Αίγυπτο- την υπόλοιπη Αφρική. Σχεδίασε, λέει, τρεις εκστρατείες: μία προς την Καρχηδόνα, μία προς τη Σίβα και μία προς την Αιθιοπία. Από τις Θήβες, όπου είχε καταλύσει, διέταξε τον στόλο του να κινηθεί προς την Καρχηδόνα και έστειλε ένα εκστρατευτικό σώμα 50.000 ανδρών στη Σίβα, με διαταγές να αιχμαλωτίσουν τον απείθαρχο λαό της και να κάψουν τον Ναό του Άμμων Δία. Αλλά «όταν οι Πέρσες ξεκίνησαν από την πόλη Όαση εναντίον των Αμμωνίων διασχίζοντας την έρημο και ήταν περίπου στα μισά της διαδρομής μεταξύ της πόλης τους και της Όασης, κατά τη διάρκεια του φαγητού φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και τους έθαψε όλους. Έτσι χάθηκαν...».
Αυτά έγραψε, αλλά κανείς μεταγενέστερος ιστορικός δεν τον πίστεψε. Πώς γίνεται να αφανιστεί ένας στρατός 50.000 ανδρών χωρίς κανείς άλλος να το αναφέρει εκτός από τον- μη αυτόπτη μάρτυρα- Ηρόδοτο; Επομένως... φαντασίωση. Παρά το «ανιστόρητο» του θέματος, όμως, τον Απρίλιο του 1874, ο περίφημος γερμανός αιγυπτιολόγος Χάινριχ Μπρουγκς Μπέι (Ηeinrich Βrugsch Βey) προήδρευσε μίας σύσκεψης στο Ιnstitut Εgyptien, όπου κυριάρχησε ως θέμα η «φανταστική» κατάληξη του στρατού του Καμβύση. Παρών στη σύσκεψη ήταν ο Γκέραρντ Ρολφ (Gerhard Rohlf), που μόλις είχε επιστρέψει από τη διάβαση της λιβυκής ερήμου ως τον Νείλο. Στην αναφορά του (Drei Μonate in der Libyschen Wuste, Κassel 1875, σελ. 332-334) ο Ρολφ είχε συμπυκνώσει όλες τις υποθέσεις για το ποια πορεία είχε ακολουθήσει αυτός ο αναπόδεικτος στρατός.

Οι ιταλοί σκηνοθέτες
Μια αμμοθύελλα κατάπιε τους 50.000 Πέρσες που πήγαιναν στη Σίβα, είπε ο Ηρόδοτος, αλλά κανένας δεν τον πίστεψε
Από τότε και ως τον μήνα αυτόν κανείς αρχαιολόγος δεν φαινόταν να ασχολείται με το θέμα. Κανείς, εκτός από δύο ιταλούς σκηνοθέτες ντοκυμαντέρ, τους δίδυμους Αντζελο και Αλφρέντο Καστιλιόνι (Α. & Α. Castiglioni). Άρχισαν να καταπιάνονται με αυτό από το 1996, όταν βρέθηκαν κοντά στη Σίβα ψάχνοντας για υπολείμματα σιδηρούχων μετεωριτών. Βρήκαν τυχαία μια μισοθαμμένη πήλινη στάμνα και υπολείμματα ανθρώπου, σε κάτι που έμοιαζε με καταφύγιο από αμμοθύελλα: ο ανιχνευτής μετάλλων του συνεργάτη τους γεωλόγου Αλί Μπακαράταπό το Πανεπιστήμιο του Καΐρου- είχε αρχίσει να χτυπάει επίμονα και ξέθαψαν ένα ασημένιο βραχιόλι, ένα σκουλαρίκι πολεμιστή, χάντρες από περιδέραιο, τη λαβή από ένα χάλκινο σπαθί και αρκετές αιχμές από βέλη. Ολα αναλύθηκαν με τη μέθοδο της θερμοφωταύγειας και βρέθηκαν να ανήκουν στην εποχή του Καμβύση!
Τα δύο αδέλφια εντρύφησαν τα επόμενα χρόνια στη βιβλιογραφία των δρομολογίων καραβανιών, προκειμένου να διασταυρώσουν αν όντως τα υπολείμματα ήταν από το θρυλούμενο εκστρατευτικό σώμα των Περσών. Βρήκαν ότι όντως υπήρχε ένας «νότιος δρόμος», αλλά και ότι αρχαίοι χάρτες της περιοχής έδειχναν εσφαλμένα τον Ναό του Αμμωνα να βρίσκεται 100 χιλιόμετρα νοτιότερα από την πραγματική θέση της όασης της Σίβας. Ακολούθησαν αυτόν τον αρχαίο δρόμο και βρήκαν «τεχνητά πηγάδια», φτιαγμένα από εκατοντάδες πήλινα αγγεία χωμένα στην άμμο. Ολα ηλικίας 2.500 ετών! Επειτα, το 2002, άκουσαν ιστορίες των Βεδουίνων για χιλιάδες κρανία και κόκαλα που ξέθαψε ο άνεμος πριν από δεκαετίες. Ακολούθησαν τις διηγήσεις τους και, στην τελευταία τους επίσκεψη στην έρημο, βρήκαν έναν μαζικό τάφο με εκατοντάδες ξασπρισμένους και διαλυμένους σκελετούς. Ανάμεσά τους, περσικά βέλη και ένα θηλύκι από χάμουρο αλόγου- ολόιδιο με αυτά που βλέπουμε σε τοιχογραφίες της Βαβυλώνας. Τα λείψανα αυτά είχαν αποκαλυφθεί από τυμβωρύχους, που είχαν προλάβει να πουλήσουν ένα όμορφο ξίφος σε... αμερικανούς τουρίστες.
Οι αδελφοί Καστιλιόνι ενημέρωσαν επίσημα τη Γεωλογική Υπηρεσία της Αιγύπτου για τα ευρήματά τους αλλά δεν πήραν απάντηση, οπότε προχώρησαν στη δημοσιοποίησή τους. Κατά το σκεπτικό τους, η «πόλη Οαση» του Ηροδότου είναι η τωρινή Χάργκα. Από εκεί ο στρατός του Καμβύση επέλεξε να ακολουθήσει την ξεχασμένη νότια διαδρομή, προκειμένου να επιτεθούν στη Σίβα από την αφύλαχτη πλευρά της. Επειτα από επταήμερη πορεία στην έρημο έφτασαν στο σημείο που ο χάρτης έδειχνε τη Σίβα, αλλά δεν γνώριζαν ότι βρίσκονταν ακόμη 100 χιλιόμετρα νότιά της. Τότε, το μεσημέρι, σηκώθηκε ο φοβερός ΝΑ άνεμος της ερήμου, ο Χαμσίν, που κάλυψε τον ουρανό με άμμο. Οι στρατιώτες προσπάθησαν απεγνωσμένα να βρουν κάποιο καταφύγιο, αλλά οι περισσότεροι θάφτηκαν ζωντανοί. Επέζησαν- για λίγο- όσοι βρήκαν κάποιο απάγκιο σε κάποιο βράχο, όπως εκείνος που οι Καστιλιόνι βρήκαν το 1996.


Λείπει η... άδεια!
Επιστημονικά το θέμα δεν έχει λήξει, καθώς η Αρχαιολογική Υπηρεσία της Αιγύπτου εξέδωσε ανακοίνωση όπου δηλώνει πως οι δύο αδελφοί δεν έχουν πάρει άδεια για αρχαιολογικές ανασκαφές, οπότε όσα λένε- οι ίδιοι και οι ιταλοί αρχαιολόγοι που τους υποστηρίζουν- πρέπει να θεωρούνται ανυπόστατα. Επί της ουσίας, όμως, είναι η δεύτερη φορά που βρίσκονται τα ίχνη του Καμβύση, έστω και από μη αρχαιολόγους: τον Σεπτέμβριο του 2000 μια ομάδα γεωλόγων από το αιγυπτιακό Πανεπιστήμιο Ηelwan δήλωσε ότι βρήκε ίχνη των άτυχων Περσών, όταν αποκάλυψε ανθρώπινα οστά και υλικά κατάλοιπα κατά τη διάρκεια ερευνών για πετρέλαιο στη Δυτική Ερημο.
Τέλος, για την ιστορία ή την ιστοριογραφία, ο Ηρόδοτος μάς περιέγραψε και την κατάληξη του ίδιου του Καμβύση: ηγήθηκε του τρίτου του εκστρατευτικού σώματος, προς την Αιθιοπία, σε μια «πορεία δίψας και πείνας». Αντί όμως να την υποστεί με το ψυχικό μεγαλείο που επέδειξε αργότερα ο Αλέξανδρος στη Γεδρωσία, ο Καμβύσης διέταξε να ρίξουν οι στρατιώτες του κλήρο, για να επιλεχθεί ένας ανά δέκα προς... κανιβαλισμό! Ακόμη όμως κι αυτή η φρικτή επιλογή δεν τους έσωσε, όπως και τον ίδιο τον Καμβύση. Μένει τώρα να βρούμε και τα δικά τους υπολείμματα, προς δόξαν του Ηροδότου.

ΥΓ.: Το βίντεο της ανεύρεσης των πρώτων στοιχείων από τους Καστιλιόνι θα το βρείτε στο Διαδίκτυο (www. youtube. com/watch? v=tzsi1LFΖV4w), όπως και την παρουσίαση της μελέτης τους από το Discovery Νews (www.youtube.com/watch? v=8ΕΝizFΥf96Υ). Γενικότερα, ένα εξαιρετικό βιβλίο για το έργο του Ηροδότου, καθώς και τις πραγματικές διαφοροποιήσεις του από εκείνο του Θουκυδίδη, είναι το «Τhe Classical Foundations of Μodern Ηistoriography», του Αrnaldo ΜomiglianoUniversity of California Ρress, 1992. Ενα άλλο, επίσης στα αγγλικά, που μας ταξιδεύει στα μέρη των περιηγήσεών του, είναι το «Τhe Way of Ηerodotus: Τravels with the Μan Who Ιnvented Ηistory», του Justin Μarozzi- Da Capo Ρress, 2008.

ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΜΥΘΟΙ ΠΟΥ ΒΓΗΚΑΝ ΑΛΗΘΙΝΟΙ
Η μαρμότα του Πακιστάν και του Κασμίρ λατρεύει τα μπισκότα της εποχής μας, αλλά... ξεσκονίζει αρχαιόθεν τα ψήγματα χρυσού (κάτω μέρος της εικόνας)
Ο κατάλογος των «τερατολογιών του Ηροδότου», που έκαναν τους νεότερους ιστορικούς να μειδιούν ειρωνικά, είναι μακρός. Γνωστότερη- και σημαντικότερη για την ιστορία μας - η απαρίθμηση των Περσών του Ξέρξη: ήταν 1.500.000 οι αντίπαλοι των 300 του Λεωνίδα ή... 100.000; Μάλλον απίθανο να βρεθεί ποτέ έγκυρη απάντηση στο ερώτημα, αλλά για πολλά άλλα ρηθέντα υπό του ιδίου έχουν αρχίσει να προκύπτουν συγκλονιστικές επιβεβαιώσεις.

Οι μούμιες
Η πρώτη αφορούσε το θέμα των μουμιοποιήσεων: οι φοιτητές Ιατρικής των πρώτων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων θεωρούσαν ανέκδοτο το ότι «στην Αίγυπτο υπήρχαν τρεις μέθοδοι μουμιοποίησης, ανάλογα με το βαλάντιο των συγγενών του νεκρού». Οπως όμως απέδειξαν οι κατοπινές «εισαγωγές» μουμιών από τους γάλλους, γερμανούς και άγγλους αιγυπτιολόγους, ο Ηρόδοτος είχε δίκιο.

Τα «μυρμήγκια» του χρυσού
Ανέκδοτο επίσης θεωρούσαν τη διήγησή του για το πώς ο Δαρείος αβγάτιζε τον χρυσό στο θησαυροφυλάκιό του: στα βουνά του σημερινού Πακιστάν, έλεγε, «γιγάντια μυρμήγκια με γούνα, μεγέθους λίγο μικρότερου από σκύλου, εξορύσσουν το χρυσάφι»! Είναι δυνατόν να πιστέψεις κάτι τέτοιο; Κι όμως. Οπως ανακάλυψε το 1996 ο γάλλος εθνολόγος Μισέλ Πεϊσέλ (Μichel Ρeissel), η φυλή Μινάρο του υψιπέδου Ντανσάρ συνεχίζει ακόμη και σήμερα να αντλεί χρυσό με τον ίδιο τρόπο. Το ίδιο ανακάλυψαν και αμερικανοί στρατιωτικοί όταν είδαν πακιστανούς στρατιώτες να επιστρέφουν από περιπολίες με τις χούφτες γεμάτες χρυσόσκονη. Ποιο ήταν το μυστικό; Μαρμότες! Αυτοί οι «υπερμεγέθεις σκίουροι» είχαν τις φωλιές τους σε κοιτάσματα χρυσού και συχνά-πυκνά τις... καθάριζαν. Εκείνο που θα είχε δικαιώσει τον Ηρόδοτο από αιώνες θα ήταν μια καλύτερη γνώση των ιστορικών για τη γλώσσα των Περσών: ονόμαζαν τις μαρμότες «μυρμήγκια του βουνού»!

Οι Αμαζόνες
Αριστερά, Αμαζόνα από ελληνικό αγγείο. Δεξιά, σκίτσο νέας της Οσετίας με παραδοσιακή στολή από προηγούμενους αιώνες- τότε που δεν επιτρεπόταν να παντρευτεί προτού... σκοτώσει έναν αρσενικό από αντίπαλη φυλή!
Πανάρχαιο «ιστορικό ανέκδοτο» ήταν επίσης η περιγραφή των Αμαζόνων. Αλλά... αν δεν υπήρξαν ποτέ, γιατί οι Ελληνες είχαν τέτοια εμμονή με την «Αμαζονομαχία»; Τελικά τον Οκτώβριο του 1994 το περιοδικό «Νational Geographic»κυκλοφόρησε με κύριο θέμα μια μούμια, που βρήκε η επικεφαλής ερευνών του Ινστιτούτου Αρχαιολογίας και Εθνογραφίας του Νοβοσιμπίρσκ Ναταλία Πόλοσμακ. Η μούμια βρέθηκε στο Καζακστάν, στα μέρη όπου εικάζεται η φύτρα των Ινδοευρωπαίων και όπου, στα χρόνια του Ηροδότου, κάλπαζαν οι Μασσαγέτες. Ανήκε σε μια γυναίκα που έφερε στο σώμα της πολεμικά τατουάζ (ο Ηρόδοτος έγραψε πώς οι Αμαζόνες σημάδευαν το κορμί τους για κάθε εχθρό που σκότωναν) και είχε ταφεί μαζί με τον... οπλισμό της. Από τότε, επτά ακόμη σωροί γυναικών με οπλισμό βρέθηκαν κοντά στη ρωσική πόλη Ποκρόβκα, χρονολογημένοι στην περίοδο 600 ως 200 π.Χ., αλλά και στη... Βρετανία, σε τάφους Σαρματών (Σαυροματών κατά τον Ηρόδοτο) που υπηρετούσαν ως μισθοφόροι στον ρωμαϊκό στρατό.

Οι Ετρούσκοι
Επόμενος «μύθος του Ηροδότου» ήταν η αφήγησή του περί Ετρούσκων: έλεγε ότι αποίκισαν την Ιταλία προερχόμενοι από τη Λυδία, του γνωστού βασιλιά Κροίσου, έπειτα από 18ετή λιμό. Με επικεφαλής τον Τυρρηνό, μπάρκαραν από την τωρινή Σμύρνη για την περιοχή Ούμπρια της Ιταλίας. Κανείς δεν έπαιρνε στα σοβαρά αυτή τη διήγηση έως ότου - το 1885- μια στήλη με Ετρουσκικά του 6ου αιώνα π.Χ. βρέθηκε... στη Λήμνο. Τελικά, στις 18 Ιουνίου του 2007, και έπειτα από έναν μαραθώνιο αναλύσεων DΝΑ του πληθυσμού της πρώην ετρουσκικής πόλης Μurlo της Ιταλίας, ο καθηγητής Αλμπέρτο Πιάτσα (Αlberto Ρiazza), του Πανεπιστημίου του Τορίνου, ενημέρωσε το ακροατήριο του ετήσιου συνεδρίου της Εuropean Society of Ηuman Genetics ότι «ο Ηρόδοτος είχε δίκιο».

Ο Φειδιππίδης
Μιλώντας για «μαραθώνιο», δεν αποφεύγουμε να θυμηθούμε ένα ακόμη ανέκδοτο των «Περσικών Πολέμων»: Οι ιστορικοί γελούσαν με το υπεράνθρωπο της κάλυψης της απόστασης Αθήνας- Σπάρτης (250 χλμ.) από τον Φειδιππίδη σε μόλις 36 ώρες. Το γέλιο κόπηκε στις 9 Οκτωβρίου του 1982, όταν μια παρέα... βρετανών αξιωματικών της RΑF επανέλαβε το επίτευγμα. Από το 1983, το Διεθνές Σπάρταθλον λαβαίνει χώρα με πολυεθνή συμμετοχή, αποδεικνύοντας στους «ερευνητές της πολυθρόνας» ότι οι «ελληνικοί μύθοι» αξίζουν προσεκτικότερη ανάγνωση... ιδιαίτερα όταν προέρχονται από τον «γραφικό» Ηρόδοτο!

Η θεωρία του πολέμου, ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία



Ο Poincare, ο μεγάλος Γάλλος μαθηματικός, είπε κάποτε ότι ο πόλεμος είναι πειραματική επιστήμη στην οποία δεν είναι δυνατόν να διεξαχθούν πειράματα. Τα περιθώρια για πειραματισμούς είναι ακόμα στενότερα σε χώρες όπως η Ελλάδα που, αν δούμε τα πράγματα έστω και σε μεσοπρόθεσμη απλώς ιστορική προοπτική, περπατούν πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Το λυπηρό παράδοξο σε ακροσφαλείς ιστορικές καταστάσεις συνοδευόμενες από διάχυτα παρακμιακά φαινόμενα είναι ότι η στρατηγική σκέψη θολώνει τόσο περισσότερο, όσο εντονότερα τη χρειάζεται ένα έθνος.

Όπως ο βαριά άρρωστος δεν αναρωτιέται τί θα κάμει σε δέκα χρόνια, αλλά αν θα βγάλει τη νύχτα, έτσι ο ιστορικά ανίσχυρος χαρακτηρίζεται από την έλλειψη μακρόπνοων συλλήψεων και την προσήλωση στα άμεσα δεδομένα· η διαφορά ανάμεσα σ’ όποιον χαροπαλεύει βιολογικά και σ’ όποιον αποσυντίθεται ιστορικά είναι βέβαια ότι η προσήλωση του πρώτου στα άμεσα δεδομένα εμφανίζεται ως προσπάθεια υπέρβασης ενός πόνου, ενώ του δεύτερου ως κοντόθωρη ευδαιμονιστική επιδίωξη. Η τάση άρνησης ή απώθησης των μακροπρόθεσμων παραγόντων και εξελίξεων, δηλαδή των δεδομένων της πολιτικής υπό την αντικειμενική έννοια του όρου, δυναμώνει όταν τα δεδομένα αυτά θίγουν νευραλγικά ψυχολογικά σημεία, με άλλα λόγια τις εθνικές αυταρέσκειες και ψευδαισθήσεις. Υπό την επήρειά τους συνήθως υπερτιμάται η σημασία των τομέων, στους οποίους υπερέχει πραγματικά ή φανταστικά η Ελλάδα (π .χ. θεωρείται ουσιώδες πολιτικό και ιστορικό πλεονέκτημα ότι η Ελλάδα είναι χώρα «ευρωπαϊκή» και «δημοκρατική», ενώ η Τουρκία «οθωμανική», «βάρβαρη», «φασιστική» κ.τ.λ.), και ταυτόχρονα η ισχύς ή οι επιτυχίες της άλλης πλευράς αποδίδονται κατά σύστημα στην εύνοια των Μεγάλων, στον ανθελληνισμό της Δύσης κ.ο.κ. [...]

Η συμπλοκή των δύο συνθετικών στον όρο «γεωπολιτική» δεν υποδηλώνει μιαν αναγκαία αιτιώδη συνάφεια, δεν σημαίνει ούτε ότι η πολιτική καθορίζει οπωσδήποτε τη γεωγραφία (αν και μερικές φορές την επηρεάζει ουσιαστικά, όπως όταν π.χ, διανοίγει τη διώρυγα του Σουέζ ή του Παναμά) ούτε ότι η γεωγραφία καθορίζει οπωσδήποτε την πολιτική (αν και εδώ η επιρροή μπορεί να είναι ουσιώδης, π.χ. νησιωτική θέση της Μεγάλης Βρετανίας). Σημαίνει πολύ περισσότερο ότι η πολιτική δεν μπορεί παρά να αναπτύσσεται σε στενή συνάφεια με έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, και στην Ιστορία εναπόκειται να αποφασίσει με ποιάν έννοια και ποιάν απόκλιση θα καταστεί αμφίδρομη η σχέση αυτή. Ώστε στο ευρύτερο επίπεδο γενικότητας μπορούμε να ορίσουμε το γεωπολιτικό δυναμικό ως την ιστορικο-κοινωνική παρουσία ενός συλλογικού υποκειμένου που με την πολιτική και λοιπή δυναμική του γεμίζει ορισμένο γεωγραφικό χώρο. Με αυτήν την έννοια, το γεωπολιτικό δυναμικό της ελληνικής πλευράς αποτυπωνόταν κατά τον 19ο αιώνα, και ίσαμε το σημαδιακό έτος 1922, πολύ περισσότερο στο έθνος παρά στο κράτος. Το έθνος ήταν κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος, απλωνόταν από την Ουκρανία ως την Αίγυπτο κι από τις παρακαυκάσιες χώρες ως τις ακμαίες παροικίες των Βαλκανίων και της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης. Το κράτος ζητούσε να επεκταθεί, για να κλείσει μέσα του τουλάχιστον όσα τμήματα του έθνους βρίσκονταν εκάστοτε στις παρυφές του, και αυτό το κατόρθωσε, μετά την ένωση των Ιονίων Νήσων, προ παντός με τους Βαλκανικούς Πολέμους, φτάνοντας σε μιαν ανεπανάληπτη κορύφωση το 1920.

Έκτοτε αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση, που διαρκεί ως σήμερα. Το έθνος συνέπεσε εν τέλει με το κράτος όχι γιατί το κράτος διευρύνθηκε, αλλά γιατί το έθνος ακρωτηριάσθηκε καί συρρικνώθηκε, γιατί αφανίσθηκε ή εκτοπίσθηκε ο ελληνισμός της Ρωσίας (μετά το 1919), της Μικράς Ασίας (μετά το 1922), των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής (ιδίως μετά το 1945). Ακολούθησε η εκδίωξη του ελληνισμού από την Κωνσταντινούπολη (1955) και την βόρειο Κύπρο (1974), ενώ σήμερα παρευρισκόμαστε μάρτυρες της αποσύνθεσης και της μαζικής φυγής του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Πρόκειται για μιαν εξαιρετικά πυκνή αλυσίδα εθνικών καταστροφών μέσα σε διάστημα ελάχιστο από ιστορική απόψη -εβδομήντα μόλις χρόνια. Και οι καταστροφές αυτές δεν επιδέχονται αναπλήρωση ή αντιστάθμιση. Οι σημερινές ελληνικές παροικίες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αυστραλίας βρίσκονται τόσο μακριά και μέσα σε κοινωνίες τόσο διαφορετικές, ώστε μάλλον χρειάζονται την ενίσχυση του ελληνικού κράτους προκειμένου να διατηρούν δεσμούς μαζί του παρά είναι οι ίδιες σε θέση να του δώσουν ουσιαστική υλική ενίσχυση ή πνευματική ώθηση. Οι εργατοϋπάλληλοι του Σίδνεϊ δεν είναι οι Μπενάκηδες και οι Καβάφηδες της Αλεξάνδρειας, ούτε μπόρεσαν ποτέ οι λεγόμενοι Ελληνοαμερικανοί να ασκήσουν στην τωρινή πατρίδα τους καθοριστική επιρροή υπέρ των συμφερόντων του ελληνικού κράτους και έθνους.

Ας κλείσουμε αυτή την άκρως συνοπτική ανασκόπηση με τη θλιβερότερη ίσως διαπίστωση. Το ελληνικό κράτος δεν στάθηκε σε καμμία φάση ικανό να προστατεύσει αποτελεσματικά τον ευρύτερο ελληνισμό και να αναστείλει τη συρρίκνωση ή τον αφανισμό του. Απεναντίας μάλιστα, το 1974 την καταστροφή την προκάλεσε, άμεσα τουλάχιστον, η ολέθρια πραξικοπηματική ενέργεια που προήλθε από τη μητροπολιτική Ελλάδα. Και αν αυτά τα έκαμαν οι δικτάτορες, οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις σίγουρα δεν έχουν λόγους να είναι υπερήφανες για τη χλιαρή έως ανύπαρκτη αντίδρασή τους απέναντι στον ξεριζωμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Η αποδεδειγμένη ανικανότητα του ελληνικού κράτους να υπερασπίσει το ελληνικό έθνος -δηλαδή να επιτελέσει την κατ’ εξοχήν αποστολή του- συνιστά τον ανησυχητικότερο οιωνό για το μέλλον. Γιατί ήδη το ελληνικό κράτος βαθμηδόν φανερώνεται ανήμπορο να προστατεύσει ακόμα και το έθνος που βρίσκεται εντός των συνόρων του.

Ενώ το ελληνικό έθνος συρρικνωνόταν ακατάπαυστα για να συμπέσει με ένα κράτος, του οποίου τα σύνορα είχαν ουσιαστικά διαμορφωθεί ήδη από το 1913, η Τουρκία διήνυσε τον αντίθετο ακριβώς δρόμο: τα σύνορα του οθωμανικού κράτους συρρικνώθηκαν για να συμπέσουν λίγο-πολύ, την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με τα σύνορα, μέσα στα όποια όφειλε να ζήσει στο έξης το τουρκικό έθνος. Χάρις στη μεγάλη προσωπικότητα του Κεμάλ, η απότομη και οδυνηρή αυτή μετάβαση όχι μόνο δεν συνεπέφερε τον πολιτικό κατακερματισμό, αλλά απεναντίας συνδέθηκε μ’ ένα μεταρρυθμιστικό έργο, μ’ ένα νέο αίσθημα ανάτασης καί με μια νέα συλλογική μυθολογία, απ’ όπου η Τουρκία μπορεί ν’ αντλεί άμεσα ακόμα και σήμερα, πάνω από μισόν αιώνα αργότερα. Από την άλλη μεριά, παρέμειναν ενεργά ζωτικά κατάλοιπα οθωμανισμού, διάχυτα και από καιρό σε καιρό πιεστικά ρεύματα μουσουλμανικού λαϊκισμού, προβλήματα μειονοτήτων, ανισομέρειες περιφερειακές και αγκυλώσεις κοινωνικές -και όλα αυτά συνιστούσαν και συνιστούν ένα αντιφατικό πλέγμα.

Θα ήταν όμως μεγάλο λάθος να θεωρήσει κανείς τις εσωτερικές αντιφάσεις και διαμάχες, που σημαδεύουν βαθιά το τουρκικό έθνος, ως παράγοντα με αναγκαστικά αρνητική επίδραση πάνω στο γεωπολιτικό του δυναμικό. Ο Machiavelli, που ασφαλώς κάτι γνώριζε από πολιτική, υπογράμμιζε ότι την αδιάκοπη επέκταση της Ρώμης προς τα έξω την προκαλούσαν οι συνεχείς διενέξεις μεταξύ πληβείων και πατρικίων στο εσωτερικό, ακριβώς δηλαδή ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί η αγιάτρευτη πληγή της πόλης. Ώστε οι εσωτερικές τριβές και αντιφάσεις σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις θέτουν σε κίνηση μια χειμαρρώδη επεκτατική ορμή. Αν αυτό γίνει πράγματι, τότε ό,τι στα προκατειλημμένα μάτια των «εκσυγχρονισμένων» και «πολιτισμένων» «δημοκρατών» εμφανίζεται ως «υπανάπτυξη» καί άρνηση της «κοινωνίας των πολιτών», μεταβάλλεται σε ιδεώδες μείγμα για την άσκηση επιθετικής εξωτερικής πολιτικής με όλα τα μέσα. Μάζες μισοχορτασμένων ή μισοπεινασμένων, ικανών να φανατισθούν και να πεθάνουν, ζυμωμένων ακόμα με τις πατριαρχικές αξίες· μάζες τέτοιες, καθοδηγούμενες από ξεσκολισμένες, μακροπρόθεσμα και ψυχρά σκεπτόμενες διπλωματικές και στρατιωτικές ελίτ, αποτελούν όργανο επέκτασης πολύ προσφυέστερο από ένα πλαδαρό κοινωνικό σώμα αιωρούμενο γύρω από τον μέσο όρο μιας γενικής ευημερίας, όπου ύψιστη αποστολή της πολιτικής ηγεσίας είναι ακριβώς να εγγυάται τη διατήρηση αυτού του μέσου όρου και αυτής της πλαδαρότητας. Σε σχέση με τη σημερινή Τουρκία, είναι πρακτικά αδιάφορο σε ποιο χωνευτήρι θα συντηχθούν οι αντιφάσεις, σε ποια κοίτη θα μπουν και με ποια πρόσημα θα προβάλουν, αν δηλαδή θα πάρουν μάλλον ισλαμική, μάλλον στρατιωτικοκεμαλική ή μάλλον οικονομικοπολιτική («δυτική») χροιά.

Μπροστά στην επεκτατική εκδίπλωση του γεωπολιτικού δυναμικού όλα αυτά είναι επιφανειακά και συμβεβηκότα, πολύ περισσότερο γιατί, όποια ελίτ κι αν πάρει στα χέρια της μακροπρόθεσμα τα ηνία, για να προσελκύσει κατά το δυνατόν ευρύτερες μάζες θα καταφύγει σ’ έναν ελαστικό ιδεολογικό εκλεκτισμό. Οι «κεμαλιστές» στρατιωτικοί, oι οποίοι το 1997 καταπολεμούν τον «ισλαμισμό» φοβούμενοι ότι δεν μπορούν πλέον να τον ελέγξουν, ενθάρρυναν μετά το πραξικόπημα του 1980 μετριοπαθείς θρησκευτικές τάσεις θέλοντας να τις χρησιμοποιήσουν ως αντίβαρο εναντίον του αριστερού ριζοσπαστισμού· το ίδιο έκανε κι ο πρωθυπουργός Οζάλ λίγο αργότερα, παρά τον κατά τα αλλά φιλελεύθερο-οικονομιστικό προσανατολισμό του.

Γενικά, οι εσωτερικές αντιφάσεις επιδρούν παραλυτικά στους ανίσχυρους, ενώ αποδεσμεύουν επεκτατικές δυνάμεις σε όσους έχουν εκ των πραγμάτων ένα τέτοιο γεωπολιτικό δυναμικό, ώστε δεν τους απομένει παρά το άλμα ή η φυγή προς τα εμπρός. Με άλλα λόγια: τα βαθύτερα στρώματα της ιστορικής και κοινωνικής ύπαρξης ενός συλλογικού υποκειμένου προσδιορίζουν το πώς θα λειτουργήσουν oι εσωτερικές του αντιφάσεις. Στη σημερινή Τουρκία δρουν αχαλίνωτες στοιχειακές δυνάμεις, που ωθούν τις εσωτερικές αντιφάσεις προς την επέκταση. Και πρώτη ανάμεσά τους είναι η πληθυσμιακή έκρηξη, της οποίας τα βασικά δεδομένα θα συγκεφαλαιώσουμε στη διαχρονική τους εξέλιξη και σε αντιπαράθεση με τα αντίστοιχα ελληνικά.

Λίγο μετά την εγκατάσταση της Τουρκίας και της Ελλάδας στα σημερινά τους περίπου σύνορα και επίσης μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών η Ελλάδα είχε 6.200.000 κατοίκους (απογραφή 1928) και η Τουρκία 13.600.000 (απογραφή 1927), ήτοι πάνω-κάτω τους διπλάσιους. Μόλις σε διάστημα μιας γενεάς η διαφορά αυτή διπλασιάστηκε: η Ελλάδα είχε πληθυσμό 8.400.000 κατοίκων (απογραφή 1961) και η Τουρκία 31.100.000 (απογραφή 1964), ήτοι σχεδόν τετραπλάσιο. Μετά από μίαν ακόμη γενεά η Ελλάδα έχει πληθυσμό 10.200.000 (απογραφή 1991), ενώ η Τουρκία έχει ξεπεράσει τα 62.000.000: η διαφορά έχει περάσει το εξαπλάσιο, και ακόμα κρισιμότερη είναι η διαφορά των ρυθμών της αύξησης (σ.σ.: με την απογραφή του 2008, ο πληθυσμός της Τουρκίας έχει ξεπεράσει τα 70.000.000, ενώ της Ελλάδος σύμφωνα με την απογραφή του 2001, είναι περίπου 11.000.000). Ενώ στην Ελλάδα η δημογραφική απίσχνανση καθίσταται ενδημικό φαινόμενο με ήδη αισθητές συνέπειες για την οικονομία και την άμυνα, στην Τουρκία ο πληθυσμός αυξάνεται τουλάχιστον κατά 2% τον χρόνο (το 1993 π.χ. oι γεννήσεις ήσαν το 2,7% επί του συνόλου και οι θάνατοι το 0,7%. Έτσι, από τους 56.500.000 κατοίκους της απογραφής του 1990 φτάσαμε στους σημερινούς 61-62.000.000). Αυτό σημαίνει ότι κάθε χρόνο προστίθενται πάνω από 1.000.000 άνθρωποι στο ενεργητικό της χώρας -μια ολόκληρη Ελλάδα κάθε 7-8 χρόνια! Γύρω στο 2020 η Τουρκία θα έχει φτάσει ή και ξεπεράσει τα 100.000.000, δηλαδή το σημερινό εξαπλάσιο θα έχει γίνει δεκαπλάσιο, ενώ παράλληλα η Ελλάδα, έχοντας μετατραπεί εν τω μεταξύ πλήρως σε χώρα ηλικιωμένων, θα δέχεται ισχυρότατη δημογραφική πίεση και από μίαν άλλη, όχι οπωσδήποτε φιλική πλευρά. Ο αλβανικός πληθυσμός, ο οποίος σήμερα αριθμεί συνολικά σχεδόν 6.000.000 στην Αλβανία, στο Κοσσυφοπέδιο, στο Μαυροβούνιο και στην πρώην Δημοκρατία της Μακεδονίας, θα έχει γίνει τουλάχιστον ισάριθμος με τον ελληνικό πληθυσμό· η Αλβανία είναι άλλωστε η μόνη ευρωπαϊκή χώρα, της οποίας ο πληθυσμός μεταπολεμικά σχεδόν τριπλασιάστηκε, περνώντας από 1.250.000 το 1945 σε 3.400.000 σήμερα. [...]

Μόνον εκεί όπου κοχλάζει νεανικό αίμα γεννιούνται ιδέες ικανές να κινητοποιήσουν μάζες, όσο «πρωτόγονες» κι αν φαίνονται οι ιδέες αυτές στα μάτια δημογραφικά φθινόντων γειτόνων εκλεπτυσμένων από την ξαφνική ευζωία ή διανοουμένων που εξ επαγγέλματος παράγουν ιδεολογίες του ειρηνιστικού ευδαιμονισμού υπό τις διαφορετικότερες μορφές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαδικασία αυτή είναι και θα παραμείνει πηγή εσωτερικών αντιφάσεων και συγκρούσεων, ότι δηλαδή στο προβλεπτό μέλλον η Τουρκία θα συνεχίζει να συγκλονίζεται από μιαν διαρκή εσωτερική αναταραχή. Αλλά είπαμε ήδη πώς θα λειτουργήσουν κατά πάσαν πιθανότητα οι αντιφάσεις και οι ταραχές αυτές προς τα έξω, και η θέση μας επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι όλες οι συγκρουόμενες πλευρές, καθώς ανατιμάται συνεχώς το γεωπολιτικό δυναμικό της χώρας, συγκλίνουν σε μιαν κοινή αντίληψη περί τουρκικής αποστολής και τουρκικού μεγαλείου, οπότε η σύγκρουσή τους αναφέρεται στο ερώτημα: κάτω από ποια σημαία (ταυτότητα) εξυπηρετείται καλύτερα αυτή η αποστολή και ποιος είναι ο καταλληλότερος να την κρατήσει ψηλά;

Μέσα στη διελκυστίνδα αυτή, στη μιαν άκρη της οποίας βρίσκεται ο εθνικιστικός κοινός παρονομαστής και στην άλλη η διαμάχη για την άρθρωση και την εκπροσώπησή του, και πάνω στο έδαφος των κοινωνικών παρενεργειών της πληθυσμιακής έκρηξης και των συνακόλουθων οικονομικών μετασχηματισμών συντελείται η υπερεκχείλιση του γεωπολιτικού δυναμικού αναζητώντας διεξόδους σε ευρύτερους χώρους. Αυτή ακριβώς είναι η κρίσιμη ιστορική διαφορά ανάμεσα στη σημερινή Ελλάδα και στη σημερινή Τουρκία. Η πρώτη, αφ’ ότου το έθνος συνέπεσε ουσιαστικά με το κράτος, δεν έχει ζωτικούς ιστορικούς και πολιτικούς στόχους έξω από τα σύνορά της, της λείπει δηλαδή ακριβώς ό,τι κρατά ένα συλλογικό πολιτικό υποκείμενο σε ένταση καί εγρήγορση υποχρεώνοντάς το να υπερβαίνει αδιάκοπα τον εαυτό του (όπως π.χ. έγινε στους Βαλκανικούς Πολέμους). Τέτοιοι στόχοι δεν είναι ούτε οι μάχες οπισθοφυλακής για το Κυπριακό, όπου συχνότατα η ανάγκη μετατρέπεται σε φιλοτιμία, ούτε η «Ευρωπαϊκή ένταξη», η οποία στην ουσία της δεν είναι παρά η διαφοροτρόπως καρυκευμένη και μεταμφιεσμένη επιθυμία άλλοι να μας ταΐζουν και άλλοι να φυλάνε τα σύνορά μας. Ακριβέστερα: αυτά όλα θα μπορούσαν ν’ αποτελούν επί μέρους εθνικές επιδιώξεις υπό την προϋπόθεση ενός σφύζοντος γεωπολιτικού δυναμικού· υπό τις συνθήκες της γεωπολιτικής συρρίκνωσης είναι απλά υποκατάστατα και κατά μέγα μέρος σκιαμαχίες.

Και ενώ οι ελληνικοί εθνικοί στόχοι έχουν de facto περιορισθεί σε μια παθητική αυτοσυντήρηση, όπου διάφορες ρητορικές εξάρσεις εκπληρώνουν την ψυχολογική λειτουργία της υπεραναπλήρωσης, η Τουρκία -ανισομερής, αντιφατική, εν πολλοίς άμορφη ακόμα, αλλά με ακμαίες πηγές στοιχειακής γεωπολιτικής ενέργειας- κοιτάζει αδιάκοπα πέρα από τα σύνορά της μέσα σε ευρύτατους χώρους, προς τους οποίους την ωθούν πολύ νωπές και ενεργές ηγεμονικές μνήμες καθώς και ζωντανές ακόμα φυλετικές, γλωσσικές και ιστορικές συγγένειες. Ανάμεσα στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν και στο άμεσο παρόν μπορούν έτσι να στηθούν εύκολα γέφυρες, ενώ η ελληνική παράδοση χρειάζεται πολύ περισσότερες τονωτικές ενέσεις και διασταλτικές ερμηνείες για να στηρίξει σημερινά χειροπιαστά πολιτικά desiderata. Αυτό βέβαια δεν το ξέρουμε εμείς, όμως το βλέπουν πολλοί άλλοι. [...]

Ο μεγαλύτερος μελλοντικός κίνδυνος για την Τουρκία -και η μεγαλύτερη, αν όχι η μοναδική ελπίδα για την Ελλάδα- έγκειται στο ενδεχόμενο της ανάδυσης δυνάμεων ικανών να συναγωνισθούν την αμερικανο-τουρκική επιρροή τόσο στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία όσο και στα Βαλκάνια. Μονάχα μια ισχυρή εθνικιστική και επεκτατική Ρωσία θα μπορούσε να αποτελέσει δραστικό φραγμό των τουρκικών φιλοδοξιών στα Βαλκάνια (όπου θα αναζωπυρώνονταν οι παλαιοί ρωσικοί δεσμοί με τη Σερβία και τη Βουλγαρία) και στην Ανατολή (όπου επίσης θα ενεργοποιούνταν ο παλαιός αντιτουρκικός άξονας Ρωσίας καί Ιράν). Είναι άγνωστο αν αυτό το ενδεχόμενο θα επισυμβεί ή αν η Ρωσία θα τελματωθεί μακρόχρονα. Πάντως μια «φιλελευθεροποίησή» της με την έννοια της προσαρμογής της στα αμερικανικά πρότυπα και στις αμερικανικές επιθυμίες πιθανότατα θα σήμαινε την αποθράσυνση της Τουρκίας και τη χαριστική βολή για την ουσιαστική, αν όχι και για την τυπική ανεξαρτησία της Ελλάδας. Όσοι σκέφτονται φιλελεύθερα και οικονομιστικά ασφαλώς θα δυσκολευθούν πολύ να το καταλάβουν αυτό, όμως είναι αλήθεια. Μια Ρωσία που θα έμπαινε βαθμηδόν στο πετσί της παλιάς Σοβιετικής Ένωσης -αυτό είναι το πραγματικό φόβητρο της Τουρκίας, και όχι αντίπαλοι όπως οι δύσμοιροι Κούρδοι, που σε καμμιά στιγμή δεν απείλησαν ούτε κατ’ ελάχιστο τον τουρκικό στρατό, μάλλον του χρησιμεύουν για να κάνει τις πολεμικές του ασκήσεις και να παραμένει εμπειροπόλεμος. [...]

Το στοιχειώδες και συνάμα καθοριστικό γεωγραφικό δεδομένο είναι διττό. Αφ’ ενός η έκταση της τουρκικής επικράτειας είναι εξαπλάσια από την ελληνική, αφ’ έτερου συνιστά σχεδόν εξ ολοκλήρου (δηλαδή με εξαίρεση το μικρό ευρωπαϊκό τμήμα της Τουρκίας) χώρο συμπαγή και ολότμητο, ενώ ο ελληνικός χώρος (και μάλιστα η κρίσιμη ως θέατρο πολέμου περιοχή ολόκληρου του Αιγαίου καθώς και η βόρεια Ελλάδα από τον Έβρο μέχρι τη Θεσσαλονίκη) αποτελείται από κατεσπαρμένα και μεμονωμένα εδάφη (νησιά) ή στενές λωρίδες. Το στρατηγικό πλεονέκτημα που δίνει η τέτοια κατανομή του χώρου στην τουρκική πλευρά είναι προφανές. Ο κατακερματισμένος ελληνικός χώρος μπορεί να καταληφθεί και να κρατηθεί κατά τμήματα, ακόμα και πολύ μικρά· ο εχθρός δεν είναι υποχρεωμένος να εμπλακεί στην πολεμική περιπέτεια κατάληψης ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας προκειμένου ν’ αποσπάσει ένα τμήμα της, όποιο θέλει ή εν πάση περιπτώσει όποιο μπορεί· αφού καταλάβει ένα τμήμα, έχει τη δυνατότητα, εφ’ όσον υπερέχει στρατιωτικά, να εδραιώσει την καινούργια κατάσταση, δημιουργώντας σε σχετικά σύντομο διάστημα τετελεσμένα γεγονότα. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα (με ελάχιστες παρήγορες εξαιρέσεις, για τις όποιες θα μιλήσουμε παρακάτω) να αποσπάσει από τον μεγάλο και συμπαγή τουρκικό γεωγραφικό όγκο ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι χωρίς να περιπλακεί, mutatis mutandis, στο τραγικό δίλημμα του 1922. Εάν π.χ. για λόγους αντιπερισπασμού συγκροτούσε προγεφυρώματα στον παράκτιο μικρασιατικό χώρο, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις θα μπορούσαν ακόμα και να τ’ αγνοήσουν εντελώς, στρεφόμενες εναντίον τους μόνον αφού θα είχε πια κριθεί η έκβαση στα κύρια θέατρα του πολέμου· γιατί τέτοια προγεφυρώματα έτσι κι αλλιώς θ’ αποκόπτονταν ή δεν θα κατάφερναν να εδραιωθούν μακροπρόθεσμα, αποτελώντας εφαλτήρια για περαιτέρω διείσδυση. Η κατάληψη τουρκικών εδαφών από ελληνικής πλευράς προσκρούει στο βάθος του χώρου, όχι όμως και η κατάληψη ελληνικών εδαφών από τουρκικής πλευράς.

Πώς μπορεί η Ελλάδα να εξουδετερώσει, σε περίπτωση πολέμου, τα σοβαρά γεωγραφικά της μειονεκτήματα; Θα γίνει επισήμανση σε τέσσερα σημεία, χωρίς να εννούνται ούτε ως αναβαθμοί μιας κλιμάκωσης ούτε ως στόχοι ιεραρχημένοι σύμφωνα με τη στρατηγική τους σημασία -μολονότι τα δύο τελευταία πρέπει να υπογραμμισθούν ιδιαίτερα, ωστόσο μόνον η ενεργή συνύπαρξη και των τεσσάρων μπορεί να δώσει στην ελληνική πλευρά αξιόλογες πιθανότητες νίκης. Όπως είναι αυτονόητο, η ανάλυση αυτή περιορίζεται σε θεμελιώδη στρατηγικά μεγέθη και απλώς θίγει, όπου αυτό φαίνεται απαραίτητο, επιχειρησιακές επόψεις (δηλαδή μείζονες στρατιωτικές ενέργειες μέσω της σύμπραξης περισσότερων μονάδων), ενώ το τακτικό επίπεδο δεν συζητείται καθόλου, ούτε και μπορεί να συζητηθεί άλλωστε: γιατί σε μια γενική πολεμική σύρραξη Τουρκίας και Ελλάδας δεν θα υπήρχε ένα και μόνο πεδίο μάχης, πάνω στο οποίο, αν το υπέθετε κανείς γνωστό εκ των προτέρων, θα υπολογίζονταν λεπτομερώς oι κινήσεις των εμπολέμων, αλλά διάφορα ευρύτερα θέατρα πολέμου με ουσιώδεις διαφορές μεταξύ τους.

Ας αρχίσουμε από το ζήτημα των πιθανών εδαφικών απωλειών και κερδών, καθώς φαίνεται προφανές ότι η τουρκική πλευρά θα συνδέσει την αιτιολόγηση και τη διεξαγωγή του πολέμου εκ μέρους της με εδαφικές διεκδικήσεις. Αν αυτό ευσταθεί, τότε η ελληνική πλευρά θα έκανε πολύ άσχημα να περιορισθεί στην υπεράσπιση των προσβαλλόμενων εδαφών της. Αν αυτά ήσαν περισσότερα του ενός και αν δεν ήταν δυνατή η επιτυχής υπεράσπιση όλων τους, τότε oι Τούρκοι θα είχαν στο τέλος ένα καθαρό κέρδος, έστω και αν αυτό ήταν μικρό ή εκ των υστέρων φαινόταν «δυσανάλογο» (η έννοια είναι βέβαια σχετική) προς τις αντίστοιχες θυσίες. Γι’ αυτόν τον λόγο η ελληνική πλευρά πρέπει κατά το δυνατόν να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη, είτε ως αντιστάθμισμα για μόνιμες δικές της απώλειες είτε ως πιθανό αντάλλαγμα σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις. Το πού πρέπει να αναζητηθούν τα κέρδη αυτά, με δεδομένο τον κατά βάση συμπαγή και ολότμητο χαρακτήρα του τουρκικού εθνικού χώρου, μας το δείχνει μια γρήγορη επισκόπηση των τριών πιθανών θεάτρων του πολέμου: της Θράκης, του Αιγαίου και της Κύπρου. Στη Θράκη, ή μάλλον στον Έβρο, η πυκνή συγκέντρωση στρατευμάτων και από τις δύο πλευρές σημαίνει ότι όποιος καταφέρει να διασπάσει πρώτος τις αντίπαλες γραμμές θα έχει τη δυνατότητα να αποκόψει αμέσως, μ’ έναν κυκλωτικό ελιγμό σχεδόν επί τόπου, μεγάλες εχθρικές μονάδες. Όμως αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος, για τον οποίο οι ελληνικές δυνάμεις θα πρέπει εξ αρχής να επιδιώξουν με κάθε θυσία (και η πυκνή συγκέντρωση θα απαιτήσει κατά πάσα πιθανότητα σοβαρές θυσίες) τη διάσπαση του εχθρικού μετώπου και να μην αρκεσθούν σε μιαν παθητική άμυνα. Μια γρήγορη προέλαση τεθωρακισμένων μονάδων στην Ανατολική Θράκη, την οποία ευνοεί το πεδινό έδαφος και οι περιορισμένες αποστάσεις, θα μπορούσε να αποφέρει στην Ελλάδα το σημαντικότερο πιθανό αντίβαρο απέναντι σε οποιεσδήποτε εδαφικές απώλειες σε άλλες περιοχές. Πράγματι, πουθενά άλλου εκτός από τη Θράκη η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα αξιόλογης κατάκτησης εδαφών, οσοδήποτε περιορισμένη κι αν κρίνει κανείς αυτή τη δυνατότητα· πάντως υπάρχει, κι αφού είναι η μόνη πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο καί με συνέπεια. Στο θέατρο του Αιγαίου, καθώς είπαμε, δεν έχει κανένα νόημα η προσπάθεια δημιουργίας προγεφυρωμάτων στη μικρασιατική ακτή, έστω κι αν τα προγεφυρώματα αυτά θα μπορούσαν να κρατηθούν για λίγο, η μόνη ενέργεια, η οποία θα μπορούσε ν’ αποφέρει εδώ εδαφικά οφέλη, θα ήταν μια κατάληψη της Ίμβρου και της Τενέδου, υπό την προϋπόθεση ότι το ελληνικό ναυτικό θα ήταν σε θέση να την καλύψει (την αεροπορική κάλυψη τη θεωρούμε θεμελιώδη και αυτονόητη τόσο σε μιαν απόβαση στα νησιά όσο και σε μιαν προέλαση στη Θράκη· όμως το πρόβλημα της κυριαρχίας στον εναέριο χώρο είναι τόσο κρίσιμο, ώστε θα μιλήσουμε γι’ αυτό χωριστά). Τέλος, στην Κύπρο η ελληνική πλευρά πολύ λίγα πράγματα έχει να περιμένει. Και αν μπορέσει να υπερασπίσει κάτι, αυτό θα είναι δυνατόν μονάχα εάν ο κυπριακός πληθυσμός στο σύνολό του φανεί διατεθειμένος να πολεμήσει, αν χρειαστεί, με νύχια και με δόντια. Αυτό δυστυχώς δεν έγινε το 1974, όταν είδαμε βέβαια την τραγωδία των Κυπρίων, αλλά δεν είδαμε μιαν επίμονη παλλαϊκή αντίσταση μέχρις εσχάτων. Όμως τούτη τη φορά δεν υπάρχει νότος για να καταφύγει κανείς. Υπάρχει μόνον η θάλασσα.

Το δεύτερο σημείο, που πρέπει να υπογραμμιστεί, είναι η ανάγκη συγκέντρωσης των δυνάμεων. Ο γεωγραφικός κατακερματισμός του ελληνικού χώρου γεννά εύκολα τον πειρασμό αντίστοιχου κατακερματισμού των ενόπλων δυνάμεων, έτσι ώστε να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν πληρέστερη κάλυψή του. Ο πειρασμός αυτός μπορεί να αποβεί θανάσιμος, άλλωστε και ο σκοπός είναι καθ’ εαυτόν ουτοπικός. Η αριθμητική υπεροχή της τουρκικής πλευράς και το πλήθος των πιθανών στόχων της της δίνει εξ αντικειμένου ορισμένα περιθώρια επιλογής και εκτέλεσης παραπλανητικών αποβατικών και άλλων κινήσεων με σκοπό να ενταθεί ο έτσι κι αλλιώς υπαρκτός ελληνικός πειρασμός του κατακερματισμού των δυνάμεων. Αντίστοιχα μεγάλη επαγρύπνηση και διαίσθηση απαιτείται από την πλευρά της ελληνικής ηγεσίας, η οποία θα πρέπει να ξεκόψει εξ αρχής από την αντίληψη ότι είναι δυνατή η ίση προστασία των πάντων, θα πρέπει επίσης, λόγω της αριθμητικής μειονεξίας και της απόλυτης αναγκαιότητας αεροπορικής παρουσίας σε όλα τα καίρια επιχειρησιακά σημεία, να θέσει σε δευτερεύουσα και τριτεύουσα μοίρα την προάσπιση πόλεων και αμάχων πληθυσμών και να επικεντρώσει τα διαθέσιμά της όχι στην κάλυψη χώρου, αλλά αποκλειστικά στη συντριβή του κύριου όγκου των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων, εκεί όπου αυτές θα ρίξουν το βάρος τους και ει δυνατόν πριν προλάβουν να αναπτυχθούν πλήρως. Προκειμένου να εκπληρωθεί ο υπέρτατος αυτός σκοπός ίσως χρειασθεί να διακινδυνεύσει ο αριθμητικά υποδεέστερος την απώλεια εδαφών ή και τη διεξαγωγή επιχειρήσεων με ανοιχτά τα πλευρά του, πράγμα που θα πρέπει ν’ αναπληρώνει με ευελιξία και ταχύτητα. Όμως η τελική έκβαση θα κριθεί με βάση τα όσα θα γίνουν στο επίπεδο εκείνο που άπτεται της ίδιας της ουσίας του πολέμου. Πόλεμος σημαίνει προαρχικά επιδίωξη συντριβής των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων, απ’ αυτήν εξαρτώνται κι απ’ αυτήν απορρέουν όλα τα άλλα. Και εάν αυτή επιτευχθεί, τότε αναπληρώνονται αργά ή γρήγορα όλα, όσα θυσίασε κανείς θέλοντας να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του την αποφασιστική στιγμή στο αποφασιστικό σημείο.

Κατά τρίτον λόγο, η ελληνική πλευρά δεν θα μπορέσει να αντισταθμίσει τα γεωγραφικά της μειονεκτήματα έναντι της τουρκικής αν δεν καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας και όχι απλώς τα θέατρα του πολέμου και περιορισμένο βάθος του χώρου γύρω τους. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί. Το μικρό βάθος του ελληνικού χώρου δίνει στην τουρκική πλευρά τη δυνατότητα να πλήξει ολόκληρη την επιφάνειά του με όπλα μικρότερου βεληνεκούς καθώς και με αεροπλάνα που διαθέτουν μικρότερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως από τα ελληνικά. Αλλά και αντίστροφα: το συγκριτικά μεγάλο βάθος του τουρκικού χώρου επιτρέπει να αποσυρθούν στο εσωτερικό του, δηλαδή πέρα από την εμβέλεια της ελληνικής δύναμης πυρός, όπλα μεγαλυτέρου βεληνεκούς (η Τουρκία έφτασε να συζητεί ακόμα και με την Κίνα την αγορά πυραύλων εδάφους-εδάφους μεγάλου βεληνεκούς) καθώς και αεροπλάνα με μεγαλύτερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως· ας σημειωθεί ότι τα τουρκικά αεροπλάνα μπορούν, ξεκινώντας από τα μακρινότερα ως προς εμάς αεροδρόμια της Ανατολίας (Μπάτμαν, Ερζερούμ), να ανεφοδιάζονται στον αέρα όσο ακόμα βρίσκονται μέσα στον τουρκικό εναέριο χώρο και να εκτελούν έτσι αποστολές μέσα στην ελληνική επικράτεια σα να είχαν απογειωθεί από αεροδρόμια των μικρασιατικών παραλίων. Άρα, σε περίπτωση σύρραξης, η ελληνική πλευρά, ακόμα κι αν θα επιθυμούσε να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο με ένα προληπτικό χτύπημα, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα έβρισκε τον κορμό των αεροπορικών του δυνάμεων στα πλησιέστερα αεροδρόμια. Το κρίσιμο τούτο πρόβλημα λύνεται μόνον με πυραυλικά συστήματα κατάλληλου βεληνεκούς καί με ουσιώδεις δυνατότητες ανεφοδιασμού των ελληνικών αεροπλάνων στον αέρα (π.χ. μεταξύ Κρήτης και Κύπρου). Τα πράγματα θα ήσαν πολύ απλούστερα, εννοείται, αν η Ελλάδα και η Κύπρος δεν ήσαν κράτη με «de facto» μειωμένα κυριαρχικά δικαιώματα, αν δηλαδή οι αποφάσεις τους δεν εξαρτιόνταν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα από το τι ανέχονται οι Ηνωμένες Πολιτείες και το τι θεωρεί ως «casus belli» η Τουρκία. Στην περίπτωση αυτή, η κυρίαρχη κυπριακή κυβέρνηση θα καλούσε την κυρίαρχη ελληνική κυβέρνηση να εγκαταστήσει αεροπορικές δυνάμεις στο έδαφός της, οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν άμεσα την καρδιά και το υπογάστριο της τουρκικής επικράτειας. Στο κάτω-κάτω η Ελλάδα είναι εξίσου εγγυήτρια δύναμη του κυπριακού κράτους και επομένως έχει τουλάχιστον τα ίδια δικαιώματα με την Τουρκία να εγκαταστήσει εκεί τις ένοπλες δυνάμεις της. Αλλά τέτοιες παλικαριές ούτε καν να τις ονειρευθεί δεν τολμά όποιος είναι υποχρεωμένος να επαιτήσει το τελευταίο ανταλλακτικό και την τελευταία βίδα.

Τέταρτο και τελευταίο, μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας, η Ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Το πρώτο πλήγμα το επιβάλλει σήμερα όχι κάποια «πολεμοχαρής» διάθεση, αλλά η λογική των σύγχρονων οπλικών συστημάτων: η λογική του μέσου αυτονομείται, όπως αναφέραμε στίς εισαγωγικές μας παρατηρήσεις, και προσδιορίζει ουσιωδώς τον προσανατολισμό της πολεμικής στρατηγικής. Αν η ελληνική πλευρά, λέγοντας «αμυντικό δόγμα», εννοεί ότι, φοβούμενη μήπως εκτεθεί στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης και των συμμάχων, προτίθεται σε οποιαδήποτε περίπτωση (γενικού) πολέμου να αφήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και το πλεονέκτημα του πρώτου (μαζικού) πλήγματος στον εχθρό, τότε έχει κατά πάσα
πιθανότητα υπογράψει μόνη της και εκ προοιμίου την καταδίκη της. Με δεδομένη την τουρκική υπεροπλία και τη γενικότερη τουρκική γεωπολιτική υπεροχή ένα (μαζικό) πρώτο πλήγμα εξ ανατολών θα παραλύσει τεχνικά, αλλά και ψυχολογικά την ελληνική πλευρά. Σε παλαιότερους πολέμους, διεξαγόμενους στην ξηρά, μπορούσε ενδεχομένως να αφεθεί στον εχθρό η επιθετική πρωτοβουλία έως ότου εξαντλήσει τις δυνάμεις του. Όμως αυτό προϋπέθετε ότι ο αμυνόμενος κατείχε θέσεις φυσικά ή τεχνητά οχυρές που του επέτρεπαν να κρατήσει τις δικές του δυνάμεις σχετικά αλώβητες ώσπου να περάσει στην αντεπίθεση. Σήμερα, η δύναμη και το βεληνεκές του πυρός από κάθε κατεύθυνση προς κάθε κατεύθυνση και η μετάθεση του πολεμικού κέντρου βάρους από την ξηρά στον αέρα ακυρώνει αυτήν την προϋπόθεση· δεν υπάρχουν πια κρυψώνες για τις ένοπλες δυνάμεις, και το (μαζικό) πρώτο πλήγμα αποσκοπεί ακριβώς στην εξουδετέρωση των μέσων μιας αντεπίθεσης σε ευρεία κλίμακα. Οι ίδιοι αυτοί τεχνικοί παράγοντες καθιστούν τον χρόνο αποφασιστικό μέγεθος, με άλλα λόγια προσδίδουν στην εναρκτήρια φάση του πολέμου καθοριστική σημασία. Ό,τι δεν κερδίζεται ή ό,τι χάνεται στη φάση αυτή είναι δυσκολότατο ν’ αποκτηθεί ή να αναπληρωθεί κατόπιν. Γι’ αυτό και το πρώτο πλήγμα, το οποίο εγκαινιάζει την καθοριστική εναρκτήρια φάση του πολέμου, πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μαζικότερο και καιριότερο. Πρώτο πλήγμα, με τη στρατηγική σημασία του όρου, δεν είναι ο πρώτος τυχόν πυροβολισμός που πέφτει κατά το πρώτο «θερμό επεισόδιο» μιας πολεμικής αντιπαράθεσης· είναι μια συντονισμένη και ακαριαία ενέργεια όλων των κλάδων των ενόπλων δυνάμεων προς εκμηδένιση των ζωτικών σημείων του εχθρικού πολεμικού δυναμικού, ιδίως όσων εμφανίζονται κρίσιμα μέσα στη δεδομένη συγκυρία. Μπορεί να καταφερθεί στο πλαίσιο της κλιμάκωσης ενός τοπικού «θερμού επεισοδίου», αλλά και πολύ νωρίτερα ακόμα, όταν δηλαδή διαπιστωθεί ότι επίκειται έτσι κι αλλιώς εχθρική επίθεση· το επιτελικό σχέδιο του πρώτου πλήγματος πρέπει λοιπόν να βρίσκεται στο συρτάρι ήδη από καιρό ειρήνης, χωρίς αυτό να σημαίνει καθόλου ότι όποιος το έχει καταστρώσει και όποιος θα το εφαρμόσει είναι αναγκαία ο επιτιθέμενος με την ιστορική και πολιτική έννοια του όρου. Καθώς το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας μακροπρόθεσμα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας μακροπρόθεσμα συρρικνώνεται, ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία· ανεξάρτητα από εθνικές μυθολογίες, το γεγονός τούτο δεν έχει καμμία σχέση με ηθικές ή φυλετικές ιδιότητες, αλλά οφείλεται στη διαμόρφωση του συσχετισμού των δυνάμεων, και τα πράγματα θα αντιστρέφονταν αν αντιστρεφόταν και ο συσχετισμός των δυνάμεων. Αλλά όποιος, θέλοντας και μη, υιοθετεί αμυντική στρατηγική στο ιστορικό και στο πολιτικό επίπεδο, δεν είναι γι’ αυτόν καί μόνον τον λόγο υποχρεωμένος να υιοθετήσει αμυντική στρατηγική στο στρατιωτικό επίπεδο. Τα δύο επίπεδα δεν πρέπει να συγχέονται κατά κανένα τρόπο. Άλλο είναι η άμυνα ως ιστορικο-πολιτικός σκοπός και άλλο η άμυνα ως στρατιωτικό μέσο, άλλο ο αμυντικός χαρακτήρας ενός πολέμου και άλλο η αμυντική διεξαγωγή ενός πολέμου. Άλλωστε από στρατιωτική άποψη η καθαρά αμυντική διεξαγωγή πολέμου στερείται νοήματος και είναι πρακτικά αδύνατη. Αν την παίρναμε στα σοβαρά, θα σήμαινε ότι ο επιτιθέμενος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει ατιμώρητα, διατρέχοντας απλώς τον κίνδυνο να επανέλθει στην αρχική του θέση και να προετοιμασθεί για να ξαναδοκιμάσει. Καμμιά άμυνα δεν είναι τελεσφόρα, αν δεν εμπεριέχει μια δραστική τιμωρία του επιτιθέμενου, όμως η τιμωρία αυτή δεν μπορεί παρά να συνίσταται σε πράξεις, οι οποίες, αν ιδωθούν μεμονωμένα, χαρακτηρίζονται από την ισχυρή παρουσία επιθετικών στοιχείων: ο αμυνόμενος πυροβολεί με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιον σκοπό όπως και ο επιτιθέμενος.

Στα παραπάνω τέσσερα σημεία συνοψίσαμε τις προϋποθέσεις, υπό τις όποιες η Ελλάδα θα μπορούσε να κερδίσει έναν πόλεμο εναντίον της Τουρκίας. Προσοχή: αυτό δεν σημαίνει ότι είναι σε θέση να το κάνει ή ότι θα το κάνει, λέμε μόνον ότι, αν το πετύχει, μπορεί να το πετύχει υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις και μόνο. Με τη σειρά τους, όμως, οι προϋποθέσεις αυτές προϋποθέτουν άλλα πράγματα, δηλαδή ορισμένο στρατιωτικό δυναμικό, ορισμένη δύναμη πυρός και ορισμένη δόμηση των ενόπλων δυνάμεων. Η τήρηση του κανόνα της συγκέντρωσης των δυνάμεων δεν έχει καμμιάν αξία, όταν οι δυνάμεις σου είναι πενιχρές· και το πρώτο πλήγμα επίσης δεν αποφέρει μεγάλα κέρδη, όταν το καταφέρεις μ’ ένα κυνηγετικό όπλο -γι’ αυτό άλλωστε και η υπογράμμιση της στρατηγικής σημασίας του πρώτου πλήγματος διόλου δεν εμπεριέχει κάποιαν έμμεση παρότρυνση να ξεκινήσει κανείς πόλεμο από λεβεντιά και στα καλά καθούμενα· σημαίνει μόνον ότι, αν ένας εμπόλεμος διαθέτει επαρκή μέσα για ένα καίριο πρώτο πλήγμα, πρέπει να τα χρησιμοποιήσει, εφ’ όσον θέλει να κερδίσει έναν πόλεμο με δεδομένες τις σύγχρονες και υπερσύγχρονες τεχνολογικές συνθήκες. Aφού λοιπόν οι στρατηγικές προϋποθέσεις της νίκης δεν είναι καν δυνατόν να συγκεντρωθούν αν δεν υφίσταται το απαραίτητο στρατιωτικό δυναμικό, τίθεται αυτόματα το ερώτημα σε ποιάν κατάσταση βρίσκεται σήμερα από την άποψη αυτή η ελληνική πλευρά, σε σύγκριση πάντα με την τουρκική. Και αφού το τουρκικό γεωπολιτικό δυναμικό (με τη γνωστή μας ήδη τριπλή έννοια του όρου) είναι υπέρτερο του ελληνικού, ερωτάται επίσης κατά πόσον η ελληνική πλευρά ισοφαρίζει τα οργανικά της μειονεκτήματα με την ανωτερότητά της στον οικονομικό καί στον εξοπλιστικό τομέα, κατά πόσον το ποιοτικό της προβάδισμα υπερκαλύπτει τις τυχόν ποσοτικές ελλείψεις.

Στα ερωτήματα αυτά η απάντηση σήμερα είναι σαφής: η Ελλάδα δεν διαθέτει επαρκή μέσα αποτροπής, εάν ορίσουμε την αποτροπή -όπως οφείλουμε να την ορίσουμε- ως ικανότητα να καταφέρεις ένα καίριο πρώτο πλήγμα και να παραλύσεις για μακρό χρονικό διάστημα τον εχθρό. Ούτε η ποιοτική υπεροχή της ελληνικής πλευράς αντισταθμίζει τα ποσοτικά της μειονεκτήματα, ούτε η ελληνική δύναμη πυρός καλύπτει το σύνολο της τουρκικής επικράτειας, αδυνατώντας έτσι να προστατεύσει αποτελεσματικά και την Κύπρο. Και το χειρότερο δεν είναι καν η σημερινή εικόνα καθ’ εαυτήν· είναι η δυναμική της εξέλιξης, αν την παρακολουθήσουμε στην τελευταία δεκαπενταετία και αν κάνουμε τις εύλογες προβολές στο μέλλον με βάση τις ήδη παρούσες και βαρύνουσες ενδείξεις. Τότε θα δούμε ότι η διεύρυνση της απόστασης ανάμεσα στο στρατιωτικό δυναμικό της Ελλάδας και σ’ εκείνο της Τουρκίας αποτυπώνει λίγο-πολύ πιστά την επέκταση του τουρκικού γεωπολιτικού δυναμικού και τη συρρίκνωση του αντίστοιχου ελληνικού. [...]

Η ακμαία παραγωγική οικονομία σε σύγχρονη βιομηχανική βάση δίνει τη δυνατότητα της αποτροπής. Για να πραγματωθεί όμως η δυνατότητα αυτή, πρέπει μια χώρα ή πάντως η ηγεσία της να πιστεύει πραγματικά στην αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούμενης σύγκρουσης. Αν η διάγνωση είναι εσφαλμένη και ελλιπής, αν αποδίδει τη σύγκρουση σε αίτια παροδικά ή δευτερογενή, τότε μειώνεται αντίστοιχα η πίστη στην αναγκαιότητα της αποτροπής, κι αυτό, έστω κι αν δεν λέγεται ρητά, έχει ευνόητες πρακτικές επιπτώσεις. Έτσι, αποτελεί κεφαλαιώδες σφάλμα στρατηγικής εκτιμήσεως να μη θεωρείται ως πηγή της αύξουσας τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα η συνεχής διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών, αλλά να αποδίδεται ο δυναμικός τουρκικός επεκτατισμός στον «οθωμανισμό», στον «ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας κ.τ.λ., οπότε εξάγεται το συμπέρασμα ότι μόλις η Τουρκία (ακολουθώντας το δικό μας φωτισμένο παράδειγμα) ξεπεράσει αυτούς τους «εθνικιστικούς αταβισμούς», πάρει τον «ευρωπαϊκό δρόμο» και υποκαταστήσει τις στρατιωτικές με τις οικονομικές δραστηριότητες, τότε αυτόματα θα εκλείψει και η απειλή εκ μέρους της. Όλο και περισσότεροι σκέφτονται στην Ελλάδα μ’ αυτόν τον τρόπο, έχοντας την εντύπωση ότι έτσι τάχα ξεπερνούν τις εθνικιστικές αντιπαραθέσεις και σε αντίθεση με τα αδιέξοδα εθνικιστικά ιδεολογήματα προτείνουν ρεαλιστικές λύσεις. Έχουν βέβαια δίκιο όταν λένε ότι οι εθνικιστές ξεκινούν από ένα αφηρημένο μοντέλο περί έθνους, στο οποίο συχνά υποτάσσουν ακόμα και υπέρτερες επιταγές του πολιτικού ρεαλισμού· η πολιτικά επιζήμια μονοπωλιακή διεκδίκηση του ονόματος της Μακεδονίας το έδειξε άλλωστε πρόσφατα. Όμως ό,τι βλέπει κανείς στον αντίπαλό του δεν το βλέπει στον εαυτό του. Οι πολέμιοι των εθνικιστικών ιδεολογημάτων δεν αντιλαμβάνονται πως τα όσα αντιπαραθέτουν οι ίδιοι στον εθνικισμό ή μάλλον στις καρικατούρες του είναι κι αυτά ιδεολογήματα, αφηρημένα ανιστορικά μοντέλα, και μάλιστα το κυρίαρχο σήμερα ιδεολογικό σύμφυρμα οικουμενισμού και οικονομισμού, όπου ο κοσμοπολιτισμός των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και της «κοινωνίας των πολιτών» συμπλέκεται διαφοροτρόπως με τον ατομικισμό του καπιταλιστικού homo economicus και με την παλαιά φιλελεύθερη ουτοπία ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο.

Όπως ο εθνικισμός, έτσι και ο αντίπαλός του οικουμενισμός και οικονομισμός έχει συγκεκριμένους φορείς, εμπνευστές και προπαγανδιστές, τόσο ιδιοτελείς όσο και αφελείς. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις όχι μόνον η ιδιοτέλεια, αλλά και η αφέλεια των δεύτερων ξεπερνά εκείνη των πρώτων. Έτσι συμβαίνει λ.χ. και ως προς την αποτίμηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα οι εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας και Ελλάδας είναι αγεφύρωτη παρά όσοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε και να τελειώσει με την «ευρωπαϊκή» και οικονομιστική λύση -έστω κι αν οι πρώτοι οδηγούνται στη διάγνωσή τους από ψευδείς προϋποθέσεις. Ας σημειώσουμε, για να συμπληρωθεί η εικόνα, ότι τόσο οι εθνικιστές όσο και οι «ευρωπαϊστές» ή οικονομιστές συμφωνούν ως προς το ότι ο τουρκικός επεκτατισμός οφείλεται στο «οθωμανικό» και «ασιατικό» παρελθόν, στην «αντιδημοκρατική» ή «φασιστική» υφή του στρατιωτικού κράτους κ.τ.λ., με τη διαφορά ότι οι πρώτοι θεωρούν τα γνωρίσματα αυτά μόνιμα και ανυπέρβλητα, ενώ οι δεύτεροι τα βλέπουν ως μεταβλητά χαρακτηριστικά μιας ιστορικής φάσης ήδη παρωχημένης· δεν μας λένε βέβαια πότε θα μεταβληθούν: γιατί αν αυτό γίνει σε έναν ή δύο αιώνες, τότε η διαμάχη δεν έχει πρακτικό αντικείμενο.

Η ιδεολογική πίστη ότι η οικονομική συνεργασία ή διαπλοκή οδηγεί αναγκαία σε άμβλυνση γεωπολιτικών και πολιτικών αντιθέσεων δεν έχει κανένα ιστορικό στήριγμα. Αναφέρω ένα ιδιαίτερα αδρό παράδειγμα. Ανάμεσα στα 1900 και στα 1914 το γαλλογερμανικό εμπόριο αυξήθηκε κατά 137%, το γερμανορωσσικό κατά 121% και το γερμανοβρεταννικό κατά 100%, ενώ περισσότερα από τα μισά διεθνή καρτέλ παραγωγής αποτελούσαν κοινή γερμανοβρεταννική ιδιοκτησία (ένα απ’ αυτά μάλιστα παρήγε εκρηκτικές ύλες). Όλοι αυτοί οι εντυπωσιακοί ανοδικοί δείκτες δεν εμπόδισαν τις παραπάνω χώρες να εμπλακούν σε έναν από τους φονικότερους πολέμους από καταβολής κόσμου. H οικονομική συνεργασία γεννιέται καθ’ εαυτήν από οικονομικές ανάγκες και αναγκαιότητες που δεν έχουν αναγκαστική σχέση με φιλικές ή εχθρικές προθέσεις από πολιτική άποψη· συνιστά ένδειξη καλών πολιτικών σχέσεων μόνον υπό την προϋπόθεση ότι έχουν λυθεί οι τυχόν γεωπολιτικές εκκρεμότητες, δηλαδή το ζήτημα ποιος δικαιούται να εκδιπλώνεται κυρίαρχα πάνω σε ποιόν χώρο. Και όπως τα δεδομένα της οικονομικής συνεργασίας διόλου δεν καθορίζουν νομοτελειακά (αν και επηρεάζουν συχνά) τη διαμόρφωση και την άσκηση μιας εθνικής εξωτερικής πολιτικής, έτσι δεν την καθορίζει αναγκαστικά ούτε η μορφή και το ποιόν του εσωτερικού καθεστώτος. [...]

Η Ιστορία δείχνει ότι οι δημοκρατίες μπορεί να είναι εξ ίσου επεκτατικές και αξιόμαχες όσο και οι τυραννίες. Η αγγλική αυτοκρατορία συγκροτήθηκε ακριβώς παράλληλα με την εδραίωση και την εμβάθυνση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος στη μητρόπολη. Και ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός βρίσκεται σήμερα στην αποκορύφωση της παγκόσμιας ισχύος του κραδαίνοντας το λάβαρο της πανανθρώπινης δημοκρατίας και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Τα επίπεδα της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής τα συγχέει ιδιαίτερα η «αριστερή» παραλλαγή του οικουμενισμού και του οικονομισμού, η οποία διατείνεται τα εξής: ο τουρκικός επεκτατισμός αποτελεί κατά βάση προσπάθεια της άρχουσας τάξης να περισπάσει την προσοχή των μαζών από τα άλυτα εσωτερικά προβλήματα· θα υποχωρήσει όταν τα προβλήματα αυτά λυθούν από δημοκρατικές και σοσιαλιστικές δυνάμεις, γιατί οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε μεταξύ τους. Η επιχειρηματολογία αυτή χωλαίνει από το πρώτο κιόλας βήμα, γιατί δεν εξηγεί τους λόγους, για τους οποίους η περίσπαση του λαού μέσω του εθνικισμού και του επεκτατισμού έχει συνήθως τόσο καλά αποτελέσματα. Γιατί, αλήθεια, αφήνεται ο λαός να περισπαστεί ειδικά μ’ αυτόν τον τρόπο, τι του αρέσει ιδιαίτερα σ’ αυτήν την περίσπαση, έτσι ώστε να επιλέγεται αυτή, και καμμιά άλλη, προκειμένου να τον παραπλανήσει; Προ του 1914 ισχυρότατα σοσιαλιστικά κόμματα κήρυσσαν στη Γερμανία και στη Γαλλία ότι θα ματαιώσουν τον πόλεμο κι ότι «οι δύο λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε μεταξύ τους»· όταν όμως ο πόλεμος ξέσπασε πράγματι, τότε όχι μόνον οι σοσιαλιστές, αλλά ακόμα και οι ίδιοι οι εθνικιστές τα έχασαν μπροστά στον πατριωτικό ενθουσιασμό των μαζών εκατέρωθεν. Αν από τα ιστορικά παραδείγματα περάσουμε στην κοινωνιολογική γενίκευση μπορούμε να πούμε ότι -ανεξαρτήτως του τι κάνουν δημογραφικά φθίνοντες και καλομαθημένοι πληθυσμοί σε ανίσχυρες χώρες όπου οι εθνικιστικές κορώνες συχνά εξυπηρετούν απλώς την ανάγκη ψυχικών υπεραναπληρώσεων- μάζες νεαρών ανθρώπων σε χώρες με μεγάλο γεωπολιτικό δυναμικό κατά κανόνα ενστερνίζονται αυθόρμητα και ειλικρινά τα επεκτατικά συνθήματα. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1882 ο Engels έγραφε στον Kerensky από το Λονδίνο: «Με ρωτάτε τι νομίζουν οι Άγγλοι εργάτες για την αποικιακή πολιτική;… Το ίδιο ό,τι και οι αστοί… Οι εργάτες τρώνε κι αυτοί πρόσχαρα από το μονοπώλιο της Αγγλίας στην παγκόσμια αγορά και στις αποικίες». Στη συγκαιρινή μας Τουρκία δεν υπάρχει η παραμικρή σοβαρή ένδειξη ότι τμήματα του λαού αποδοκιμάζουν με οποιονδήποτε τρόπο την εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεών του, και ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στην Κύπρο όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Jεν μου είναι γνωστή καμμία ομαδική διαμαρτυρία για την εκδίωξη του ελληνικού στοιχείου από την Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο, ούτε για τον εποικισμό της βορείου Κύπρου. Αυτό διόλου δεν σημαίνει ότι κάθε Τούρκος μισεί κάθε Έλληνα, το ίδιο όπως και διόλου δεν μισεί προσωπικά κάθε Έλληνας τον κάθε Σκοπιανό όταν του αρνείται το δικαίωμα να ονομάζει το κράτος του «Μακεδονία».

Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα, γι’ αυτό και υποπίπτουν σε μια σοβαρή οφθαλμαπάτη όσοι μετά από μιαν εγκάρδια προσωπική επαφή ή μετά από μιαν κοινή μπουζουκο-κατάνυξη με Τούρκους βγάζουν εσπευσμένα πολιτικά συμπεράσματα χωρίς βέβαια να έχουν ποτέ αποσπάσει από τους συνομιλητές, συμπότες ή συμπαίκτες τους μια δεσμευτική δήλωση υπέρ μιας συγκεκριμένης ελληνικής και εναντίον μιας συγκεκριμένης τουρκικής θέσης. H αρχή ότι «οι λαοί δεν έχουν να μοιράσουν τίποτε μεταξύ τους» αποτελεί εφεύρεση όχι των λαών, αλλά των διανοουμένων, γι’ αυτό άλλωστε δεν αποσύρεται ποτέ, όσο κι αν τη διαψεύδει η εμπειρία. Αντίθετα, η εμπειρία μεθερμηνεύεται κατάλληλα, έτσι ώστε να παραμένει αλώβητη η αρχή. Ως γνωστόν, όταν το 1974 έγινε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, πρωθυπουργός της Τουρκίας ήταν ο σοσιαλιστής ηγέτης Μπουλέντ Ετσεβίτ. Και να ποιο συμπέρασμα έβγαλαν οι Έλληνες από το γεγονός αυτό: ο Ετσεβίτ δεν ήταν «γνήσιος» σοσιαλιστής, αλλά εξ ίσου «Οθωμανός» και «Αττίλας» όσο και οι Τούρκοι μη σοσιαλιστές (ως άτομο βέβαια ο Ετσεβίτ είχε θαυμάσια δυτική παιδεία, και μάλιστα οι αξιόλογες ποιητικές επιδόσεις του έχουν μεταφρασθεί σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες). [...]

Η τιθάσευση της Τουρκίας μέσω της ένταξής της στην «Ευρώπη» συνδέεται στενά με τις ελπίδες και με τα σφάλματα της ελληνικής πολιτικής. Το πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες το ομολογεί συνεχώς και άθελά της η ίδια η ελληνική πλευρά, όταν από τη μια μεριά ισχυρίζεται ότι η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» θα κάνει την Τουρκία «πολιτισμένο» και φιλειρηνικό κράτος, ενώ συνάμα από την άλλη είναι υποχρεωμένη να διαπιστώνει στην πράξη ότι οι Ευρωπαίοι φορείς των «αξιών» τις μεταχειρίζονται πολύ επιλεκτικά και τις προσπερνούν με άνεση οπότε το κρίνουν συμφέρον άρα η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» δεν φαίνεται να βελτιώνει καθ’ εαυτήν τα ήθη. Τα σφάλματα, πάλι, προκύπτουν από μιαν κακή εκτίμηση της σημασίας της «Ευρώπης» για την ανερχόμενη Τουρκία. Επειδή η Ελλάδα, αδυνατώντας να σταθεί μοναχή στα πόδια της, περιμένει τα πλείστα ή τα πάντα από άλλους τείνει εύλογα να προβάλλει τη δική της κατάσταση και διάθεση στην κατάσταση και διάθεση άλλων, νομίζοντας π.χ. ότι η «Ευρώπη» έχει για την Τουρκία την ίδια απόλυτη σημασία όσο για την Ελλάδα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Τουρκία θα επιδιώξει να πάρει από την Ευρωπαϊκή Ένωση ό,τι περισσότερο μπορεί· όμως για την ευρασιατική Τουρκία η Ευρώπη είναι μόνον ένα πεδίο δραστηριότητας ανάμεσα σε άλλα, ενώ για την Ελλάδα αποτελεί ουσιαστικά το μοναδικό· γιατί στα Βαλκάνια δεν έχει ούτε την οικονομική ούτε τη στρατιωτική δύναμη να παίξει ηγεμονικό ρόλο, κι αυτός βέβαια δεν επιτυγχάνεται επειδή δέκα ή είκοσι μικρομεσαίοι κάνουν κέρδη στη Ρουμανία ή τη Σερβία. Με άλλα λόγια, η σχέση της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πιο σύνθετη απ’ ό,τι η σχέση της Ελλάδας προς αυτήν και μπορεί να συγκεφαλαιωθεί ως εξής: η Ευρωπαϊκή Ένωση εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματα μιας Τουρκίας σήμερα 62 και αύριο 100 εκατομμυρίων κατοίκων, παράλληλα όμως τα ζωτικά της συμφέροντα δεν της επιτρέπουν να απογοητεύσει πλήρως την τουρκική πλευρά· η Τουρκία παραμένει σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, παράλληλα όμως τα δικά της ζωτικά συμφέροντα τής υπαγορεύουν να διατυπώνει προς την Ένωση ποικίλα, κυρίως οικονομικά αιτήματα. [...]

Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική. Η διακήρυξη «δεν παραχωρούμε τίποτε» δεν έχει έμπρακτο αντίκρυσμα όταν η χώρα εκλιπαρεί σε κρίσιμες ώρες τις μεσολαβητικές προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών ξέροντας εκ των προτέρων ότι αυτές θα πληρωθούν με παραχωρήσεις ή όταν αποσύρει χωρίς χειροπιαστά ανταλλάγματα το βέτο της για την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποδεικνύοντας έτσι άθελά της πόσο είναι πιθανό να μετατραπεί σε δορυφόρο της Τουρκίας ακριβώς μέσω του «ευρωπαϊκού δρόμου» και της επιρροής των «Ευρωπαίων εταίρων». Τέτοιες ενέργειες δεν είναι απλώς εσφαλμένοι ή έστω συζητήσιμοι χειρισμοί. Συνιστούν τα εύγλωττα επιφαινόμενα μιας βαθύτερης ιστορικής κόπωσης, μιας προϊούσας, ηδονικής μάλιστα παράλυσης. Στον βαθμό όπου η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμα ηδονικότερη, εφ’ όσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος, και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός. Απ’ αυτές τις συνθήκες ό,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού, οι Έλληνες θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να το ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό». Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον όποιο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια.

Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους, ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική; Οι ευρύτερες μάζες, καθοδηγούμενες από το ίδιο ένστικτο της βραχυπρόθεσμης αυτοσυντήρησης, έχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά βολική λύση: το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, οπότε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους: από τη φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαμε τα ευκολοαπόκτητα πτυχία, τη χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας (ούτε το 50% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης!) και την κραυγαλέα ανισότητα ανάμεσα σ’ ό,τι παράγεται και σ’ ό,τι καταναλώνεται, με αποτέλεσμα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου. Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας μόνον όσα πράττονται και αφήσουμε εντελώς στην άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον ορό να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον ορό να τεχνουργηθούν απροσμάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις («ελληνοκεντρικές» ή «εξευρωπαιστικές», αδιάφορο). Τις τραγωδίες ή τις κωμωδίες, που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση, θα τις γράψουν ίσως άλλοι. Έρχεται στον νου όμως, η τετριμμένη, αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία: όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται.

Πηγή: «Θεωρία του πολέμου», Ιωάννης Κονδύλης

1/20/2010

ΤΕΧΝΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

ΤΕΧΝΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ


 Ο κινηματογράφος είναι συνισταμένη τριών τεχνικών επιστημονικών δρόμων:

1. Της ανάλυσης της κίνησης και της σύνθεσης της κίνησης

2. Της φωτογραφίας

3. Της προβολής


Η ανάλυση της κίνησης χάνεται στα βάθη των αιώνων. Την δεκαετία του 1820 εμφανίζεται η πρώτη μορφή της σύνθεσης. Ο Νικηφόρος Νιέπς και ο Λουί Ντακέρ είναι οι δύο Γάλλοι πρωτοπόροι που έδωσαν τις πρώτες φωτογραφίες. Μέχρι εκείνη την εποχή υπήρχε η εικαστική αναπαράσταση της σύνθεσης. Η σύνθεση τώρα γίνεται με φωτογραφικό τρόπο. Ο Μάιμπριτζ το 1870 φωτογράφισε ένα άλογο εκπαιδευμένο στον τριποδισμό στήνοντας 30 φωτογραφικές μηχανές κατά μήκος του διαδρόμου που θα έτρεχε το άλογο, αποδεικνύοντας ότι το άλογο έστω και για μια στιγμή βρίσκεται και με τα τέσσερα πόδια στον αέρα.
Την ίδια εποχή ο Μαρέ φωτογράφισε με μια φωτογραφική μηχανή «τουφέκι», που έπαιρνε 10-12 στιγμιότυπα το λεπτό, το πέταγμα ενός πουλιού. Το φιλμ που χρησιμοποίησε είχε κυκλική μορφή.
Ο Ήκστμαν δίνει στο εμπόριο το φιλμ με μορφή καρουλιού.
Ο Έντισον μετά τον φωνόγραφο που ανακάλυψε ασχολείται με το «κινητοσκόπιο» 1890 κινηματογράφος του ενός.
Εφευρέτες του κινηματογράφου είναι οι αδερφοί Λυμιέρ ιδιοκτήτες εργοστασίου με φωτογραφικά προϊόντα. Η πρώτη δημόσια προβολή γίνεται στο Παρίσι στο Γκράν καφέ στις 28 Δεκεμβρίου 1895.
Ο κινηματογράφος βασίζεται σε μια ιδιότητα του ματιού, το μετείκασμα να συγκρατεί δηλαδή μια εικόνα μετά την εξαφάνιση της για 1/10΄΄ ως 1/15΄΄.
Οι Λυμιέρ, παίρνουν τα θέματα τους από το πεδίο της φωτογραφίας. Οι ταινίες τους έχουν ως θέμα την άφιξη ενός τρένου, ένα πλοίο που σαλπάρει, το μωρό τους την ώρα που γευματίζει, φωτογράφοι που φτάνουν για ένα φωτογραφικό συνέδριο.
Πρώτη ταινία με σενάριο είναι «ο ποτιστής που ποτίζεται», ενώ ο κηπουρός ποτίζει τον κήπο, το μικρό ζιζάνιο της οικογένειας πατάει με το πόδι του το λάστιχο. Η ροή του νερού σταματάει και ο κηπουρός απορημένος κοιτάζει μέσα στο λάστιχο. Ο πιτσιρικάς αφήνει το λάστιχο και το νερό καταβρέχει τον κηπουρό. Ο κηπουρός πιάνει τον μικρό και… του τις βρέχει κανονικά…! Χαρακτηριστικό αυτών των ταινιών είναι ξέφρενη σωματική κίνηση, παντομίμα, παρεξηγήσεις και υπερβολές.
Μέχρι το 1898 οι Λυμιέρ έκαναν 1000 ταινίες. Το 1905 ο λυμιέρ πουλάει τον κινηματογράφο στον Πατέ γιατί θεωρεί ότι δεν είναι εφεύρεση με μέλλον!


1927 έχουμε την πρώτη ηχητική ταινία «ο τραγουδιστής της τζάζ» του Ούλλι Ρόζλαντ. Λέγεται ότι η πρώτη ταινία ήταν μια Γερμανική παραγωγή το «Κοριτσάκι με τα σπίρτα», τελικά επικράτησε να θεωρείτε ο τραγουδιστής της τζάζ.

1927 κατασκευάζεται το Πανχρωματικό φιλμ, έχουμε ίση ευαισθησία σε όλα τα χρώματα (ενώ αντίθετα το ορθοχρωματικό έχει αναισθησία στο κόκκινο χρώμα) αυτό συνεπάγεται αλλαγή του φωτισμού από βολταϊκό τόξο σε λευκό φως. Ο πρώτος που χρησιμοποίησε το πανχρωματικό φιλμ ήταν ο Φλάερτη, (μεγάλος δημιουργός ντοκιμαντέρ), στην ταινία του «Μοάνα».

1927 στην ταινία «Ναπολέων» ο Αμπέλ Γκάνς εισήγαγε πρώτος την τριπλή οθόνη. Δηλαδή επάνω στο κάδρο έχουμε τρείς διαφορετικές δράσεις. Αυτό δηλώνει την εξουσία που ασκούσε ο Ναπολέων επάνω στα στρατεύματα του.

1929 ο Ανρί Κρετιέν εμφανίζει στην Γαλλία τους αναμορφωτικούς φακούς για σινεμασκόπ.

1929 γίνεται το πρώτο σύγχρονο γύρισμα. Έχουμε ταυτόχρονη λήψη ήχου και εικόνας μαζί.
Ο ήχος στην Ελλάδα εμφανίζεται, όχι με σύγχρονο γύρισμα, στην ταινία «ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» 1931 του Δημήτρη Τσακίρη.

1939 Πρώτη σύγχρονη ταινία στη Ελλάδα «Η απογραφή», μικρού μήκους του Φίνου.

1935 έχουμε χρώμα στον κινηματογράφο από τον Μαμούλιαν και την Σάρπ.

1952 καθιέρωση του σινεμασκόπ από τον Έλληνα διευθυντή της Fox Σπύρο Σκούρα, με την ταινία «ο Χιτών» του Κέβιν Κόστνερ.

1952 τρισδιάστατη εικόνα με πολωτικά γυαλιά.

1952 σινεράμα 70mm. Με το σινέραμα και το σινεμασκόπ έχουμε μια προσπάθεια για διεύρυνση της οθόνης

1955 Πρώτη έγχρωμη ταινία στη Ελλάδα «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» του Ηλία Παρασκευά.

1960 ο Γάλλος Φίλιππος Ζον παρουσιάζει την ημισφαιρική οθόνη που επιτρέπει το ίδιο κάδρο για οποιοδήποτε φορμά φιλμ (35mm, 16mm, 8mm) τέτοιες αίθουσες άρχισαν να χτίζονται την δεκαετία του 80.

Επεξήγηση ορολογίας

* ΣΙΝΕΜΑΣΚΟΠ
Είναι ένα σύστημα πανοραμικής οθόνης.
Η λήψη γίνεται με αναμορφωτικούς φακούς που συμπιέζουν οριζόντια την εικόνα ώστε στο ίδιο πλάτος να καλυφθεί περισσότερος χώρος.
Η προβολή γίνεται με αναμορφωτικούς φακούς που απλώνουν τεντώνουν την εικόνα ώστε να ξαναπάρει την αρχική της φόρμα.

* ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΙΚΟΙ ΦΑΚΟΙ
είναι οπτικά συστήματα που βασίζονται σε φακούς όπου η μια από τις δύο επιφάνειες είναι κυλινδρική, (οι φακοί αυτοί χρησιμοποιούνται στην οπτική για τον αστιγματισμό). Στην κινηματογραφική λήψη χρησιμοποιείται μπροστά από τον φακό της μηχανής. Στην εικόνα που παίρνουμε όλα τα αντικείμενα παθαίνουν συμπύκνωση κατά μήκος δηλαδή φαίνονται μακρόστενα. Έτσι μέσα στο κάδρο μας συμπεριλαμβάνεται πολύ μεγαλύτερο πεδίο. Κατά την προβολή οι αναμορφωτικοί φακοί επαναφέρουν την εικόνα στις φυσιολογικές διαστάσεις.

* ΠΑΝΧΡΩΜΑΤΙΚΟ ΦΙΛΜ

* ΟΡΘΟΧΡΩΜΑΤΙΚΟ ΦΙΛΜ


Για να γράψουμε ένα σενάριο χρειαζόμαστε πρώτα απ όλα μια ιδέα! Την ιδέα μπορούμε να την αντλήσουμε, από το οικογενειακό ή φιλικό μας περιβάλλον, από εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία, τηλεόραση, από ένα τυχαίο περιστατικό που θα μας συμβεί στον δρόμο.Ο κάθε ένας από εμάς αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο τα γεγονότα της ζωής. Τα βλέπει τα βιώνει και τα αξιολογεί σύμφωνα με τα βιώματα του. Εκφράζουμε την άποψη μας η οποία θα αποτελέσει και το θεμέλιο του «Μύθου». Πάνω σε αυτή την ιδέα στηρίζεται, δομείται και εξελίσσεται ο μύθος.
«Μύθος, είναι μια ιστορία από ασύνειδες φαντασιώσεις, που ανταποκρίνεται στις προτιμήσεις κάθε εποχής».
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αρχίζει το ευαγγέλιο του «Εν αρχή ην ο Λόγος»
Λόγος με Λάμδα κεφαλαίο είναι ο Νους, το Πνεύμα, η ανώτερη Διάνοια. Χωρίς Σκέψη, δεν υπάρχει δημιουργία.
Ο λόγος με μικρό λάμδα είναι η ηχητική απόδοση του πνευματικού λόγου.
Το Σενάριο, προέρχεται από την Ιταλική λέξη scenario-σκηνάριο, scena-σκηνή, ήταν σημειώσεις που κρατούσαν για το ανέβασμα των σκηνών στο θέατρο κατά την Βυζαντινή περίοδο. Στα έργα θρησκευτικού χαρακτήρα δεν επιτρεπόταν οποιαδήποτε παρέκκλιση κατά την παράσταση για να μην αλλοιωθεί ο δογματικός χαρακτήρας και τα μηνύματα που περιείχαν. Το σκηνάριο ήταν ο οδηγός για το έργο που ανέβαζαν.
Για να γράψουμε ένα σενάριο χρειάζεται ο Λόγος, δηλαδή η διάνοια η σκέψη. Χρειάζεται και ο λόγος, το μέσον εκφοράς της ανθρώπινης επικοινωνίας.
Κάθε σελίδα σεναρίου είναι περίπου ένα λεπτό κινηματογραφικού ή τηλεοπτικού χρόνου. Από τις πρώτες σελίδες ή από τα πρώτα λεπτά πρέπει να κερδίσουμε τον θεατή μας. Το σενάριο λένε, «είναι σαν το κρασί το αν είναι καλό ή όχι το καταλαβαίνεις από την πρώτη γουλιά, δεν χρειάζεται να πιεις όλο το βαρέλι!!!»
Για να γράψουμε ένα σενάριο, πρέπει να έχουμε «κάτι» να πούμε. Πρώτα απ όλα, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας, για ποιο ακριβώς θέμα θέλουμε να μιλήσουμε.
π.χ. «Το πρωινό ξύπνημα ενός καταπιεσμένου μικρομεσαίου υπαλλήλου σε μια μεγαλούπολη».
Θέμα ενός σεναρίου είναι η δράση και ο ήρωας.
Δράση είναι αυτό που συμβαίνει αυτό που εξελίσσεται.
Ήρωας είναι αυτός που πάσχει από αυτά όπου συμβαίνουν στην δράση.
Η λέξη δράμα, προέρχεται από το ρήμα, δράν (δρω, πράττω, κάνω) απ όπου προέρχεται και η λέξη δράση.
Με την δραματοποίηση, φέρνουμε τα γεγονότα το ένα δίπλα στο άλλο και ενάντια για να προκύψει σύγκρουση.
Το σενάριο δραματοποιεί πάντα κάποιον μύθο.
Σενάριο χωρίς ήρωες δεν υφίσταται! Ένα ή περισσότερα πρόσωπα δρουν σε ορισμένο χώρο παράγοντας πράξεις.
Αφού προσδιορίσουμε τον ήρωα, ή τους ήρωες που θα χρησιμοποιήσουμε, πρέπει να τους δημιουργήσουμε! Δηλαδή, να τους «γεννήσουμε»! Ο σεναριογράφος, πρέπει να γνωρίζει τα πάντα για τον ήρωα. Ακόμη και πράγματα, που ο ίδιος ο ήρωας δεν τα γνωρίζει, ή δεν θέλει να τα παραδεχτεί.
Ξεκινάμε λοιπόν από το παρελθόν του ήρωα. Πράγματα και στοιχεία, που αρχικά μας φαίνονται αδιάφορα, μπορεί να είναι σημαντικά για την εξέλιξη του μύθου μας.
Η εισαγωγή του σεναρίου προετοιμάζει γι αυτό που θα επακολουθήσει και μας δίνει τα πρώτα στοιχεία:

· Τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας και τις μεταξύ τους σχέσεις.

· Το τοπικό και κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο υπάρχουν.

· Η γενική κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι ήρωες.

Η εισαγωγή πρέπει να είναι σύντομη, περιεκτική και δυναμική για να μας βάζει αμέσως στον μύθο. Γνωρίζουμε τους ήρωες, το περιβάλλον που βιώνουν, το γενικό κλίμα που επικρατεί χωρίς να καλύπτει τα όσα θα ακολουθήσουν. Μπαίνουν σε λειτουργία όλα τα δεδομένα του μύθου έτσι ώστε να δημιουργηθούν όλες οι προϋποθέσεις για την εξέλιξη του που είναι επακόλουθο της δράσης.
Η δράση οδηγεί σε σύγκρουση, η σύγκρουση γίνεται ανάμεσα στον κεντρικό ήρωα και σ έναν άλλον, σε μια ομάδα, σ ένα φυσικό ή μεταφυσικό φαινόμενο, ανάμεσα στον ήρωα και την συνείδηση ή τα συναισθήματα του.
Ότι διαδραματίζεται στην οπτικοακουστική τέχνη, διαδραματίζεται τώρα.
Ο κινηματογράφος και η τηλεόραση είναι τέχνες που μιλάνε στον ενεστώτα. Ακόμα και όταν έχουμε flashback, (αφηγηματικός τρόπος που μεταφέρει τη δράση από το παρόν στο παρελθόν), γίνεται τώρα στο παρόν. Στην τέχνη της κινούμενης εικόνας δεν υπάρχει παρελθόν η μέλλον.
Αυτούς τους χρόνους τους συμπεραίνουμε από κάποια σήματα που το υποδηλώνουν.
Σκηνή είναι η δράση μέσα σε δεδομένο χώρο και χρόνο. Η σκηνή είναι μια μικρή ολοκληρωμένη υποδιαίρεση του μύθου που έχει αρχή, μέση και τέλος όπως ακριβώς το σενάριο.
Η διάρκεια της κάθε σκηνής δεν είναι συγκεκριμένη, εξαρτάται από την ιδιαιτερότητα του μύθου που υπηρετεί. Μπορεί να είναι ένα πλάνο, (πλάνο είναι το μεγάλο ή μικρό μήκος ταινίας στο οποίο καταγράφεται ο αντικειμενικός κόσμος από την στιγμή όπου η κάμερα θα αρχίσει να γράφει, μέχρι την στιγμή όπου θα σταματήσει), μερικά δευτερόλεπτα, μία, δύο, τρεις… σελίδες.
Ο χώρος και ο χρόνος είναι στοιχεία που προσδιορίζονται αμέσως στην αρχή της σκηνής. Ο χώρος, το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα δράσουν οι ήρωες, παίζει πολύ σπουδαίο ρόλο. Επιλέγοντας τους κατάλληλους χώρους ενισχύουμε την δράση που εξελίσσεται. Όταν αλλάζουμε χώρο ή χρόνο αλλάζει και η κινηματογραφική σκηνή. Ακόμη και όταν αλλάζει μόνο ο χρόνος και επανερχόμαστε στον ίδιο χώρο είναι άλλη σκηνή.
Στο θέατρο αλλάζει κάθε φορά που έρχεται ή φεύγει κάποιο πρόσωπο. Έστω κι αν το πρόσωπο ήρθε ή θα φύγει αμέσως ή έφυγε και θα επιστρέψει σε λίγο.
Στην καθημερινή μας ζωή δεχόμαστε συνεχώς σήματα που θέλουν να μας πουν κάτι. Μια γκριμάτσα, μια κίνηση του χεριού ή του κεφαλιού, ένα κλείσιμο του ματιού, ένας άνθρωπος, ένα μέρος από το ανθρώπινο κορμί, ένα αντικείμενο, ήχοι, μουσική, κουβέντες και πολλά άλλα είναι σήματα ηχητικά και εικονικά . ο τρόπος που παρουσιάζεται κάθε σήμα, κάθε στοιχείο, η θέση που τοποθετείται σε σχέση με τα άλλα, του δίνουν ένα νόημα, μια ιδιαίτερη σημασία, το κάνουν σύμβολο.
Σε πολλά σενάρια εκτός από την βασική ιστορία αναπτύσσεται και μια δεύτερη ή ακόμη και μια τρίτη ιστορία που εξελίσσεται παράλληλα και κατά διαστήματα με την πρώτη την βασική.
Αν και φαινομενικά η κύρια και η παράλληλη είναι δύο διαφορετικές ιστορίες, ωστόσο η δεύτερη είναι πολύ πιο μικρή και έχει σαν σκοπό να φωτίσει περισσότερο τη ζωή του ήρωα και την προσωπικότητα του από μια άλλη μεριά. Ενισχύει την βασική ιστορία, μπλέκει μέσα σ αυτήν, δένεται οργανικά μαζί της και παύει να είναι ξεχωριστό σώμα.
Σεκάνς είναι μια μικρή ή μεγάλη ομάδα σκηνών που διαδέχεται η μία την άλλη και βρίσκονται ενωμένες με ένα κοινό σκοπό, την απόδειξη μιας ιδέας. Η σεκάνς αποτελεί έναν διηγηματικό κύκλο. Αρχίζει με κάποιον τρόπο ολοκληρώνει και κλείνει. Η σεκάνς έχει αρχή μέση και τέλος, μπορεί να είναι μια σκηνή ή και περισσότερες, όλες υπηρετούν την ίδια ιδέα τον ίδιο σκοπό. Είναι μια ομάδα σκηνών που ολοκληρώνει μια επί μέρους ιδέα, έναν σκοπό. η σεκάνς λειτουργεί αυτόνομα για την ολοκλήρωση της αλλά τελικά υπηρετεί το σύνολο.
Αν δεχτούμε ότι το σενάριο είναι η σπονδυλική στήλη, οι σπόνδυλοι του είναι οι σεκάνς.
Να δούμε πως μορφοποιείται μια ιδέα για τα οπτικοακουστικά μέσα.
Το «έργο» ποτέ δεν συλλαμβάνεται ολόκληρο και μονοκόμματα. Πάντα περνάει από κάποια συγκεκριμένα στάδια:

· ΙΔΕΑ
Αρχικά υπάρχει η ιδέα (έμπνευση), αρκετές φορές υπάρχουν περισσότερες από μια ιδέες, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν γιατί πρέπει να επιλέξουμε ποια είναι η καλύτερη!
Πρώτα απ όλα, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας, για ποιο ακριβώς θέμα θέλουμε να μιλήσουμε.
Για να μιλήσουμε γι αυτό το «κάτι», θα πρέπει να το γνωρίζουμε πολύ καλά. Σε περίπτωση που δεν το γνωρίζουμε και πιστεύουμε ότι αξίζει να ασχοληθούμε μαζί του, πρέπει να το σπουδάσουμε.
Για να προσδιορίσουμε και να κατανοήσουμε την έννοια του «σπουδάζω», στην συγκεκριμένη περίπτωση, θα χρησιμοποιήσουμε τον ορισμό που δίνει το λεξικό του «Μπαμπινιώτη»:
«ΣΠΟΥΔΑΖΩ, ασχολούμαι με σύστημα και προσοχή με ορισμένο αντικείμενο ενεργοποιώντας κυρίως τις πνευματικές μου δυνάμεις, και ασκώντας τις δεξιότητες μου με σκοπό να μάθω καλά κάτι».
Να γνωρίσω το θέμα μου!

· ΣΥΝΟΨΗ
Αφού προσδιορίσουμε το θέμα μας, και συγκεκριμενοποιήσουμε την κεντρική ιδέα και αφού βρούμε τα βασικά στοιχεία που θα υπηρετήσουνε αυτήν την ιδέα, κάνουμε μια σύνοψη αυτού που θέλουμε να αφηγηθούμε. Η σύνοψη είναι μια περίληψη στη οποία αναφέρονται τα κυριότερα επεισόδια του «έργου». Συνήθως είναι γύρω στις πέντε σελίδες και έχει μια αρχή, μια μέση και ένα τέλος. Γράφεται χωρίς λογοτεχνικό ύφος, χωρίς κινηματογραφικές φόρμες και ορισμούς. Σκοπός της σύνοψης είναι να πληροφορήσει κάθε ενδιαφερόμενο, παραγωγό, σκηνοθέτη, ποιο είναι το αντικείμενο που πραγματεύεται το σενάριο.

· TREATMENT (αφήγημα-επεξεργασία)
Σκοπός του είναι να δώσει μια πρώτη αρχιτεκτονημένη μορφή του σεναρίου σε 20-25 σελίδες με σύντομη περιγραφή και σκηνές με και χωρίς διάλογο ώστε να μπορούμε να το εποπτεύουμε. Γράφοντας ολόκληρο τον Μύθο εν συντομία μπορούμε να ελέγξουμε, να διορθώσουμε, να αλλάξουμε σειρά σε πράξεις και στοιχεία, να προσθέσουμε άλλα νέα, έτσι ώστε να τα αξιοποιήσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα δραματουργικά. Το treatment υποδιαιρείται:

1. πράξεις-ψυχολογία και χαρακτήρες των ηρώων.

2. κινηματογραφικές εικόνες.

3. δομή του έργου, διαδοχή των Σεκάνς.

· ΣΕΝΑΡΙΟ
«Σενάριο είναι ένας μύθος, μια ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος ο οποίος λέγεται με εικόνες.»

· REPERAZ
Είναι η μελέτη, η έρευνα για να βρούμε τους κατάλληλους χώρους για γυρίσματα.

· ΝΤΕΚΟΥΠΑΖ
Είναι η τελική φάση επεξεργασίας του σεναρίου. Ντεκουπάζ κατά λέξη σημαίνει κομμάτιασμα, είναι η τεχνική ανάλυση του «έργου» όπως θα φαίνεται στην οθόνη. Χωρίζουμε σε σκηνές και πλάνα και κάνουμε λεπτομερείς ανάλυση κάθε πλάνου του έργου. Επάνω γράφουμε σκηνή, χρόνος, τόπος και αριστερά το μέγεθος του πλάνου.
Αριστερά γράφουμε ότι θα δούμε και δεξιά ότι θα ακούσουμε, ομιλία, θόρυβος, μουσική κλπ.

Η παγκόσμια δραματουργία στηρίζεται στην ποιητική του Αριστοτέλη. Η ποιητική είναι ο βασικός οδηγός για συγγραφή σεναρίων.
Ο Αριστοτέλης την τραγωδία την αναλύει σε τρία μέρη: πρόλογο, επεισόδιον, έξοδος. Ας δούμε πως κάθε ακαδημαϊκό σενάριο χωρίζεται σε τρία μέρη:

· Στο πρώτο μέρος, (κατά τον Αριστοτέλη πρόλογος), γνωρίζουμε τους χαρακτήρες και τα πάθη τους, γνωστοποιούμε την φύση του προβλήματος και το μέγεθος του.

· Στο δεύτερο μέρος, (επεισόδιον), έχουμε κορύφωση των συγκρούσεων μεταξύ των ηρώων, το πρόβλημα εξελίσσεται και στα γρανάζια του εμπλέκονται οι ήρωες που το θεωρούν άλυτο.

· Στο τρίτο μέρος, (έξοδος) έχουμε την λύση του προβλήματος και τις επιπτώσεις που έχει στους ήρωες.

Το κάθε μέρος έχει την δική του αρχή μέση και τέλος, οδηγεί όμως την δράση με τέτοιο τρόπο ώστε οι ήρωες και τα γεγονότα να συγκροτήσουν το επόμενο μέρος.

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ή ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ

Πρώτο μέρος, Πρώτη πράξη, Εισαγωγή, Προπαρασκευή, κατά τον Αριστοτέλη Πρόλογος. Όπως και αν την ονομάσουμε δίνει τα πρώτα στοιχεία που θα αποτελέσουν την «ζύμη» του Μύθου.
Παρουσιάζει τους βασικούς χαρακτήρες και τις μεταξύ τους σχέσεις,
την οικογενειακή τους κατάσταση, το εργασιακό, φιλικό και γενικότερα το περιβάλλον που δρουν οι ήρωες.
Η εισαγωγή επιβάλλετε να είναι σύντομη, περιεκτική και δυναμική.
Δεν πρέπει όμως σε καμία περίπτωση να φανερώνει τα όσα θα ακολουθήσουν. Ο θεατής έχει ξεκάθαρα μπροστά του τον βασικό ήρωα την δραματική κατάσταση και τις προϋποθέσεις για την εξέλιξη του μύθου.
Στην εισαγωγή όλα τα δεδομένα πρέπει να μπουν σε λειτουργία ώστε να δημιουργηθούν όλες οι προϋποθέσεις για την εξέλιξη του Μύθου που είναι επακόλουθο της δράσης.

Η δράση οδηγεί σε σύγκρουση:
Εσωτερική, αυτή που προκαλείται από την ίδια την συνείδηση του ήρωα ή την συναισθηματική του κατάσταση. Ο ήρωας δρα κόντρα στις ιδέες και τα πιστεύω του.
Εξωτερική, ο ήρωας ή οι ήρωες συγκρούονται με φυσικά ή υπερφυσικά φαινόμενα, με άλλον ήρωα ή με μια ομάδα.
Η κύρια σύγκρουση παράγεται μεταξύ του ήρωα και του κυρίαρχου προβλήματος που διατρέχει την ιστορία και ο ήρωας καλείται να την λύσει. Γύρω από αυτή την σύγκρουση κινούνται οι άλλες αντιθέσεις και κόντρες που προκύπτουν.
Από την κύρια σύγκρουση προκύπτει το θέμα του σεναρίου.

Στο τέλος του πρώτου μέρους υπάρχει η κρίσιμη σκηνή.

Η εισαγωγή κορυφώνεται με ένα επεισόδιο ή ένα γεγονός που ξαφνικά μπαίνει στη ροή του μύθου, την ανατρέπει και την στρέφει σε διαφορετική κατεύθυνση.
Στην κρίση του σεναριογράφου έγκειται να τοποθετήσει την κρίσιμη σκηνή στο κατάλληλο σημείο ώστε να κεντρίσει το ενδιαφέρον και να σπρώξει τον μύθο προς την εξέλιξη του. Όλα δείχνουν ότι βαδίζει προς την λύση του.

Στην ζωή υπάρχει ένας νόμος: όπου έχουμε δράση υπάρχει και αντίδραση.
Το ίδιο ισχύει και στον μύθο, αναπτύσσεται και ολοκληρώνεται με πράξεις και αντιπράξεις, με δράσεις και αντίδραση.
Δυσκολεύουμε τον ήρωα βάζοντας εμπόδια, μπερδέματα, δοκιμασίες που εμποδίζουν την πορεία του προς τον τελικό σκοπό. Μέχρι τη στιγμή που μια από τις συγκρουόμενες δυνάμεις θα οδηγήσει τον μύθο στην ολοκλήρωση του.

Η σύγκρουση που είναι αποτέλεσμα αντιμαχίας για ιδέες και πάθη, είναι αναπόσπαστο στοιχείο κάθε είδους τέχνης.

Όλα τα συστατικά που δομούν τον μύθο πρέπει να είναι τοποθετημένα με πειθαρχεία και μέτρο. Το κάθε «συστατικό» πρέπει να χρησιμοποιείται στην σωστή δόση και στην κατάλληλη θέση. Αυτό εξαρτάται από την ικανότητα του σεναριογράφου, το συγγραφικό ταλέντο, την φαντασία, την γνώση των εκφραστικών μέσων που χρησιμοποιούν τα οπτικοακουστικά μέσα και από την γενικότερη παιδεία του.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Ο διάλογος είναι αναπόσπαστος στοιχείο του μύθου και ακολουθεί τον κανόνα της δράσης.
Για να έχουμε διάλογο πρέπει ο λόγος να χρησιμοποιείται από δύο ή περισσότερα πρόσωπα.
Για να δημιουργηθεί σύγκρουση πρέπει μια συγκεκριμένη θέση που εκφράζεται με λόγο να έρθει σε αντίθεση με μια άλλη.
Θα πρέπει πάντα να προσέχουμε ώστε ο διάλογος να ταιριάζει στο ύφος του χαρακτήρα που τον εκφέρει.
Όπως κάθε άνθρωπος στην καθημερινή ζωή μιλάει, εκφράζεται και εκφέρει τον προφορικό λόγο με τον δικό του τρόπο, έτσι και οι χαρακτήρες των σεναρίων. Ανάλογα με την κοινωνική θέση, μόρφωση, βιώματα, καταγωγή κλπ διαμορφώνεται και ο λόγος. Υπάρχουν περιπτώσεις οπου εσκεμμένα χρησιμοποιούμε αταίριαστο λόγο.

π.χ.:
· Ένα δεκάχρονο αγοράκι «φαινόμενο» που μιλάει με την ωριμότητα και γνώσεις, ενός 40άρη καθηγητή πανεπιστημίου.

· Ένας γεροδεμένος άντρας με πολύ ψιλή φωνή.

Αυτή η αντίθεση είναι ένα δραματουργικό τέχνασμα για να δημιουργήσουμε μια έντονη συναισθηματική κατάσταση στον θεατή, γέλιο, συγκίνηση, απέχθεια κλπ.
Ο διάλογος είναι πολύ σημαντικό σεναριακό στοιχείο, γιατί:

· Με αυτόν και με την δράση εξελίσσεται η ιστορία, ο μύθος.

· Δηλώνουμε τις θέσεις, τις ιδέες και τα νοήματα του σεναρίου μας.

· Αναδύονται και υποστηρίζονται οι χαρακτήρες.

· Διογκώνεται το ύφος και το στυλ.

· Συμπληρώνεται ο ρυθμός.

· Καταγράφεται ιστορικά η γλώσσα.

Ο διάλογος αναδύει όλο το πολιτισμικό φορτίο που κουβαλούν οι χαρακτήρες που τον εκφέρουν. Οι ήρωες αποκτούν κοινωνικό βάθος και διαστάσεις που τους κάνουν αληθινούς και αναγνωρίσιμους ως δραματουργικά σύμβολα και οντότητες.
Οι διάλογοι πρέπει να δημιουργούνται με λέξεις που χρησιμοποιούνται στον καθημερινό προφορικό λόγο της συγκεκριμένης εποχής, παίρνοντας σοβαρά υπόψη μας την εθνικότητα, το κοινωνικό επίπεδο, την θέση, και την παιδεία του σεναριακού χαρακτήρα που αναπτύσσουμε.
Στον προφορικό λόγο συχνά καταπατούμε τους κανόνες γραμματικής και συντακτικού. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και στους διάλογους του σεναρίου.
Οι φράσεις θα πρέπει να λέγονται σαν να βγαίνουν αυθόρμητα από το στόμα του χαρακτήρα σύμφωνα με την συναισθηματική κατάσταση που βρίσκεται, την στιγμή που εκφράζεται με τον προφορικό λόγο.
Ο διάλογος πρέπει να είναι αναγκαίος, να μην εξιστορεί πράγματα και καταστάσεις που περιγράφει η εικόνα.

1/18/2010

Έλληνες Λογοτέχνες γράφουν γιά το Έπος του 1940

Για να Μην Ξεχνάμε!!



28η Οκτωβρίου 1940
"Δευτέρα, 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: "έχουμε πόλεμο". Τίποτε άλλο, ο κόσμος έχει αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησαν. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι".
"Άγνωστη αυγή που 'φέρε το μεγάλο μεσημέρι"

Γ. Σεφέρης.
 ~~~~~~~~~~~~~~~~~
  
[..Ο ένας λόχος κατορθώνει να φτάσει στις 10 η ώρα στο Γάβρο, ο άλλος όμως ανηφορίζει με δυσκολία κι απώλειες στην πλαγιά της Τσούκας.

Οι Ιταλοί την υπεράσπιζαν με πείσμα. Επικεφαλής του λόχου του ο νεαρός υπολοχαγός Διάκος κυριεύει το ύψωμα, αλλά οι Ιταλοί κάνουν αμέσως σφοδρότατη αντεπίθεση με πυροβολικό και όλμους. Βροντάει, καπνίζει η βουνοπλαγιά, ο ελληνικός λόχος ανατρέπεται, αποσύρεται, ο Διάκος όμως δεν το βάζει κάτω, θέλει να φτάσει με κάθε τρόπο στον αντικειμενικό σκοπό του. Κάνει νέα έφοδο, μπαίνοντας μπροστά στους άντρες του με ένα τουφέκι στο χέρι. Ανηφορίζει πάλι στο ύψωμα, μέσα σε καυτό χαλάζι σφαίρες, ριπές πολυβόλων, βλήματα όλμων. Φτάνει κοντά στις θέσεις του εχθρού, αποκρούεται. Τότε ζητάει από τους άντρες του να κάνουν μια τρίτη εξόρμηση.

Ήταν πια μεσημέρι. Εκεί κοντά στο χείμαρρο, τη Μαρδίτσα, ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ντάσκας είδε ξαφνικά μπροστά του ένα εχθρικό πολυβολείο. «Προσοχή κύριε Ανθυπολοχαγέ!» έβαλε μια φωνή, αλλά δεν πρόλαβε. Το πολυβολείο κροτάλισε ξερά και ο Διάκος έπεσε θερισμένος. Σε λίγο έπεφτε κι ο Ντάσκας. Ο λόχος ακέφαλος τώρα, κλονίστηκε, αποτραβήχτηκε στις αρχικές του θέσεις, ενώ οι νεκροί των δύο αξιωματικών απόμεναν πίσω, εκεί που έπεσαν.

Όταν η Τσούκα πάρθηκε τελικά, την άλλη μέρα, τα δύο πτώματα θα βρεθούν με τη νιότη τους ακρωτηριασμένη, σπαραγμένη. Έτσι κατάντησε για να εκδικηθεί η ντροπιασμένη του εχθρού ανανδρία...]

Άγγελος Τερζάκης (Ελληνική Εποποιία)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

[...Σειρήνες και κωδωνοκρουσίες. Δευτεριάτικο πρωινό. Ανήσυχες μορφές στα παράθυρα. Κοιτάζονται οι γείτονες, συνεννοούνται με το βλέμμα, και μένουν σύμφωνοι. Τα πάντα για την τιμή. Δεν είναι η μανία του πολέμου που τους εμπνέει, δεν είναι το πάθος της περιπέτειας. Είναι η συναίσθηση της αξιοπρέπειας. Όταν αυτή είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους, τότε το τροπάριο της ειρηνοφιλίας διακόπτεται. Όχι από αγάπη προς τον πόλεμο. Από αγάπη προς αυτή την ειρήνη. Γιατί τίποτα δεν εξυπηρετεί την ειρήνη χειρότερα από την καλοπροαίρετη διάθεση των λαών να δέχονται ραπίσματα. Κακός είναι ο πόλεμος....

...Η περηφάνια αγνοεί την αρίθμηση. Δεν μετρά τις δυνάμεις εκείνου που θέλει να την τσαλακώσει. Βαδίζει με το μέτωπο ψηλά στο δρόμο της τιμής. Οι Θερμοπύλες δεν είναι ένα γεωγραφικό σημείο, δεν είναι ένα απλό ιστορικό γεγονός. Είναι ένα σύμβολο. Το σύμβολο αυτό το διατήρησαν ψηλά οι γενεές των Ελλήνων. Από τις Θερμοπύλες ως το 21, και πέρα απ' αυτό, με κλειστό το βιβλίο της αριθμητικής βάδισε το έθνος στους δρόμους των πεπρωμένων του. Με την αριθμητική στο χέρι δούλοι θα είμαστε σήμερα. Στην περιφρόνηση της αριθμητικής οφείλουμε την εθνική μας υπόσταση....]

Παύλος Παλαιολόγος (Προς το Καθήκον)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
  
[..Ελέγαμε: ένα Μαραθώνα ακόμα! Ελέγαμε: Μια Σαλαμίνα ακόμα! Ελέγαμε: Ακόμα ένα εικοσιένα! Κι ήρτες τέλος συ, Μητέρα-Μέρα, οπού αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους, στον υπέρτατο τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό!

Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων! Ω ύψιστη ηθική στροφή μέσα στο χάος ολόκληρου του Κόσμου! Και μαζί, ω γιγάντια, πλέρια ιστορική καταβολή, από την οποία, Ν ι κ η τ έ ς, οι Έλληνες, θα ξεκινήσουμε αύριο, πρωτοπόροι της πνευματικής ανάπλασης ολόκληρης της γης!

Ω Μέρα-Μάννα, που μας έσπασες ακέρια κι ως το ύστατο, όλα τα κρυφά εσωτερικά δεσμά μας! Ω κοσμοϊστορική Ελευθερία, τόσο βαθειά λαχταρισμένη! Να Σε! Σε κατέχουμε! Σε νιώθουμε! Σε θέλουμε!

Και θε να Σε κρατήσουμε όλοι, στο τεράστιο ύψος που μας φανερώθηκες απ' τα χαράματα των Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940, κι ως με τη συντέλεια των αιώνων, είτε ζήσουμε, είτε, αύριο που θα φέγγεις πάνω απ' όλο τον πλανήτη το γιγάντιο φως Σου, θα βρισκόμαστε στα σπλάχνα Σου, ω Μητέρα, αθάνατοι νεκροί!...]

Άγγελος Σικελιανός (28 του Οχτώβρη 1940)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Έφτασαν
ντυμένοι "φίλοι"
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Ηρθαν
με τα χρυσά σειρήτια
τα πετεινά του Βορρά και της Ανατολής τα θηρία!
Και τη σάρκα μου στα δύο μοιράζοντας
και στερνά στο συκώτι μου επάνω ερίζοντας
έφυγαν.
"Γι αυτούς, είπαν, ο καπνός της θυσίας,
και για μας της φήμης ο καπνός,
αμήν."

Οδυσσέας Ελύτης (Πορεία προς το Μέτωπο)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
_
"Η Ζωή είναι ή μια μεγάλη περιπέτεια, ή τίποτα" (E. Keller)
  
Συλλογίζεται τον Κρητικό που τού 'κοψαν το πόδι, και, ξανά πάλι, του το 'κοψαν λίγο παραπάνω,- που για να μή δείξει τον πόνο του γύρισε το κεφάλι από το άλλο μέρος τραγουδώντας "απ' τα κόκκαλα βγαλμένη" σαν ένα λαικό μοιρολόι.

Γ. Σεφέρης Μέρες '41-'44
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ρωμιοσύνη

1. Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο

2. Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τα αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές μες στον
ασβέστη του ήλιου.

3. Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
πάνου απ' την πίκρα τους. Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την
αγρύπνια, μια βαθιά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια
τους σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δύο βουνά το λιόγερμα

4. Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι το ντουφέκι είναι
Συνέχεια του χεριού τους το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής
τους -έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό και έχουνε τον
καημό βαθιά- βαθιά στα μάτια τους σαν ένα αστέρι σε μια
γούβα αλάτι.

5. Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ' τα άγρια
γένεια τους όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις
άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και
με ταμπούρλα.
  
Γ. Ρίτσος
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.
  
Χάρισμά σου είναι ο φόρος των ερώτων που σου οφείλω!
Σολωμός

Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο,
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας.
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν.
Γιατί να κλάψουν;
Ήταν γενναίο παιδί!

Οδυσσέας Ελύτης


Άσμα ηρωικό και πένθιμο
για τον χαμένο ανθυπολοχαγό
της Αλβανίας
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

Καποτε θα παρουμε ενα γραμμα, θά 'ναι από
μιαν άλλη εποχη, θα το ακουμπησουμε στο τραπεζι αμηχανοι,
θα σκεφτουμε ποσο ειμαστε ακομα ξενοι,
οι λεξεις θα 'χουν γινει φαντασματα,
στο δρομο θα βρισκεις καμια φορα ενα επισκεπτηριο,
αλλά δέ θά 'χουμε μνήμη,
τα καφενεια αδεια σαν τοπια του υπερπεραν -
και μονο εγω, τοτε, ο τρελος θα σηκωθω
και θα φωναξω:
"συντροφοι", σαν ν' απανταω στην ατελειωτη αυτη σιωπη...
Το ημερολογιο θα δειχνει Οκτωβριο - με τα
μαραμενα φυλλα και τις εξεγερσεις.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
 ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Τα φαινομενα συνηθως απατουν,
οι ανθρωποι ξεγελιουνται ευκολα,
ισως κιολας να το χουν αναγκη,
ειναι τοσο δυσκολη η ζωη -
ετσι και μενα με κορόιδευαν
οταν τους διηγομουν
τις πολεμικες μου περιπετειες,
για τον απλουστατο κι ευτελη λογο
οτι απο παιδι ημουνα καρφωμενος
σε μιαν αναπηρικη καρεκλα,
"μα που πολεμησες;" εκαναν ειρωνικα -
ωσπου ενα βραδυ χτυπησαν την πορτα, ανοιξαν,
ηταν ενας γερος με βιβλικη γενειαδα,
"ημουν σταθμαρχης στο Κιεβο, πριν απο χρονια,ειπε -
σας εφερα το αμπεχωνο που ειχατε ξεχασει",
κοιταξα τους αλλους θριαμβευτικα,
ολοι ειχαν μεινει αφωνοι,
εσκυψα τοτε και φιλησα το χερι του γερου
που ειχε διασχισει τοσο χρονο και τοσες χαμενες δοξες,
για να 'ρθει να μας θυμισει οτι
υπαρχουμε ακομα...


(17 Νοεμβρίου 1940. Βολή πυροβολικού στο ύψωμα της Καστάνιανης.)

"...όμως πάνω απ' όλα
σάμπως ρομφαία μου διάβη την καρδιά μου,
γυρίζοντας τη μονομιά ξοπίσω,
απ' τις κορφές του λυτρωμού στην έννοια
όλων εσάς που μένετε αυτού κάτου,
με κρυφοχτυποκάρδι καρτερώντας
την άνοιξη από εμάς... Τι αλίμονο μας
αν καρτερείτε μια άνοιξη σαν πρώτα
κι όχι την άνοιξη που λέω πως θα ρτει
σπαθί κρατώντας δίστομο, φερμένη
με τα φτερά της Νίκης, να θερίσει
ό,τι είν' ανάμεσό σας άξιο
να τη δεχτεί..."

Άγγελος Σικελιανός (Γράμμα απ'το μέτωπο)
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
  
Απόσπασμα από τις "Γειτονιές του Κόσμου" του Γ. Ρίτσου

Μα θα σας πολεμήσουμε, Τομ,
μ' αυτό το τραγούδι κάτου απ' τα πεύκα
μ' αυτό το φως της λάμπας στα χέρια της μητέρας
μ' αυτό τ' αγκίστρι που ψαρεύουμε ψάρια
μ' αυτή τη μικρή συνοικιακή κάμαρα
μ' αυτό το μικρό χελιδόνι
μ' αυτά τα μικρά μενεξελιά κουμπάκια της Μαρίας.
Και να το ξέρεις, Τομ, θα σας νικήσουμε.
-------
Έτσι νικήσαμε, Τομ, τους γερμανούς-
με τούτα τα χέρια της κυρα- Λένης
με τούτη τη φούστα της θεια- Καλής
με τούτη τη βρυσούλα του μπαρμπα- Στάθη
με τούτη τη μπάλα του Γιωργάκη
με τούτα τα ξυπόλητα ποδάρια του Παυλή
με τούτα τα θλιμμένα αστέρια του Αλέκου
με τούτο το χωνί
με τούτο το τραγούδι
με τούτο το χελιδόνι
με τούτα τα σπασμένα μάρμαρα
με τούτα τ' αγκάθια
με τούτες τις σκληρές πέτρες
με τούτη την ελπίδα
με τούτα τα κόκκαλα των μαρτύρων
με τούτο τ' όνειρο του κόσμου
και με τα όπλα που παίρνουμε απ' τα χέρια των εχθρών μας.
-------
Να φοβάσαι, Τομ, το σπαθί και τον όρκο του Μακρυγιάννη
_________________
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Απόσπασμα από τις "Γειτονιές του Κόσμου" του Γ. Ρίτσου
  
Τούτη η γαλάζια πολιτεία δεν χαμπαρίζει το θάνατο.
Όταν της κόβουν το 'να χέρι πολεμάει με τ' άλλο,
όταν της κόβουν και τα δυο πολεμάει με τα δόντια,
όταν της κόβουν και τα πόδια ισοζυγιάζεται στον αέρα
τρέχει σφυρίζοντας στον αέρα
όπως σφυρίζει η σφαίρα τρέχοντας
ίσα για την καρδιά της αδικίας.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Συντάχθηκε απο τον/την Γ. ΜΟΥΡΤΟ   
Τρίτη, 05 Μάιος 2009 06:45

Μια γεωπολιτική προσέγγιση ενός  μείζονος σημασίας θέματος από τον στρατηγιστή Δρα Γεώργιο Ανδ. Μούρτο  [i]



 Στη χώρα μας έχουμε πλέον εθιστεί στις οδυνηρές εκπλήξεις κάθε μορφής, καθότι έχουν γίνει συνήθειες ρουτίνας. Εφησυχάζουμε, για παράδειγμα, στις ρητορικές διαβεβαιώσεις των υπευθύνων ότι γίνεται το καλύτερο δυνατό στα εθνικά ζητήματα, όταν οι ίδιοι υπεύθυνοι αδυνατούν να είναι αποτελεσματικοί σε θέματα καθημερινότητας, όπως να ευπρεπίσουν τις πόλεις μας και να καθαρίσουν τους δρόμους της. Ομιλούμε για την εποχή της γνώσης, αλλά εμμένουμε στη διατήρηση παρωχημένων εκπαιδευτικών δομών –των σχολών των ενόπλων δυνάμεων μη εξαιρουμένων. Υμνολογούμε επετειακά τους εθνικούς μας ήρωες, όταν βαρυνόμαστε με τη φυλάκισή τους. Θρηνολογούμε το χαμό άξιων τέκνων του έθνους, όταν ενοχοποιούμαστε για τον διασυρμό και την απαξίωσή τους. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί ο πρόεδρος της Κύπρου Τάσσος Παπαδόπουλος, τον οποίο τραυματίσαμε θανάσιμα με συκοφαντίες και λίβελους, πριν τον στείλουμε ταπεινωμένο σπίτι του, επειδή τόλμησε να προτάξει λόγον εθνικής αξιοπρέπειας.
    
Εξηγούμαι: οι αναφορές μου δεν εστιάζονται σε πρόσωπα, φορείς και κυβερνήσεις, αλλά σε μια βαθιά ριζωμένη νοοτροπία που διαπότισε ολόκληρο τον εθνικό κορμό και μας καθιστά αν-ορθόδοξους στην κρίση και την συμπεριφορά.
  
Τα αίτια της αν-ορθοδοξίας
Τα αίτια αυτής της αν-ορθόδοξης συμπεριφοράς που περιγράφω είναι, κατά την άποψή μου, τα εξής:
 Πρώτον: Δεν έχουμε ξεκαθαρίσει την συλλογική εικόνα μέσα μας, την εθνική μας ιδιοπροσωπία, ώστε αυτή να γίνεται καταληπτή και από τους τρίτους. Δηλαδή, δεν έχουμε ξεκαθαρίσει «ποιοι είμαστε», ποια είναι η ταυτότητά μας ή, όπως θα έλεγαν οι λόγιοι του 19ου αιώνα, ποιος είναι ο «αληθώς ελληνικός χαρακτήρας», γι΄ αυτό και μειονεκτούμε σοβαρά στη χάραξη εθνικής πορείας. Αυτή η μειονεξία είναι εγγενής, καθότι υφίσταται από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους. Τρεις είναι οι κυρίαρχες και αποκλίνουσες, ως προς τη συλλογική μας ταυτότητα, τάσεις, τις οποίες και απαριθμώ: Η Κοραϊκή, η αποκαλούμενη και δυτικότροπη, η οποία προσπάθησε να γεφυρώσει την αρχαιοελληνική με τη νεοελληνική ταυτότητα, εξοβελίζοντας τη βυζαντινή ως ανθελληνική και βάρβαρη. Η Παπαρρηγοπουλική ή, άλλως, ελληνοχριστιανική που προβάλει τη συνέχεια του Ελληνισμού· στηρίζεται δηλαδή στη σύνθεση της αρχαιοελληνικής, της βυζαντινής και της νεοελληνικής ταυτότητας. Η «εκσυγχρονιστική» ή εθνομειοδοτική που αποτελεί την κυρίαρχη τάση της ύστερης μεταπολίτευσης και συνδυάζει το διεθνιστικό –θεωρώντας το έθνος μύθευμα- με μια νευρωτική απέχθεια προς ό,τι θυμίζει ελληνικότητα, απορρίπτοντας ταυτοχρόνως τόσο το αρχαιοελληνικό όσο και, κυρίως, το βυζαντινό πόλο του ελληνισμού. [ii]
 Δεύτερον: Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, οδηγούμαστε στη δεύτερη αιτία της αν-ορθόδοξης νεοελληνικής συμπεριφοράς, την οποία συνοψίζω ως εξής. Το νεοελληνικό κράτος, από της ιδρύσεώς του, στερείται στέρεων βάσεων, οι οποίες θα άντεχαν το βαρύ φορτίο του ελληνισμού. Γι΄ αυτό αναζητούμε με τόση ευκολία καταφύγιο σε δάνεια πολιτικά και πολιτισμικά σχήματα, όπως το δυτικό και πρωθύστερα αυτού το οθωμανικό. Συνέπεια τούτου είναι να στερούμαστε ταυτότητας, να πιθηκίζουμε με μηρυκαστική βουλιμία το ξενικό, να μηδενίζουμε καθετί ελληνικό. Με άλλα λόγια, αφελληνιζόμαστε οικεία βουλήσει.
Άραγε ποιες είναι οι γενεσιουργές αιτίες αυτού του ιδιότυπου αφελληνισμού; Το ερώτημα θα απαντηθεί με βάση μια αδιάψευστη, που δεν είναι πλέον και αυτονόητη, διαπίστωση. Το διαχρονικό γνώρισμα του Ελληνισμού είναι η θάλασσα που του προσέδωσε δυναμισμό και εξωστρέφεια στους προσανατολισμούς του και τον κατέστησε οικουμενικό. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελεί η επταετία των συνταγματαρχών με το ανεκδιήγητο «Ελλάς-Ελλήνων-Χριστιανών» και η μεταπολιτευτική περίοδος κατά την οποία ο Ελληνισμός περιχαρακώθηκε στη βαλκανική του ενδοχώρα, με συνέπεια να αναπτυχθούν ιδεοληπτικές εμμονές εσωστρέφειας και συστολής. Οι εν λόγω εμμονές ενεργοποίησαν έναν πρωτόγνωρο ανταγωνισμό μεταξύ των Ελλήνων να γίνουν μικροί, παρότι το βάρος της κληρονομιάς τους θέλει  μεγάλους.
Για να αποδώσω με σαφήνεια την πραγματική διάσταση του ελληνισμού στη διαχρονία του καταφεύγω σ΄ ένα επίλεκτο μέλος του, τον Ισπανό ελληνιστή καθηγητή Πέδρο Ολάγια, ο οποίος τον εξισώνει με την οικουμενικότητα. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η Ελλάδα χωρίς τον Αλέξανδρο, πιθανότατα δεν θα είχε γίνει ποτέ «ελληνισμός». Και τούτο, διότι δεν θα είχε φτάσει ποτέ στην οικουμενικότητα. Δηλαδή, δια του μακεδονικού ελληνισμού το ελληνικό στοιχείο γίνεται κτήμα του κόσμου όλου, καθότι γίνεται το επαναστατικό άλμα: από την τοπικότητα (πόλις-κράτος) στην οικουμενικότητα με την εξής χρονολογική σειρά: Πρώτ΄ απ΄ όλα η ελληνιστική Οικουμένη· ακολουθεί η ελληνορωμαϊκή, για να την διαδεχθεί η χριστιανική μέχρι την έλευση της Αναγέννησης που δημιούργησε την Οικουμένη του ουμανισμού πάνω στην πνευματική βάση της Ελλάδας, η οποία επηρέασε βαθύτατα τον δυτικό πολιτισμό.
Φαίνεται πως το νεοελληνικό κράτος, ως κάλπικο δάνειο από την Εσπερία και παντελώς ξένο προς τις ιδιαίτερες ανάγκες, την ιδιοσυγκρασία και τους ιστορικούς εθισμούς της κοινοτικής αυτο-οργάνωσης και αυτοδιαχείρισης των Ελλήνων, δεν μπορεί να διαχειριστεί το βάρος της κληρονομιάς του ελληνισμού. Γι΄ αυτό έπαψε, εν τη γενέσει του, να αποπνέει την αριστοκρατική αύρα του κληρονόμου μιας οικουμενικής και πανανθρώπινης παράδοσης. Έτσι, οδηγηθήκαμε ως Νεοέλληνες σε μια μοιραία πορεία: από μεγάλοι και οικουμενικοί γίναμε μικροί, εσωστρεφείς, φοβικοί και μηρυκαστικοί με συνέπεια να θεωρούμε φυσιολογική την υποτακτικότητα μας στους Δυτικούς και να αποδεχόμαστε σχεδόν μοιρολατρικά τη μειονεξία μας έναντι όσων συμπεριφέρονται ως περιφερειάρχες –οι Τούρκοι- ή να αντιμετωπίζουμε κατευναστικά και φοβικά  εκείνους που διαπνέονται από αθεράπευτους μεγαλοϊδεατισμούς –όλοι οι γείτονές μας.
 Τρίτον: Η δημιουργία του ελληνικού κράτους ως φωτοτυπική απεικόνιση του ξένου και άγνωστου για την ελληνική εμπειρία δυτικού προτύπου, γέννησε τη νεο-ελληνική μειονεξία που δεν θεραπεύτηκε, ούτε καν μετριάστηκε με την ένταξή μας στην Ε.Ε., που μεταπολιτευτικά τυγχάνει της γενικής σχεδόν αποδοχής. Και τούτο, διότι στο ευρωπαϊκό μεγα-οικοδόμημα καταλάβαμε οικεία βούληση μια γωνιά ως ξένοι, συνεσταλμένοι και εντονότατα συ